Kathimerini.com.cy
Προ των ευθυνών της φέρνει την Αστυνομία η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με νέα περιστατικά επιθέσεων εναντίον διανομέων φαγητού που είναι υπήκοοι τρίτων χωρών. Συγκεκριμένα η κυρία Μαρία Στυλιανού-Λοττίδη στην τοποθέτηση της αναφέρει το πόσο σημαντικό είναι στην επιβολή ποινής η διακρίβωση των κινήτρων των δραστών και ειδικά αν αυτά σχετίζονται με ρατσισμό.
Η Επίτροπος μεταξύ άλλων αναφέρει «ότι το αδίκημα μπορεί να θεωρηθεί ως απλή επίθεση χωρίς την αναγνώριση του κινήτρου προκατάληψης με αποτέλεσμα αν η υπόθεση τελικά τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, ο δικαστής να μην μπορεί να λάβει υπόψη το ρατσιστικό κίνητρο ως επιβαρυντικό παράγοντα προκατάληψης κατά την επιμέτρηση της ποινής σύμφωνα με το αρ 35Α του ποινικού κώδικα όπως έχει τροποποιηθεί. Η απουσία όμως αναγνώρισης του κινήτρου ως επιβαρυντικός παράγοντας αφαιρεί από τον δικαστή την δυνατότητα επιβολής αυστηρότερης ποινής με αποτέλεσμα να μην λειτουργεί ο αποτρεπτικός χαρακτήρας που την συνοδεύει».
Αναλυτικά
Τα νέα περιστατικά επιθέσεων εναντίον διανομέων φαγητού, τα οποία δημοσιοποιήθηκαν τις τελευταίες ημέρες στη Λεμεσό και στη Λάρνακα, προκαλούν έντονη ανησυχία και καθιστούν αναγκαία την επαναφορά του ζητήματος της ουσιαστικής προστασίας των εργαζομένων αυτών.
@reporters_cyprus Ντροπιαστικές εικόνες, ξυλοκόπησαν ντελιβερά στην μέση του δρόμου στη Λεμεσό-Έρευνα από την Αστυνομία
♬ πρωτότυπος ήχος - reporters cyprus
Σύμφωνα με τα σχετικά δημοσιεύματα, στη Λεμεσό καταγράφηκε σε βίντεο βίαιη επίθεση εναντίον διανομέα, ενώ στη Λάρνακα καταγγέλθηκε ότι ομάδα κουκουλοφόρων απείλησε διανομέα με μαχαίρι, αναγκάζοντάς τον να εγκαταλείψει τη μοτοσικλέτα του και να διαφύγει πεζός. Ακολούθως, ο ίδιος εντόπισε την τσάντα μεταφοράς φαγητού να καίγεται.
Τα περιστατικά αυτά επαναφέρουν ένα ζήτημα που έχει ήδη απασχολήσει το Γραφείο μου και αποτέλεσε αντικείμενο προηγούμενων Τοποθετήσεών μου σχετικά με επιθέσεις εναντίον αλλοδαπών διανομέων φαγητού. Η επανάληψη τέτοιων επιθέσεων δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα των μέτρων πρόληψης και προστασίας των διανομέων φαγητού.
Σε συνέχεια της προηγούμενης Τοποθέτησής μου, η Αστυνομία ενημέρωσε το Γραφείο μου για σειρά ενεργειών που έλαβε. Μεταξύ άλλων, αναφέρθηκε η αποστολή εγκυκλίου για την ιδιαίτερη εξέταση του ενδεχομένου ρατσιστικών κινήτρων, η χρήση ερωτηματολογίου με δείκτες προκατάληψης, η ενίσχυση των περιπολιών και των επιχειρησιακών δράσεων, καθώς και συναντήσεις με εταιρείες διανομής και διανομείς. Αναφέρθηκαν, επίσης, συλλήψεις και ενέργειες για την εξιχνίαση υποθέσεων.
Οι ενέργειες αυτές είναι θετικές. Ωστόσο, η συνέχιση των επιθέσεων καθιστά αναγκαία τη συστηματική αξιολόγηση της εφαρμογής και των αποτελεσμάτων τους. Η αποτελεσματικότητα των μέτρων πρέπει να εξετάζεται με βάση την πρόληψη νέων περιστατικών, την ασφάλεια των εργαζομένων, την ανταπόκριση στις καταγγελίες και την πορεία διερεύνησης των υποθέσεων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η διερεύνηση τυχόν ρατσιστικού κινήτρου.
Οι διαθέσιμες δημοσιογραφικές πληροφορίες δεν επιτρέπουν την εξαγωγή συμπεράσματος ότι τα συγκεκριμένα περιστατικά είχαν τέτοιο κίνητρο. Η ιδιότητα του θύματος ως αλλοδαπού, όπου αυτή συντρέχει, δεν αρκεί από μόνη της για έναν τέτοιο χαρακτηρισμό. Είναι, όμως, αναγκαίο να εξετάζονται έγκαιρα και ουσιαστικά όλα τα στοιχεία που ενδέχεται να υποδηλώνουν προκατάληψη, περιλαμβανομένων των εκφράσεων ή της συμπεριφοράς των δραστών, των συνθηκών επιλογής του θύματος και πιθανής σύνδεσης με άλλα παρόμοια περιστατικά.
Η διερεύνηση αυτή πρέπει να αποτελεί μέρος της εξέτασης της υπόθεσης από το αρχικό στάδιο. Ο ενδεχόμενος χαρακτηρισμός μιας πράξης ως ληστείας ή επίθεσης δεν αποκλείει την παράλληλη ύπαρξη ρατσιστικού κινήτρου. Κατά συνέπεια, χρειάζεται να διασφαλίζεται ότι οι οδηγίες που έχουν εκδοθεί και τα εργαλεία αναγνώρισης δεικτών προκατάληψης εφαρμόζονται συστηματικά και ότι τα σχετικά ευρήματα καταγράφονται στον φάκελο κάθε υπόθεσης.
Παράλληλα, οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις σε βάρος εργαζομένων που κινούνται καθημερινά στον δημόσιο χώρο μπορούν να δημιουργήσουν ευρύτερο κλίμα φόβου και ανασφάλειας.
Για τον λόγο αυτό, η αντιμετώπισή τους απαιτεί να γίνει αναγνώριση των περιοχών αυξημένου κινδύνου να εξεταστούν τυχόν εμπόδια που αποτρέπουν στην καταγγελία αλλά συνάμα να γίνει καταγραφή των κοινών χαρακτηριστικών που τα θύματα δυνατό να έχουν .
Χωρίς την εν λόγω διαδικασία, το αδίκημα μπορεί να θεωρηθεί ως απλή επίθεση χωρίς την αναγνώριση του κινήτρου προκατάληψης με αποτέλεσμα αν η υπόθεση τελικά τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου, ο δικαστής να μην μπορεί να λάβει υπόψη το ρατσιστικό κίνητρο ως επιβαρυντικό παράγοντα προκατάληψης κατά την επιμέτρηση της ποινής σύμφωνα με το αρ 35Α του ποινικού κώδικα όπως έχει τροποποιηθεί.
Η απουσία όμως αναγνώρισης του κινήτρου ως επιβαρυντικός παράγοντας αφαιρεί από τον δικαστή την δυνατότητα επιβολής αυστηρότερης ποινής με αποτέλεσμα να μην λειτουργεί ο αποτρεπτικός χαρακτήρας που την συνοδεύει.
Άρα η ορθή διερεύνηση από την αστυνομία με όλα τα συνδεδεμένα στοιχεία, και την αναγνώριση κοινών χαρακτηριστικών των επιθέσεων και των θυμάτων είναι η μόνη οδός να οδηγηθεί το μαρτυρικό υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου με πληρότητα ώστε ο δικαστής να έχει πλήρη εικόνα της υπόθεσης κατά την επιμέτρηση και επιβολή της ποινής .
Η ενημέρωση των διανομέων για μέτρα αυτοπροστασίας είναι χρήσιμη. Η ευθύνη για την ασφάλειά τους, όμως, δεν μπορεί να μετακαλείται στους ίδιους. Χρειάζονται αποτελεσματικά μέτρα από τις αρμόδιες αρχές και συγκεκριμένες ρυθμίσεις από τις εταιρείες διανομής για άμεση υποστήριξη εργαζομένων που απειλούνται ή δέχονται επίθεση.
Κάθε διανομέας δικαιούται να εργάζεται με ασφάλεια και αξιοπρέπεια και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνονται ανεκτές συμπεριφορές που αποτρέπουν την εργασία και διασπούν τον κοινωνικό ιστό.
Η επανάληψη των επιθέσεων επιβάλλει συνεχή παρακολούθηση, και αξιολόγηση των παρεμβάσεων, καθότι η επανάληψη των περιστατικών αυτών, καταδεικνύει την ύπαρξη συγκεκριμένου μοτίβου επιθέσεων εναντίον υπηκόων τρίτων χωρών, που αν το κίνητρο της προκατάληψης στοιχειοθετηθεί τότε οδηγούμαστε πλέον ενώπιον εγκλημάτων μίσους.
Το ζήτημα δεν επιφανειακό, διαβρώνει ανυποψίαστα την ανθρώπινη οικογένεια και δημιουργεί εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους, που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό σε μια δημοκρατική κοινωνία.
Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω αναγκαία:
Την άμεση και ολοκληρωμένη διερεύνηση των νέων περιστατικών, με ουσιαστική εξέταση τυχόν ρατσιστικού κινήτρου.
Την αξιολόγηση της εφαρμογής των οδηγιών και του ερωτηματολογίου για την αναγνώριση δεικτών προκατάληψης.
Την επανεξέταση των μέτρων πρόληψης και αστυνόμευσης, βάσει των νεότερων δεδομένων και σε συνεργασία με τους διανομείς και τις εταιρείες.
Τη διασφάλιση προσβάσιμων τρόπων καταγγελίας και ουσιαστικής υποστήριξης των θυμάτων, με αντιμετώπιση τυχόν γλωσσικών ή άλλων εμποδίων.
Τη συστηματική καταγραφή και αξιολόγηση των περιστατικών και της έκβασης των υποθέσεων, ώστε να εντοπίζονται επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά και αδυναμίες στο χειρισμό τους.
Η παρούσα τοποθέτηση υποβάλλεται στον Αρχηγό Αστυνομίας για τις πιο πάνω ενέργειες καθώς και την επικαιροποιημένη ενημέρωση του Γραφείου μου για τις εξελίξεις που έλαβαν χώρα σχετικά με τα μέτρα που λαμβάνονται για το κίνητρο της προκατάληψης, καθώς και για τα αποτελέσματα της έρευνας των υπό κρίση υποθέσεων.



























