ΚΥΠΕ
Την προσθήκη νέου μάρτυρα στον κατάλογο μαρτύρων κατηγορίας στην υπόθεση εγγράφων των Κεντρικών Φυλακών ενέκρινε την Τρίτη το Κακουργιοδικείο, απορρίπτοντας την ένσταση της υπεράσπισης, η οποία είχε αμφισβητήσει την αναγκαιότητα προσθήκης του συγκεκριμένου μάρτυρα.
Διαβάζοντας την απόφαση επί του ζητήματος, το δικαστήριο έκρινε ότι η Κατηγορούσα Αρχή είχε τηρήσει τις απαιτήσεις γνωστοποίησης προς την υπεράσπιση, όπως προβλέπονται στο νόμο, καθώς είχε ενημερώσει μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 15 Οκτωβρίου 2026 για την πρόθεση προσθήκης μάρτυρα, ενώ σε νεότερο μήνυμα προς την υπεράσπιση ενημέρωνε για το όνομά του και τη φύση της μαρτυρίας του.
Όπως ανέφερε το δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 111 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, πρόσωπο του οποίου το όνομα δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο δεν μπορεί να κληθεί από την Κατηγορούσα Αρχή για να καταθέσει στη δίκη, εκτός εάν έχει προηγουμένως δοθεί γραπτή ειδοποίηση στον κατηγορούμενο ή τον δικηγόρο του, στην οποία αναφέρονται το όνομα του μάρτυρα και η ουσία της μαρτυρίας του. Ο νόμος προβλέπει, ωστόσο, συγκεκριμένες εξαιρέσεις από την υποχρέωση αυτή.
Παράλληλα, σημείωσε ότι πρέπει να μεσολαβεί επαρκής χρόνος μεταξύ της ειδοποίησης και της κλήτευσης του μάρτυρα, ώστε να μην αιφνιδιάζεται η υπεράσπιση, η οποία σε τέτοια περίπτωση μπορεί να ζητήσει χρόνο για να προετοιμαστεί. «Η υπεράσπιση δεν πρέπει να καταλαμβάνεται εξαπίνης», επεσήμανε.
Συμπλήρωσε επίσης, ότι η διαδικασία προσθήκης μαρτύρων «πρέπει να γίνεται με φειδώ», σημειώνοντας πως η συνεχής προσθήκη μαρτύρων προς πλήρωση κενών της υπόθεσης «είναι γενικώς ανεπιθύμητη», υπό το πρίσμα και της αρχής της δίκαιης δίκης. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η δυνατότητα κλήτευσης πρόσθετων μαρτύρων δεν είναι ανέλεγκτη, αλλά εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Κακουργιοδικείο έλαβε υπόψη ότι αποτελούσε κοινή θέση των δύο πλευρών πως είχε προηγηθεί σχετική αλληλογραφία, ενώ το άρθρο 111 της Ποινικής Δικονομίας δεν καθορίζει ελάχιστο χρονικό διάστημα για την ενημέρωση της υπεράσπισης. «Στη βάση όλων των πιο πάνω, οι απαιτήσεις γνωστοποίησης έχουν τηρηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή», πρόσθεσε.
Επιπλέον, σημείωσε ότι το αίτημα της Κατηγορούσας Αρχής υποβλήθηκε πριν από την έναρξη της διαδικασίας και ότι η μαρτυρία του νέου μάρτυρα αφορά τεκμήρια που φέρονται να παραλήφθηκαν από την οικία του τρίτου κατηγορούμενου και σχετίζονται άμεσα με την ουσία της υπόθεσης.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου προσώπου έχει τυπικό χαρακτήρα, το δικαστήριο ανέφερε ότι ο νομοθέτης προβλέπει ρητά, στο άρθρο 111(γ), την περίπτωση μάρτυρα τυπικού χαρακτήρα, εξαιρώντας την από την απαίτηση προηγούμενης γραπτής ειδοποίησης.
Ως εκ τούτου, έκρινε ότι η δυνατότητα κλήτευσης του συγκεκριμένου μάρτυρα δεν εξαρτάται από το κατά πόσον η μαρτυρία του είναι τυπική ή ουσιαστική.
Την ίδια ώρα, σημείωσε ότι «δεν προκύπτει εκ πρώτης όψεως δυσμενής επηρεασμός των κατηγορουμένων».
«Η διακριτική μας ευχέρεια πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος της Κατηγορούσας Αρχής», κατέληξε το Κακουργιοδικείο, εγκρίνοντας τελικά το αίτημα και δίνοντας άδεια για την προσθήκη του ονόματος του νέου μάρτυρα στον κατάλογο μαρτύρων κατηγορίας.
Μετά την ανάγνωση της απόφασης, η υπεράσπιση της πρώτης κατηγορούμενης ζήτησε αναβολή της σημερινής δικασίμου, με τη διαδικασία να ορίζεται για συνέχιση στις 5 Νοεμβρίου, στις 09:30.
Υπενθυμίζεται ότι κατηγορούμενοι στην υπόθεση είναι η πρώην Διευθύντρια των Κεντρικών Φυλακών, Άννα Αριστοτέλους, η πρώην Υποδιευθύντρια, Αθηνά Δημητρίου, πέντε μέλη του σωφρονιστικού ιδρύματος και ένα πρώην μέλος, νυν αστυνομικός.
Αντιμετωπίζουν κατηγορίες που αφορούν, μεταξύ άλλων, συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος, κλοπή κρατικής περιουσίας και κατάχρηση εξουσίας, σε σχέση με τη μεταφορά εγγράφων, σχεδίων και ψηφιακών δεδομένων εκτός των Φυλακών.




























