Money Review
Τα μεταχειρισμένα ρούχα, τα οποία μέχρι πριν από λίγα χρόνια βρίσκονταν κυρίως σε μικρά vintage καταστήματα και διαδικτυακές πλατφόρμες, περνούν πλέον στις βιτρίνες ορισμένων από τις μεγαλύτερες αλυσίδες μόδας. Όμιλοι όπως η H&M, η Banana Republic και η Reformation ποντάρουν στην αγορά των «preloved» ενδυμάτων, αναζητώντας νέες πηγές ανάπτυξης αλλά και ένα πιο βιώσιμο προφίλ.
Όπως αναφέρει η Wall Street Journal, όλο και περισσότεροι μεγάλοι όμιλοι εντάσσουν μεταχειρισμένα και vintage κομμάτια στα φυσικά καταστήματά τους. Η κίνηση αντανακλά την αυξανόμενη δημοτικότητα της μεταπώλησης, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων καταναλωτών, αλλά και τις πιέσεις που δέχεται η βιομηχανία της μόδας για τον περιορισμό των αποβλήτων και του περιβαλλοντικού της αποτυπώματος.
Η νέα τάση δημιουργεί, ωστόσο, μια εμφανή αντίφαση: οι εταιρείες που έχτισαν την ανάπτυξή τους στη γρήγορη ανανέωση των συλλογών και στη μαζική παραγωγή φθηνών ρούχων επιχειρούν τώρα να κερδίσουν από τη δεύτερη ζωή τους.
Από τις κάλτσες στα vintage Moschino
Στο κατάστημα της H&M στο SoHo της Νέας Υόρκης, οι καταναλωτές μπορούν να βρουν, ανάμεσα στις σειρές των καινούργιων ρούχων, έναν ξεχωριστό χώρο που θυμίζει μικρό vintage κατάστημα. Εκεί πωλούνται ετερόκλητα μεταχειρισμένα κομμάτια, από παλιά T-shirts μέχρι ένα τοπ Moschino αξίας 250 δολαρίων.
Η σουηδική αλυσίδα έχει συνεργαστεί και με μικρότερες επιχειρήσεις μεταχειρισμένων ρούχων, όπως η Awoke Vintage, επιχειρώντας να προσφέρει μια περισσότερο επιμελημένη εμπειρία από εκείνη που συνδέεται συνήθως με το μοντέλο της fast fashion.
«Μπορεί να προκαλεί έκπληξη σε έναν πελάτη που μπαίνει για να αγοράσει κάλτσες για τα παιδιά του και ξαφνικά συναντά τα “preloved”», ανέφερε στη Wall Street Journal η Sofia Måhlén, επικεφαλής της ομάδας κυκλικών επιχειρηματικών μοντέλων της H&M.
Η επιδίωξη δεν είναι μόνο περιβαλλοντική. Η αγορά μεταχειρισμένων ρούχων αναπτύσσεται ταχύτερα από το συμβατικό λιανεμπόριο ένδυσης, δημιουργώντας μια ευκαιρία την οποία οι μεγάλοι όμιλοι δεν θέλουν να αφήσουν αποκλειστικά σε πλατφόρμες και ανεξάρτητα vintage καταστήματα.
Σύμφωνα με στοιχεία της ThredUp που επικαλείται η αμερικανική εφημερίδα, η αγορά μεταχειρισμένων ενδυμάτων στις ΗΠΑ προβλέπεται να φτάσει τα 78,8 δισ. δολάρια έως το 2030.
Μικρά ακόμη τα έσοδα
Παρά τη δυναμική της αγοράς, η οικονομική συνεισφορά των μεταχειρισμένων παραμένει προς το παρόν περιορισμένη για τους μεγάλους ομίλους. Στην περίπτωση της H&M, οι μεταπωλήσεις αντιστοιχούσαν μόλις στο 0,8% των συνολικών εσόδων το 2025, συνυπολογίζοντας τις υπόλοιπες εταιρείες και επενδύσεις του ομίλου.
Το ποσοστό δείχνει ότι, τουλάχιστον σε αυτή τη φάση, τα μεταχειρισμένα λειτουργούν περισσότερο ως μέσο προσέλκυσης πελατών, ενίσχυσης της εικόνας των εμπορικών σημάτων και δημιουργίας ενδιαφέροντος γύρω από τα καταστήματα παρά ως σημαντική πηγή εσόδων.
Για εταιρείες όπως η H&M, η είσοδος στη μεταπώληση προσφέρει ακόμη ένα πλεονέκτημα: τους επιτρέπει να διατηρούν επαφή με τα προϊόντα τους και μετά την πρώτη αγορά, συμμετέχοντας σε μια συναλλαγή από την οποία έως τώρα επωφελούνταν κυρίως τρίτες πλατφόρμες.
Το ερώτημα του greenwashing
Η στροφή στα μεταχειρισμένα δεν αρκεί, πάντως, για να απαντήσει στις επικρίσεις που δέχεται ο κλάδος. Ειδικοί επισημαίνουν ότι οι σχετικές πρωτοβουλίες δεν μπορούν από μόνες τους να αντισταθμίσουν τις περιβαλλοντικές συνέπειες της υπερπαραγωγής και της διαρκούς κυκλοφορίας νέων συλλογών.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν οι εταιρείες θα περιορίσουν πραγματικά την παραγωγή και θα επενδύσουν σε πιο ανθεκτικά ρούχα ή εάν τα «preloved» τμήματα θα παραμείνουν μια μικρή πράσινη γωνιά μέσα σε ένα κατάστημα γεμάτο καινούργια προϊόντα.
Η αγορά των μεταχειρισμένων αποτελεί αναμφίβολα μια νέα επιχειρηματική ευκαιρία. Για να αποτελέσει, όμως, και ουσιαστική περιβαλλοντική αλλαγή, χρειάζεται κάτι περισσότερο από μερικές vintage κρεμάστρες δίπλα στις νέες συλλογές.




















