
Τάκης Θεοδωρόπουλος
Αναρωτιέμαι ποια σημασία μπορεί να έχει για έναν σημερινό νέο η αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974. Είναι και περίοδος σχολικών διακοπών, οπότε δεν έχει την ευκαιρία να ακούσει καν τους δεκάρικους που εκφωνούνται στα σχολεία για τις εθνικές εορτές. Οπότε είναι μάλλον φυσιολογικό τα νέα παιδιά, και τα όχι και τόσο νέα πια, να θεωρούν ότι τη χούντα την έριξε το Πολυτεχνείο το οποίο, αν μη τι άλλο, το εορτάζουν με τις δέουσες τιμές.
Εκείνος ο Ιούλιος του 1974 που σημάδεψε τη ζωή μας παραμένει μια θαμπή περιοχή της μνήμης με ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Το πραξικόπημα στην Κύπρο, η απόπειρα δολοφονίας του Μακαρίου, η τουρκική εισβολή, η κατάρρευση του καθεστώτος Ιωαννίδη στην Αθήνα και η θριαμβευτική επιστροφή του Καραμανλή είναι θέμα αν ανήκουν στην παρακαταθήκη της Ιστορίας που μαθαίνουν οι νεότερες γενιές. Πολλώ δε μάλλον η συνέχεια, οι δυσκολίες που αντιμετώπισε ο Καραμανλής να αποκαταστήσει ένα διαλυμένο κράτος, με τον τουρκικό στρατό να προελαύνει στην Κύπρο και τον στόλο να απειλεί τα αφοπλισμένα νησιά μας στο Αιγαίο. Πόσοι ξέρουν ότι την ίδια εκείνη εποχή η κυβέρνηση Νίξον κλυδωνιζόταν λόγω Γουοτεργκέιτ και ότι για τον Κίσινγκερ δεν ήταν προτεραιότητα η αναταραχή και το ενδεχόμενο της σύγκρουσης δύο χωρών του ΝΑΤΟ. Ο Αγγελος Βλάχος στην αφήγησή του με τον τίτλο «Αποφοίτηση» περιγράφει το χάος που αντιμετώπιζε ο Καραμανλής. Αναζητούσε διεθνή στηρίγματα τα οποία και βρήκε στον τότε πρόεδρο της Γαλλίας Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν.
Πόσοι ξέρουν τον καταλυτικό ρόλο του για την αποφυγή μιας σύρραξης στο Αιγαίο η οποία τότε θα ήταν καταστροφική για την Ελλάδα, και πόσοι ξέρουν τον ρόλο του στην εδραίωση της δημοκρατίας στη χώρα μας. Πόσοι ξέρουν ακόμη τον ρόλο που διαδραμάτισαν υπουργοί του Καραμανλή, όπως ο Ευάγγελος Αβέρωφ και ο Σόλων Γκίκας, στην εκκαθάριση του χουντικού καθεστώτος, το οποίο είχε μεν καταρρεύσει, αλλά δεν είχε πεθάνει. Τις προάλλες ακόμη, γνωστή μου επέμενε ότι την Ελλάδα την έβαλε στην τότε ΕΟΚ ο Ανδρέας Παπανδρέου. Και υποψιάζομαι ότι πολλοί πιστεύουν ότι τη δημοκρατία στη χώρα μας την έφερε το Πολυτεχνείο και ο Παπανδρέου. Πώς να το κάνουμε; Το πνεύμα της μεταπολίτευσης είναι «αριστερό» και γι’ αυτό θεωρεί ότι μεγάλος ευεργέτης της Ελλάδας ήταν ο Μιτεράν και όχι ο Ζισκάρ ντ’ Εστέν, στον οποίο η Ελληνική Δημοκρατία θα όφειλε να έχει αφιερώσει έναν ανδριάντα. Πού να τολμήσει όμως;
Ο Ντ’ Εστέν ήταν δεξιός.
Oλα αυτά τα λέω, όχι για να υπηρετήσω τη νοσταλγική μου διάθεση. Ναι, τότε ήμουν νέος και πίστευα ότι η πτώση της χούντας θα άλλαζε οριστικά τη ζωή μου και τη χώρα μου. Oμως, αν έχει σημασία η γνώση αυτής της πρόσφατης Ιστορίας, ειδικά για τις νεότερες γενιές που δεν την έχουν ζήσει, είναι για να αντιληφθούν ότι η δημοκρατία δεν μας προσφέρθηκε ως δώρο ούτε είναι δεδομένη. Oσο κι αν βαυκαλιζόμαστε ότι είναι δυνατή και ατρόμητη, οφείλουμε να μην ξεχνάμε πόσο εύθραυστη υπήρξε και με ποιο κόστος την κατακτήσαμε. Η δημοκρατία είναι κατάκτηση και ως κατάκτηση πρέπει να την αντιμετωπίζουμε. Και να τη σεβόμαστε ως μια από τις σπάνιες κατακτήσεις της ανθρώπινης κοινωνίας. Αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στην ανθρώπινη Ιστορία, από τον 5ο αιώνα π.Χ. που κάποιοι την επινόησαν ώς σήμερα για να διαπιστώσει ότι μέσα σε όλους αυτούς τους αιώνες η δημοκρατία δεν ήταν ο κανόνας. Ηταν πάντα η εξαίρεση.
Αν αντιληφθούμε ότι η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη, όπως τείνουν να τη θεωρούν όσοι τη βρήκαν έτοιμη, θα καταλάβουμε και ποιοι είναι οι πραγματικοί κίνδυνοι του κόσμου που ζούμε. Εμείς οι Ελληνες είχαμε την τύχη να βρεθούμε στην πλευρά της όταν μοιράστηκε ο σύγχρονος κόσμος μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και οι γειτονικές μας χώρες έπεσαν στα χέρια της κομμουνιστικής απολυταρχίας. Συν Αθηνά και χείρα κίνει. Την τύχη μας την κυνηγήσαμε και την πληρώσαμε με βαριές θυσίες στη διάρκεια του εμφυλίου που προκάλεσαν οι κομμουνιστές. Την εδραιώσαμε με την είσοδό μας στην τότε ΕΟΚ. Πιστέψαμε ότι η συμμετοχή μας είναι δωρεάν, ώσπου καταλάβαμε, στα χρόνια της κατάρρευσης και της κρίσης πως έπρεπε να καταβάλουμε ένα σοβαρό τίμημα.
Σήμερα η δημοκρατία μοιάζει ένα κουρασμένο πολίτευμα με αργά αντανακλαστικά και κινδύνους, που γεννάει ακόμη και η ίδια. Η διείσδυση του Ισλάμ στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και τα ακροδεξιά αντανακλαστικά που προκαλεί δεν είναι ο μικρότερος κίνδυνος. Ας προσθέσουμε σ’ αυτόν την επεκτατική νοοτροπία μιας Ρωσίας που νοσταλγεί την αυτοκρατορική της εποχή και τον κυνισμό μιας Αμερικής η οποία μοιάζει να έχει ξεχάσει τα ιδεώδη που της επέτρεψαν να γίνει κυρίαρχος του κόσμου μας. Μένει η Ευρώπη, κουρασμένη από τον εαυτό της, «γηραιά» ήπειρος, πλην όμως προσηλωμένη στις δημοκρατικές της αρχές. Αυτές που μέχρι πρότινος τις θεωρούσε δεδομένες και τώρα αντιλαμβάνεται ότι οφείλει να προσπαθήσει για να τις κρατήσει ζωντανές. Ο αγώνας των Ουκρανών είναι ένα παράδειγμα. Η αφύπνιση της δημοκρατίας είναι η πρόκλη- ση των καιρών που έρχονται.
