ΚΥΠΕ
Αναφορές σε ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες μελών της Αστυνομίας, περιλαμβανομένου του νυν Αρχηγού Αστυνομίας, Θεμιστού Αρναούτη, έγιναν σήμερα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κατά τη συνέχιση της ακροαματικής διαδικασίας στην υπόθεση αυτοχειρίας του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου, τον Σεπτέμβριο του 2019.
Κατά την αντεξέταση του ποινικού ανακριτή Ανδρέα Ανδρέου από τον δικηγόρο μιας εκ των κατηγορουμένων που είναι λειτουργός των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας (ΥΚΕ), Βίκτωρα Ακάμα, ακούστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι δύο ανεξάρτητοι ποινικοί ανακριτές, Ανδρέας Ανδρέου και Μόδεστος Πογιατζής, οι οποίοι διορίστηκαν από τον τότε Γενικό Εισαγγελέα για τη διενέργεια ποινικής έρευνας σχετικά με τον θάνατο του παιδιού, είχαν προχωρήσει σε εισηγήσεις για ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες τόσο λειτουργών των ΥΚΕ, όσο και μελών της Αστυνομίας.
Ερωτηθείς από τον κ. Ακάμα αν από την ποινική έρευνα προέκυψαν εισηγήσεις για ενδεχόμενη διάπραξη ποινικών αδικημάτων από αστυνομικούς, ο κ. Ανδρέου απάντησε πως «έγιναν εισηγήσεις και εναντίον μελών της Αστυνομίας για παραλείψεις τέλεσης του καθήκοντός τους από μέρους μας, πλην όμως οι οδηγίες που λάβαμε ήταν να προχωρήσει η ποινική μόνο ενός μέλους». Πρόσθεσε δε ότι, «εξ όσων γνωρίζω, δικάζεται σε ξεχωριστή διαδικασία για παραμέληση καθήκοντος».
Ο μάρτυρας ανέφερε ακόμη ότι, στα πλαίσια των καθηκόντων του, είχε παραλάβει το πόρισμα της διοικητικής έρευνας της Αστυνομίας που είχε διενεργήσει ο τότε Βοηθός Αρχηγός Αστυνομίας, Ανδρέας Κουσιουμής, σχετικά με την υπόθεση, λέγοντας συγκεκριμένα πως «παρέλαβα από τον κ. Κουσιουμή την εν λόγω έρευνα, που αν δεν με απατά η μνήμη μου είναι καταχωρημένη ως τεκμήριο».
Σε ερώτηση του κ. Ακάμα κατά πόσον από την ποινική διερεύνηση προέκυψαν ευθύνες για τον νυν Αρχηγό Αστυνομίας, Θεμιστό Αρναούτη, ο μάρτυρας απάντησε αρχικά ότι «θα πρέπει να κοιτάξω το πόρισμα για να απαντήσω αν εισηγηθήκαμε».
Ακολούθως, αφού ανέτρεξε στο σχετικό πόρισμα, ανέφερε πως «ναι υπάρχει εισήγηση. Έγινε ένα περιστατικό, καταγγέλθηκε στην Αστυνομία από τη μητέρα του Στυλιανού, το περιστατικό καταγράφηκε στο ημερολόγιο στις 16 Μαρτίου 2013 και σύμφωνα με την εγκύκλιο του Αρχηγού Αστυνομίας 2017, για τη βία στην οικογένεια, θα έπρεπε σαν σταθμάρχης να μεριμνήσει, ώστε ο ανακριτής που έλαβε την καταγγελία για επίθεση να διενεργήσει αυτεπάγγελτη έρευνα για αναζήτηση μαρτυρίας από άλλα πρόσωπα και να προβεί σε ανάκριση του θύτη με σκοπό τη συλλογή μαρτυρίας".
"Ως εκ τούτου, γίνεται διαπίστωση ότι ενδεχομένως να υπάρχει στοιχειοθέτηση του αδικήματος της παραμέλησης υπηρεσιακού καθήκοντος, όπως ορίζεται στο άρθρο 134 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, για τον λόγο ότι δεν είχε συμμόρφωση», πρόσθεσε.
Σε ερώτηση για τον αριθμό των μελών της Αστυνομίας για τα οποία υπήρξαν εισηγήσεις, ο ποινικός ανακριτής απάντησε ότι επρόκειτο για «14 μέλη της Αστυνομίας, επιπλέον του κατηγορούμενου στην άλλη υπόθεση», ενώ σε διευκρινιστική ερώτηση αν πρόκειται συνολικά για 15 μέλη, απάντησε: «Νομίζω ναι».
Ακολούθως, ο κ. Ακάμας ανέφερε ότι, σύμφωνα με τη διοικητική έρευνα της Αστυνομίας, είχαν γίνει 21 καταγγελίες από τη μητέρα του Στυλιανού για περιστατικά βίας στην οικογένεια, χωρίς να διερευνηθεί οποιαδήποτε από αυτές, με τον μάρτυρα να απαντά καταφατικά.
Η αντεξέταση του μάρτυρα από τον κ. Ακάμα συνεχίστηκε με εκτενή αναφορά στις ενέργειες της κατηγορούμενη και στις καταχωρήσεις των ΥΚΕ σε σχέση με τις συνθήκες διαβίωσης του ανήλικου.
Μεταξύ άλλων, τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αναφορές σύμφωνα με τις οποίες ο Στυλιανός παρουσιαζόταν το 2011 «πιο συνεργάσιμος» και ότι «του άρεσε το σχολείο», με τον ποινικό ανακριτή να συμφωνεί με το περιεχόμενο των σχετικών καταχωρήσεων.
Σε ερώτηση κατά πόσο από την ποινική διερεύνηση προέκυψε οποιαδήποτε εξειδικευμένη κρίση ότι τα όσα ανέφερε ο Στυλιανός σχετικά με τις συνθήκες διαβίωσής του και τα περιστατικά βίας στην οικογένεια ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ο κ. Ανδρέου απάντησε ότι «όσοι χειρίστηκαν τον Στυλιανό έδωσαν κατάθεση», προσθέτοντας, παράλληλα, ότι «δεν θυμάμαι να αναφέρθηκε ότι ο Στυλιανός έλεγε ψέματα ή έφτιαχνε φανταστικές ιστορίες».
Κατά τη συνέχεια της αντεξέτασης τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αναφορές και καταχωρήσεις της κατηγορούμενης σχετικά με επισκέψεις στην οικία της οικογένειας, επαφές με το σχολείο και ενέργειες για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης του Στυλιανού.
Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι από όλους τους λειτουργούς των ΥΚΕ που χειρίστηκαν την υπόθεση, η εν λόγω κατηγορούμενη «φαίνεται να έκανε τις πιο πολλές καταχωρήσεις» και ότι πραγματοποιούσε επισκέψεις τόσο στο σπίτι όσο και στο σχολείο του ανήλικου.
Παράλληλα, σημείωσε ότι «κάποια πράγματα φαίνεται να έγιναν» από πλευράς ΥΚΕ, διευκρινίζοντας,, ωστόσο ότι η θέση των ανακριτών ήταν πως «δεν έγιναν όλες οι ενέργειες που έπρεπε να γίνουν».
Όπως ανέφερε, φαίνεται να υλοποιήθηκαν ορισμένοι στόχοι που είχαν τεθεί από τις ΥΚΕ που αφορούσαν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης του Στυλιανού, όπως η επιδιόρθωση της κατοικίας, ενώ άλλοι, όπως η ψυχολογική στήριξη του παιδιού και η συμμετοχή του σε απογευματινά μαθήματα «φαίνεται να μην υλοποιήθηκαν».
Νωρίτερα, κατά την αντεξέταση του μάρτυρα από τον δικηγόρο άλλου κατηγορούμενου στην υπόθεση, Κωνσταντίνο Καζαντζή, τέθηκε ενώπιόν του κατάθεση που λήφθηκε το 2020 από τον ίδιο τον μάρτυρα, στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης και αφορούσε πληροφορία για κατ’ ισχυρισμό απόπειρα αυτοκτονίας του Στυλιανού στις 11 Μαΐου 2019.
Ερωτηθείς κατά πόσο η απόπειρα συνδεόταν με ερωτική απογοήτευση που βίωσε από συμμαθήτριά του, ο ποινικός ανακριτής απάντησε ότι δεν υπάρχει σαφής μαρτυρία που να τεκμηριώνει κάτι τέτοιο. Όπως ανέφερε, από τις μαρτυρίες συμμαθητών του προέκυπτε ότι ο 14χρονος είχε πει πως «ήταν πολλά και διάφορα» εκείνα που τον ώθησαν στην πράξη αυτή.
Η διαδικασία ενώπιον του δικαστηρίου ορίστηκε να συνεχιστεί στις 8 Ιουνίου, στις 11:00.
Υπενθυμίζεται ότι η υπόθεση αφορά τον θάνατο του 14χρονου Στυλιανού Κωνσταντίνου, τον Σεπτέμβριο του 2019, και εξετάζει κατά πόσο προκύπτουν ευθύνες τόσο εντός της οικογένειας όσο και από πλευράς κρατικών υπηρεσιών.
Στο επίκεντρο βρίσκεται το κατά πόσον υπήρξαν περιστατικά κακοποίησης ή παραμέλησης εντός της οικογένειας, κατά πόσον η μητέρα γνώριζε περιστατικά και δεν τα κατήγγειλε, καθώς και αν οι αρμόδιοι λειτουργοί των ΥΚΕ ενήργησαν επαρκώς ή αν παρέλειψαν να αξιολογήσουν και να ανταποκριθούν σε καταγγελίες που θα μπορούσαν να αποτρέψουν τον θάνατο του ανήλικου.




























