Γράφει ο Παναγιώτης Κούστας
Από το Σάββατο το βράδυ, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κάνει θραύση ένα βίντεο που απεικονίζει μια βροντόφωνη νεαρή γυναίκα, με αφοπλιστική άνεση μπροστά στην κάμερα, να διαφημίζει με το αυθόρμητο σλόγκαν «μόνο επιτυχία, Αννα Βίσση λέμε, ε, προλάβετε νουμεράκι» τα αναμνηστικά μπλουζάκια που πουλούσε έξω από το ΟΑΚΑ λίγο πριν από τη συναυλία της στις 26 Σεπτεμβρίου. Οπως αποδείχθηκε λίγες ώρες μετά, όντως «μόνο επιτυχία» είχε το σόου. Επίσης, άφησε εποχή ως μία από τις συναυλίες με τη μαζικότερη προσέλευση στη μουσική ελληνική ιστορία. Μία ημέρα πριν από την έναρξή της, η πλατφόρμα Ticketmaster, μέσω της οποίας διατέθηκαν τα εισιτήρια (από 21,20 έως 477 ευρώ), έδειχνε sold out, ενώ ο αριθμός των θεατών που συνέρρευσαν στο εμβληματικό στάδιο υπολογίστηκε γύρω στις 95.000.
Ιπτάμενη είσοδος
Ο χώρος όπου συνέβη το μεγάλης κλίμακας μουσικό γεγονός, ταυτισμένος στη συλλογική μνήμη με τις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, φαίνεται να προσφέρθηκε και για αισθητικές συγγένειες. Η Βίσση έκανε «ιπτάμενη» είσοδο στο στάδιο, πάνω σε εξέδρα που στηριζόταν σε ένα φωτεινό στεφάνι, το οποίο τη μετέφερε κατά μήκος από τη μία άκρη του γηπέδου στην άλλη. Και έτσι, θύμισε τον φτερωτό έρωτα (Ιωάννη Μανταφούνη) που είχε εντυπωσιάσει με παρόμοιο τρόπο, 22 χρόνια πριν, στην τελετή έναρξης που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Παπαϊωάννου. Η Βίσση, βεβαίως, δεν ίπτατο με βέλη, αλλά τραγουδώντας το «Αιγαίο», μία από τις πρόσφατες επιτυχίες της (κυκλοφόρησε τον Απρίλιο). Η επιλογή του συγκεκριμένου τραγουδιού έμοιαζε να έγινε για να επιβεβαιώσει τη δυναμικά συνεχιζόμενη μέσα στα χρόνια σχέση της με ένα κοινό το οποίο έχει μετατρέψει το ρεπερτόριό της σε «συλλογική αυτοβιογραφία» του – εξ ου και το κλισέ πια σύνθημα «ό,τι έχω ζήσει, το ‘χει πει η Βίσση».
Η γενική αίσθηση που δημιουργήθηκε στο στάδιο ήταν εκείνη ενός πάρτι
Αργότερα, στην εντυπωσιακών διαστάσεων κυλινδρική οθόνη (καίτοι «πολύ μικρό ξαδερφάκι» της Σφαίρας του Λας Βέγκας, στην οποία παρέπεμπε) προβλήθηκε βίντεο από τη συμμετοχή της Βίσση στην τελετή λήξης των ίδιων αγώνων, να τραγουδάει το κομμάτι «Είσαι». Οι πάγκοι έξω από το ΟΑΚΑ, φυσικά, όχι μόνον οι «πανηγυριώτικοι» –με τα T-shirts, τις μπίρες, τα νερά, τα ψητά καλαμπόκια και τα «βρώμικα»– αλλά και οι επίσημοι των χορηγών, όπως και οι ορδές του κόσμου που συνέρρεε προς το στάδιο από τον σταθμό του ηλεκτρικού, δεν θύμιζαν μόνο το ευφορικό κλίμα που επικρατούσε στην «ολυμπιακή Αθήνα» αλλά και το «γιουροβιζιονικό», του 2006, όταν η Βίσση εκπροσώπησε την Ελλάδα με το τραγούδι «Everything».
Σε αυτήν τη μάλλον αμήχανη στιγμή της καριέρας της, δεν έγινε καμία αναφορά, όπως δεν έγινε ούτε στο πιο λόγιο και λιγότερο ποπ ξεκίνημά της, με την εξαίρεση ενός –για κάποιους κριντζ, για άλλους «εφετζίδικο» πλην συγκινητικό– βίντεο, φτιαγμένου με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης. Σε αυτό η Βίσση «συνομίλησε» με τον νεότερο εαυτό της, αφού την παρακολουθήσαμε να τραγουδάει συνοδεία πιάνου το «Δεν τον είδα» της Ελπίδας, σε μια εκπομπή του ΡΙΚ. Η γενική αίσθηση που δημιουργήθηκε στο στάδιο ήταν εκείνη ενός πάρτι. Η Ελληνίδα σταρ, εκτός από τα καινούργια τραγούδια της, ερμήνευσε κυρίως κομμάτια από τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, που γνώρισε τη μεγάλη της ακμή. Μια ακμή που συνέπεσε με τη γενικότερη (και μέχρι ενός σημείου επίπλαστη) ευημερία της χώρας, καθιστώντας την σύμβολο μιας εποχής κατά την οποία «τρώγαμε με χρυσά κουτάλια».
Νεονοσταλγία
Ηταν καλή η Βίσση; Ναι. Φωνητικά, δεν το έχασε παρά σε ελάχιστα σημεία, εντοπίσιμα από «προπονημένα αφτιά». Ως περφόρμερ, η κίνησή της ήταν άνετη. Το δε θέαμα που έστησε η ομάδα της τίμησε τον όρο «υπερπαραγωγή». Εννοείται ότι η ίδια είναι φαινόμενο ως σταρ καλλιτέχνις· εννοείται, επίσης, ότι δεν ανακάλυψε την Αμερική. Τα λέιζερ σόου, οι μεγάλες βιντεοοθόνες, τα κοστούμια και οι χορογραφίες εντυπωσίαζαν. Διεθνώς, όμως, όλα αυτά έχουν ξαναγίνει. Σε επίπεδο ενδυματολογίας και χορογραφίας, π.χ., οι χορευτές με τους κορσέδες και τις τουτού που την πλαισίωσαν κατά τη διάρκεια του «Σε περίπτωση που» θύμιζαν αντίστοιχο «δρώμενο» από τις δύο ιστορικές συναυλίες της Γαλλίδας σούπερ σταρ Μιλέν Φαρμέρ στο Σταντ ντε Φρανς, τον Σεπτέμβριο του 2009. Αλλο σημείο του σόου της Βίσση με κερασφόρους περφόρμερ παρέπεμπε στη «στάνταρ» σκηνική υποστήριξη του «Living for love» της Μαντόνα.
Στις δυνατές στιγμές της συναυλίας συγκαταλέγονται οι δύο διεθνείς συμμετοχές, με το ελληνικό χρώμα: του ντιτζέι Argy (Αργύρη Θεοφίλου), μεγάλου ονόματος της τέκνο σκηνής που ζει ως πολίτης του κόσμου και έπαιξε μουσική επί μία ώρα πριν ανεβεί η Βίσση στη σκηνή· και της Ελληνοαυστραλής κιθαρίστριας Orianthi (Οριάνθη Παναγάρη), η οποία αφού τραγούδησε το «Whole lotta love» των Led Zeppelin, έμεινε στη σκηνή για αρκετή ώρα στο πλάι της «Απόλυτης». Κατά τα άλλα, η παρουσία της βετεράνου εργάτριας της ελληνικής ποπ και των υποστηρικτικών φωνητικών Βικτώριας Χαλκίτη πέρασε σχεδόν ασχολίαστη από το ετερόκλητο κοινό, που φάνηκε πραγματικά να διασκεδάζει, να συγκινείται και να (νεο)νοσταλγεί κατά τη διάρκεια της συναυλίας.
Μαγικός ρεαλισμός
Τι κρατήσαμε φεύγοντας από το ΟΑΚΑ; Το αδύνατο να αναλυθεί με λόγια χάρισμα της Αννας Βίσση, που την έκανε, έπειτα από 53 χρόνια στη μουσική βιομηχανία και 49 από τον πρώτο προσωπικό της δίσκο, «Ας κάνουμε απόψε μιαν αρχή», όχι απλώς να επιβιώνει, αλλά να βασιλεύει στο μουσικό τοπίο της χώρας. Και, σαν μια μικρή πράξη μαγικού ρεαλισμού, το ότι εκείνη τη νύχτα, με την πανσέληνο, η βροχή σταμάτησε λίγο πριν βγει εκείνη στη σκηνή και άρχισε ξανά με το φινάλε του σόου, τέσσερις ώρες αργότερα. Κατά τα άλλα, η ζωή στην (πολύ) μεταολυμπιακή Αθήνα συνεχίζεται ως είχε: η στεγαστική κρίση, το κυκλοφοριακό και η έλλειψη ποιοτικού δημόσιου χώρου αρκούν για να μας επαναφέρουν σε μια πραγματικότητα «αντιβισσική».



























