ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Οι 2 σχολές διαπραγμάτευσης: Ο παρορμητικός Τραμπ, οι επίμονοι Ιρανοί

Καθώς οι ΗΠΑ και το Ιράν επιχειρούν μια δεύτερη προσέγγιση για συμφωνία, οι διαφορετικές μέθοδοί τους προεξοφλούν μια «μετωπική σύγκρουση»

Ο Ντόναλντ Τραμπ θεωρεί τον εαυτό του «δάσκαλο» της διπλωματίας του εξαναγκασμού, πιέζοντας τους αντιπάλους του να υποκύψουν γρήγορα στις αμερικανικές απαιτήσεις υπό την απειλή άμεσης επίθεσης.

Ωστόσο, στις επαφές των τελευταίων έξι εβδομάδων με το Ιράν, ο Αμερικανός πρόεδρος διαπίστωσε ότι έχει απέναντί του ένα κράτος που υπερηφανεύεται για την αντοχή του και την τακτική της «καθυστέρησης» που ακολουθεί στις διαπραγματεύσεις.

Το γεγονός αυτό έγινε μάλιστα έκδηλο τις τελευταίες ημέρες, όταν ο Τραμπ επιχείρησε να πιέσει τους Ιρανούς, υποστηρίζοντας ότι είχαν ήδη παραδοθεί και πως «συμφώνησαν σε όλα», συμπεριλαμβανομένης της παράδοσης της «πυρηνικής τους σκόνης». Ωστόσο, η ρητορική του δεν λειτούργησε καθόλου στην περίπτωση αυτή, με Ιρανούς αξιωματούχους να τον κατηγορούν στα social media πως είναι όλα αποκυήματα της φαντασίας του.

Ετσι, αν και όποτε ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς αναχωρήσει για το Ισλαμαμπάντ για μια δεύτερη προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας σε ένα πλαίσιο «αμοιβαίας κατανόησης», οι διαφορετικές προσεγγίσεις της Ουάσιγκτον και της Τεχεράνης θα συγκρουστούν ευθέως, σχολιάζουν οι New York Times.

Αν δεν διακυβεύονταν τόσα πολλά και σημαντικά ζητήματα – η προοπτική αναζωπύρωσης των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή, οι παγκόσμιες ελλείψεις ενέργειας και η ρεαλιστική πιθανότητα οι επιζώντες ηγέτες του Ιράν να συμπεράνουν ότι χρειάζονται ένα πυρηνικό όπλο… περισσότερο από ποτέ – θα επρόκειτο για ένα κλασικό παράδειγμα μεθόδων διαπραγμάτευσης.

«Ο Τραμπ είναι παρορμητικός και ευερέθιστος, η ηγεσία του Ιράν χαρακτηρίζεται από πείσμα και επιμονή», παρατηρεί ο Ρόμπερτ Μάλεϊ, ο οποίος συμμετείχε τόσο στις διαπραγματεύσεις με τους Ιρανούς πριν από τη συμφωνία του 2015 όσο και σε μια αποτυχημένη προσέγγιση της κυβέρνησης Μπάιντεν.

«Ο Τραμπ απαιτεί άμεσα αποτελέσματα, ενώ η ηγεσία του Ιράν παίζει ένα μακρόπνοο παιχνίδι», λέει στους New York Times. «Ο Τραμπ επιδιώκει ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα που θα κυριαρχήσει στα εξώφυλλα των περιοδικών, ενώ η ηγεσία του Ιράν εξετάζει εξονυχιστικά κάθε λεπτομέρεια. Ο Τραμπ πιστεύει ότι η ωμή ισχύς μπορεί να κερδίσει την υπακοή, ενώ η ηγεσία του Ιράν είναι έτοιμη να υποστεί τεράστιο κόστος αντί να υποχωρήσει σε ζητήματα που αφορούν βασικά της συμφέροντα».

«Ο Τραμπ επιδιώκει ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα που θα κυριαρχήσει στα εξώφυλλα των περιοδικών, ενώ η ηγεσία του Ιράν εξετάζει εξονυχιστικά κάθε λεπτομέρεια. 

Το «παράδειγμα» του παρελθόντος

Υπάρχει λόγος που η τελευταία μεγάλη διαπραγμάτευση, που ολοκληρώθηκε πριν από 11 χρόνια, διήρκεσε σχεδόν δύο χρόνια, ξεκινώντας από μυστικές συνομιλίες με τον τότε νέο Ιρανό πρόεδρο και καταλήγοντας σε μία σπονδυλωτή διαπραγμάτευση με δεκάδες συναντήσεις.

Η τελική συμφωνία ξεπερνούσε τις 160 σελίδες, περιλαμβάνοντας πέντε παραρτήματα τεχνικού περιεχομένου που καθόριζαν τα όρια των πυρηνικών δραστηριοτήτων του Ιράν, τον ρυθμό άρσης των κυρώσεων και, κυρίως, τις υποχρεώσεις της χώρας για συμμόρφωση με τους ελέγχους της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας. Κάθε σελίδα γεννούσε νέο γύρο διαφωνιών και κάθε φορά που ένα ζήτημα φαινόταν να κλείνει και να προσεγγίζεται κάποια συμφωνία, οι Ιρανοί διαπραγματευτές επανέρχονταν με νέες απαιτήσεις.

Ιρανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι σε δύο διαδοχικές περιστάσεις, τον Ιούνιο του 2025 και φέτος τον Φεβρουάριο, ο Τραμπ διέταξε επιθέσεις κατά του Ιράν εν μέσω διπλωματικών διαπραγματεύσεων.

Ο «αναξιόπιστος» Τραμπ

Οι Ιρανοί έχουν επίσης παράπονα για τους Αμερικανούς. Η συμφωνία που τελικά επιτεύχθηκε το 2015 –χωρίς να υπογραφεί, καθώς δεν επρόκειτο για επίσημη συνθήκη– ανατράπηκε από τον Τραμπ το 2018. Εκτοτε, η Τεχεράνη επιμένει ότι «δεν έχει ιδιαίτερο νόημα» να διαπραγματεύεται με έναν πρόεδρο των ΗΠΑ, αν ο επόμενος είναι σχεδόν βέβαιο πως θα ακυρώσει τη συμφωνία.

Εσχάτως, Ιρανοί αξιωματούχοι επισημαίνουν ότι σε δύο διαδοχικές περιστάσεις, τον Ιούνιο του 2025 και φέτος τον Φεβρουάριο, ο Τραμπ διέταξε επιθέσεις κατά του Ιράν εν μέσω διπλωματικών διαπραγματεύσεων. Η Τεχεράνη κατηγορεί τον Αμερικανό πρόεδρο πως δεν αποτελεί αξιόπιστο συνομιλητή.

Το Σαββατοκύριακο, η δυσπιστία μεταφράστηκε σε ανταλλαγή πυρών κοντά στα Στενά του Ορμούζ: Ιρανικά σκάφη άνοιξαν πυρ κατά δύο φορτηγών πλοίων, τα οποία, σύμφωνα με την Τεχεράνη, παραβίασαν τον αυστηρό έλεγχο των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και τις αποφάσεις τους για το ποιος μπορεί να διέρχεται από τα Στενά. Την Κυριακή, το Πολεμικό Ναυτικό των ΗΠΑ έπληξε το μηχανοστάσιο ενός μεγάλου πλοίου μεταφοράς εμπορευματοκιβωτίων με ιρανική σημαία, το οποίο έχει πλέον κατασχεθεί.

Ο Τραμπ δήλωσε ότι το πλοίο είχε υποστεί κυρώσεις από το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών το 2020, στο τέλος της πρώτης του θητείας, λόγω «ιστορικού παράνομων δραστηριοτήτων». «Εχουμε πλήρη έλεγχο του πλοίου και εξετάζουμε το εσωτερικό του!», έγραψε ο Αμερικανός πρόεδρος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Στρατηγικοί ελιγμοί

Οι κινήσεις μπορούν να ερμηνευθούν ως προσπάθειες διαμόρφωσης του διαπραγματευτικού κλίματος, όπως ακριβώς οι στρατηγοί επιδιώκουν να επηρεάσουν τις ισορροπίες στο πεδίο της μάχης. Οι Ιρανοί δείχνουν ότι, ανεξαρτήτως του τι θα συμβεί ή τι θα παραχωρήσουν, θα μπορούν να ελέγχουν το εμπόριο μέσω των Στενών του Ορμούζ και να χρεώνουν εκατομμύρια δολάρια για τη διέλευση των πλοίων. Η κυβέρνηση Τραμπ δείχνει διατεθειμένη να επιστρέψει στις εχθροπραξίες εάν οι διαπραγματεύσεις αποτύχουν.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ενίσχυσε αυτό το μήνυμα την Κυριακή, γράφοντας ότι υπάρχει μια καλή συμφωνία στο τραπέζι. «Ελπίζω να την αποδεχθούν, γιατί, αν δεν το κάνουν, οι ΗΠΑ θα καταστρέψουν κάθε εργοστάσιο ηλεκτρικής ενέργειας και κάθε γέφυρα στο Ιράν. ΤΕΛΟΣ Ο ΚΑΛΟΣ ΤΥΠΟΣ».

«Ηταν το πιο πρόσφατο παράδειγμα του πώς ο Τραμπ έχει περάσει από τους επαίνους προς τους νέους ηγέτες του Ιράν (οι οποίοι αντικατέστησαν όσους σκοτώθηκαν στα πλήγματα που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου) τους οποίους χαρακτήριζε «πιο λογικούς» από τους προκατόχους τους, σε μια γραμμή προειδοποιήσεων για περισσότερη βία, αν δεν ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις του.

Και ενώ αυτό αποτελεί ένα νέο στοιχείο στις συνομιλίες, το πολιτισμικό χάσμα στον τρόπο διαπραγμάτευσης δεν είναι κάτι καινούργιο, σχολιάζουν οι NYT.

Το αγεφύρωτο κενό

Αυτό το χάσμα ήταν εμφανές πριν από 11 χρόνια, στις «χρυσοποίκιλτες» αίθουσες του ξενοδοχείου Beau-Rivage Palace στη Λωζάννη της Ελβετίας, όπου ο υπουργός Εξωτερικών Τζον Κέρι και οι ομόλογοί του από πέντε ακόμη χώρες προσπαθούσαν να καταλήξουν σε μια προκαταρκτική συμφωνία με το Ιράν. Ηταν, ίσως, το πιο κοντινό ανάλογο με όσα εκτυλίσσονται σήμερα στο Ισλαμαμπάντ.

Κάθε μέρα η αμερικανική αντιπροσωπεία μιλούσε για το πόσα συστήματα φυγοκέντρησης έπρεπε να αποσυναρμολογηθούν και πόσο ουράνιο έπρεπε να απομακρυνθεί από τη χώρα. Ωστόσο, όταν Ιρανοί αξιωματούχοι -μεταξύ αυτών και ο Αμπάς Αραγτσί, ο σημερινός υπουργός Εξωτερικών του Ιράν- έβγαιναν από τις αίθουσες οι περισσότερες ερωτήσεις για αυτές τις λεπτομέρειες αποφεύγονταν και οι Ιρανοί μιλούσαν για τη διατήρηση του σεβασμού των δικαιωμάτων τους και της κυριαρχίας του Ιράν.

«Τελικά συμφωνήσαμε στις βασικές παραμέτρους στο ξενοδοχείο», θυμάται η Γουέντι Σέρμαν, επικεφαλής διαπραγματεύτρια των ΗΠΑ εκείνη την περίοδο. «Και μετά, λίγες ημέρες αργότερα, ο ανώτατος ηγέτης βγήκε και είπε: “Στην πραγματικότητα, χρειάζονται πολύ διαφορετικοί όροι”».

«Ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο Στιβ Γουίτκοφ, ο γαμπρός του προέδρου και ο ειδικός απεσταλμένος, εξάσκησαν τις διαπραγματευτικές τους δεξιότητες στην αγορά ακινήτων της Νέας Υόρκης και υποστηρίζουν ότι έχουν εμβαθύνει στις λεπτομέρειες του ιρανικού προγράμματος και το γνωρίζουν καλά».

Με «λίγες βαλίτσες» η αντιπροσωπεία του Τραμπ

Η κ. Σέρμαν, η οποία στη συνέχεια έγινε υφυπουργός Εξωτερικών στην κυβέρνηση Μπάιντεν, συμμετείχε σε αυτές τις διαπραγματεύσεις με πολυμελή ομάδα. Συχνά, είχε στο πλευρό της τον κορυφαίο ειδικό της CIA για το Ιράν. Παρών ήταν επίσης ο υπουργός Ενέργειας, Ερνεστ Μονίζ, ειδικός στον σχεδιασμό πυρηνικών όπλων. Οι προτάσεις που κατέθετε η ιρανική πλευρά αποστέλλονταν στα εθνικά εργαστήρια των ΗΠΑ, όπου σχεδιάζονται και δοκιμάζονται όπλα, για μία εξειδικευμένη ανάλυση ως προς το αν οι συμφωνίες που συζητούνταν θα καθυστερούσαν το Ιράν ακόμα και ένα έτος από την απόκτηση πυρηνικού όπλου.

«Αντιθέτως, η διαπραγματευτική ομάδα του Τραμπ ταξιδεύει χωρίς τη συνοδεία ειδικών και με περιορισμένη ενημέρωση», εξηγούν οι NYT. «Ο Τζάρεντ Κούσνερ και ο Στιβ Γουίτκοφ, ο γαμπρός του προέδρου και ο ειδικός απεσταλμένος, εξάσκησαν τις διαπραγματευτικές τους δεξιότητες στην αγορά ακινήτων της Νέας Υόρκης και υποστηρίζουν ότι έχουν εμβαθύνει στις λεπτομέρειες του ιρανικού προγράμματος και το γνωρίζουν καλά».

Επιπλέον, ακόμη και αν τα ζητήματα που αντιμετωπίζουν είναι σε μεγάλο βαθμό τα ίδια με εκείνα που είχαν αντιμετωπίσει οι διαπραγματευτές της εποχής Ομπάμα, οι Κούσνερ και ο Γουίτκοφ δεν βλέπουν ιδιαίτερη αξία στο να αφιερώνουν ώρες μελετώντας τη διπλωματική ιστορία, ιδίως μετά τους «αφορισμούς» του Τραμπ για εκείνη τη συμφωνία.

Ο Αμερικανός πρόεδρος φαίνεται πάντως να είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητος στις επικείμενες συγκρίσεις. «Η συμφωνία που διαπραγματευόμαστε με το Ιράν θα είναι πολύ καλύτερη από το JCPOA (σ.σ. την Κοινή Ολοκληρωμένη Δράση – δηλαδή τη συμφωνία του 2015). «Ηταν ένας δρόμος που οδηγούσε εγγυημένα στην κατασκευή ενός πυρηνικού όπλου, κάτι που δεν θα συμβεί -και δεν μπορεί να συμβεί- με τη συμφωνία πάνω στην οποία εργαζόμαστε».

Με αυτή του την τοποθέτηση, ο Τραμπ έθεσε και τον πήχυ, βάσει του οποίου είναι πιθανό να αξιολογηθεί και η δική του διαπραγμάτευση, αν και εφόσον στεφθεί με επιτυχία.

Πηγή: New York Times

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Κόσμος: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ