ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Ανθρακες ο θησαυρός της Βενεζουέλας;

Η συμφωνία Τραμπ για τον πετρελαϊκό πλούτο της χώρας υπόσχεται τεράστιες επενδύσεις

Γιάννης Παλαιολόγος

Γιάννης Παλαιολόγος

Η ανακοίνωση, αργά την προηγούμενη Παρασκευή (28/8), της «ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗΣ ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ» (τα κεφαλαία στο πρωτότυπο) από τον Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε στη διεθνή επικαιρότητα την υπόθεση της αμερικανικής επέμβασης στη Βενεζουέλα. Μετά τον «πόλεμο της μίας ώρας», όπως βάφτισε ο Αμερικανός πρόεδρος την επιχείρηση απαγωγής του Βενεζουελάνου δικτάτορα Νικολάς Μαδούρο τον περασμένο Ιανουάριο, η λατινοαμερικανική χώρα είχε φύγει από τα πρωτοσέλιδα – με εξαίρεση τους τρομερούς σεισμούς του περασμένου Ιουνίου που οδήγησαν στον θάνατο περισσότερους από 6.500 ανθρώπους.

Ο Τραμπ είχε δείξει από την πρώτη στιγμή –σε εκείνη την αλησμόνητη συνέντευξη Τύπου μετά την επιχείρηση κατά του Μαδούρο– το ενδιαφέρον του για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας. Η πολύπαθη χώρα έχει τα μεγαλύτερα αποθέματα στον κόσμο, αλλά είναι, ύστερα από δεκαετίες κακοδιαχείρισης και κυρώσεις, μόλις 19η στον κόσμο σε παραγωγή.

Σύμφωνα με την ανάρτηση του Αμερικανού προέδρου στο Truth Social, οι δύο πλευρές κατέληξαν σε ένα deal που δίνει στις ΗΠΑ «πλειοψηφικό έλεγχο» επί 65 δισεκατομμυρίων βαρελιών (πάνω από το 1/5 των γνωστών αποθεμάτων), «χωρίς κανένα κόστος για τον Αμερικανό φορολογούμενο». Βάσει στοιχείων που έδωσε στη δημοσιότητα ο Λευκός Οίκος, μια βενεζουελάνικη ιδιωτική εταιρεία, η North America Blue Energy Partners, απέκτησε δικαιώματα παραγωγής σε 17 κοιτάσματα για 100 χρόνια.

Βάσει της συμφωνίας, το υπουργείο Αμυνας των ΗΠΑ θα έχει μερίδιο 35% στη μητρική εταιρεία της NABEP, ενώ το Στέιτ Ντιπάρτμεντ θα έχει τη δυνατότητα αγοράς του 20% της παραγωγής σε τιμή κόστους. Οι ΗΠΑ θα έχουν επίσης δικαίωμα βέτο επί των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ΝΑΒΕΡ, η πλειοψηφία των οποίων θα είναι Αμερικανοί.

Σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο, με αυτή τη συμφωνία η εταιρεία γίνεται η δεύτερη μεγαλύτερη κάτοχος κοιτασμάτων πετρελαίου μετά τη σαουδαραβική Aramco.

Η μεταβατική πρόεδρος της χώρας (και πρώην αντιπρόεδρος του Μαδούρο) Ντέλσι Ροντρίγκες σε δική της ανακοίνωση είπε ότι η συμφωνία μπορεί να προσελκύσει 100 δισ. δολάρια σε επενδύσεις και να αποφέρει φορολογικά έσοδα ύψους 209 δισ. δολαρίων για τη Βενεζουέλα. Η Ροντρίγκες πάντως μίλησε για συμφωνία διάρκειας 25 ετών, όχι 100, όπως αναφέρει ο Λευκός Οίκος.

Ο αμφιλεγόμενος εταίρος

Η North America Blue Energy Partners ανήκει στον αμφιλεγόμενο επιχειρηματία Αλεχάντρο Μπετανκούρ, προβεβλημένο μέλος της γενιάς των Bolichicos – των νέων ολιγαρχών που έχτισαν τις περιουσίες τους μετά την επικράτηση του τσαβισμού. Ο Μπετανκούρ μέχρι πριν από λίγους μήνες ζούσε στο Ηνωμένο Βασίλειο και του είχε απαγορευτεί η έξοδος από τη χώρα έως την εκδίκαση ελβετικού αιτήματος έκδοσής του στο πλαίσιο έρευνας για ξέπλυμα μαύρου χρήματος.

Σύμφωνα με την Washington Post, μετά την επιχείρηση της 3ης Ιανουαρίου κορυφαίοι αξιωματούχοι της κυβέρνησης Τραμπ, από τη γενική εισαγγελέα Παμ Μπόντι, τον τότε αναπληρωτή γενικό εισαγγελέα (και σήμερα διάδοχο της Μπόντι) Τοντ Μπλανς και τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών Κρις Λάνταου, άσκησαν πιέσεις στις ελβετικές αρχές υπέρ του επιχειρηματία. Τον Μάιο, το αίτημα για έκδοση του Μπετανκούρ –που έχει συλληφθεί δύο φορές στη Βρετανία και ήταν υπό έρευνα επίσης στην Ισπανία αλλά και στις ΗΠΑ, επί της πρώτης προεδρίας Τραμπ, για τεράστια υπόθεση υπεξαίρεσης πόρων από την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία– απεσύρθη.

Ο 46χρονος Μπετανκούρ έγινε σε νεαρή ηλικία ισχυρός παίκτης στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, κερδίζοντας απευθείας αναθέσεις για την κατασκευή εργοστασίων μεταξύ 2009-2011. Το 2011 επεκτάθηκε στον κλάδο του πετρελαίου, με κοινοπραξία με την κρατική PDVSA. Η εταιρεία του σήμερα είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος ιδιώτης παραγωγός στη Βενεζουέλα.

Το ναρκοπέδιο της εφαρμογής

Από την πρώτη στιγμή, πάντως, που η πρωτοφανής αυτή συμφωνία είδε το φως της δημοσιότητας, έγινε δεκτή με έντονες επιφυλάξεις όσον αφορά τις πιθανότητες να πάρει σάρκα και οστά. Αναλυτές της αγοράς και πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι τόνισαν τις τεράστιες επενδύσεις που θα χρειαστούν για να αναβαθμιστούν οι παραγωγικές δυνατότητες της χώρας, αλλά και το ιστορικό εθνικοποιήσεων των περιουσιακών στοιχείων ξένων πολυεθνικών. Ανέδειξαν επίσης τις θολές προοπτικές μιας συμφωνίας που υπεγράφη από μια κυβέρνηση την οποία επέβαλαν και υποστηρίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες με την απειλή των όπλων. Μια καλή είδηση για τον Τραμπ ήταν η ανακοίνωση της Chevron την περασμένη εβδομάδα ότι σκοπεύει να επενδύσει 7 δισ. δολάρια ώστε να υπερδιπλασιάσει την παραγωγή της στα επόμενα πέντε χρόνια.

«Μια ποικιλία τεχνολογικών και πολιτικών εμποδίων στέκονται απέναντι στην υλοποίηση της συμφωνίας», λέει στην «Κ» ο Μάικλ Σίφτερ, που διδάσκει Λατινοαμερικανικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Georgetown και είναι μέλος του Council on Foreign Relations. Ο Σίφτερ, πρόεδρος από το 2010 έως το 2022 της δεξαμενής σκέψης Inter-American Dialogue, χαρακτηρίζει «αξιοσημείωτες» τις αρνητικές αντιδράσεις τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Βενεζουέλα.

«Υπάρχουν άφθονοι λόγοι για σκεπτικισμό», παρατηρεί. «Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο υπάρχουν σοβαρές αβεβαιότητες σχετικά με τις πιθανές αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό στις ΗΠΑ και στη Βενεζουέλα» και το εάν οι νέες κυβερνήσεις θα υποστηρίξουν τη συμφωνία.

Βολές εκ των έσω

Το deal με τον Τραμπ, όπως είναι φυσικό, έχει φέρει την Ντέλσι Ροντρίγκες σε δύσκολη θέση. Η ίδια επιμένει ότι η συμφωνία θα επιφέρει τον εκσυγχρονισμό της πετρελαιοβιομηχανίας της χώρας και ότι δεν υπονομεύεται η εθνική κυριαρχία της. Δέχεται όμως ήδη βολές κατά ριπάς από οπαδούς του τσαβισμού, μιας ιδεολογίας που βασίστηκε σε σημαντικό βαθμό στην ανάκτηση του ελέγχου των φυσικών πόρων της Βενεζουέλας από τις αμερικανικές πολυεθνικές.

Την κριτική τους απηχεί ο πρώην ειδικός απεσταλμένος του Τραμπ για τη Βενεζουέλα και το Ιράν, Eλιοτ Εϊμπραμς. Ο Εϊμπραμς μίλησε στο BBC για μια «πολύ κακή συμφωνία», με την οποία η Ροντρίγκες «παρέδωσε το 20% της εθνικής κληρονομιάς της χώρας χωρίς να πάρει τίποτα ως αντάλλαγμα. Νομίζω ότι απλώς συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις που δέχεται από την Ουάσιγκτον».

«Η θέση της Ντέλσι Ροντρίγκες στη Βενεζουέλα έχει κλονιστεί», σημειώνει ο Μάικλ Σίφτερ. «Η απογοήτευση από την κυβέρνησή της αυξήθηκε εξαιτίας των ιδιαίτερα κακών χειρισμών στην αντιμετώπιση των καταστροφικών πρόσφατων σεισμών. Οι φράξιες του τσαβισμού, αν και δεν βρίσκονται σε ανοιχτή εξέγερση, είναι δυσαρεστημένες με τη σχέση που έχει σφυρηλατήσει με την κυβέρνηση Τραμπ, ιδιαίτερα με την πρόσφατα ανακοινωθείσα συμφωνία πετρελαίου, η οποία έρχεται σε αντίθεση με τις βασικές πεποιθήσεις του καθεστώτος. Η συμφωνία μπορεί να της επιτρέψει να δείξει ότι προσπαθεί να βελτιώσει την οικονομία, αλλά οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές παροχής χειροπιαστών οφελών στον λαό της Βενεζουέλας είναι αρκετά αμυδρές».

Η μετέωρη μετάβαση

Oποια κι αν είναι η τύχη της μεσοπρόθεσμα, είναι σαφές ότι αυτή η συμφωνία ενισχύει τους δεσμούς μεταξύ της κυβέρνησης Τραμπ και της σημερινής ηγεσίας της Βενεζουέλας – κάτι το οποίο δεν διέλαθε την προσοχή της αντιπολίτευσης. Η ίδια η Μαρία Κορίνα Ματσάδο εξακολουθεί να αποφεύγει να επικρίνει δημοσίως τον Αμερικανό πρόεδρο και το επιτελείο του. Aλλοι δεν επέδειξαν την ίδια αυτοσυγκράτηση.

Απευθυνόμενος (μέσω X) στον Μάρκο Ρούμπιο, ο Ρικάρντο Χάουσμαν, φημισμένος οικονομολόγος του Χάρβαρντ και πρώην υπουργός Σχεδιασμού της Βενεζουέλας στην προ Τσάβες εποχή, του διεμήνυσε ότι μόλις έχασε την εμπιστοσύνη του λαού της Βενεζουέλας. «Επιλέξατε να χρησιμοποιήσετε την ισχύ των ΗΠΑ όχι για να απελευθερώσετε τους Βενεζουελάνους, αλλά για να συνεταιρισθείτε με τους καταπιεστές μας», τον κατηγόρησε. Ο Χάουσμαν μίλησε για «αρπαγή περιουσιακών στοιχείων» και «μια αντισυνταγματική συμφωνία με μια παράνομη καταπιεστική κυβέρνηση», την οποία η αμερικανική κυβέρνηση προτίμησε από την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης και της δημοκρατίας και τις διαβουλεύσεις «με μια νόμιμη κυβέρνηση που θα μπορούσε να είχε αναλάβει αξιόπιστες μακροπρόθεσμες δεσμεύσεις, εν ευθέτω χρόνω».

«Η νέα συμφωνία για το πετρέλαιο απλώς επιβεβαιώνει κάτι που ήταν ήδη σαφές – ότι η κυβέρνηση Τραμπ έχει ελάχιστο ενδιαφέρον για μια δημοκρατική μετάβαση στη Βενεζουέλα», σχολιάζει ο Μάικλ Σίφτερ. «Η προτεραιότητα είναι η άσκηση ελέγχου και εξουσίας και η προώθηση των επιχειρηματικών συμφερόντων, με σκοπό τη μεγιστοποίηση του κέρδους στον τομέα του πετρελαίου. Ενίοτε η αμερικανική κυβέρνηση, ειδικά ο υπουργός Εξωτερικών Ρούμπιο, κάνει κάποιες δηλώσεις σχετικά με τη δέσμευση στη δημοκρατία, αλλά ο πρόεδρος Τραμπ, ο οποίος λαμβάνει τις κρίσιμες αποφάσεις, δεν έχει δώσει καμία ένδειξη ότι ενδιαφέρεται να επιδιώξει αυτόν τον στόχο».

«Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν άσχημη φήμη στη Λατινική Αμερική – μια φήμη που, λυπάμαι που το λέω, ως επί το πλείστον τους αξίζει», έγραφε στις αρχές της εβδομάδας στο Substack του ο νομπελίστας των Οικονομικών, Πολ Κρούγκμαν. «Η κυβέρνησή μας έχει μακρά ιστορία υποστήριξης δικτατόρων, βοήθειας στην ανατροπή δημοκρατικών κυβερνήσεων και μερικές φορές ακόμη και αποστολής πεζοναυτών, συχνά για λογαριασμό αμερικανικών εταιρειών που προσπαθούν να λεηλατήσουν τους φυσικούς πόρους άλλων εθνών».

Η εικόνα αυτή τα τελευταία χρόνια είχε βελτιωθεί, όπως σημείωσε ο Κρούγκμαν. Οι πρακτικές του Τραμπ στη Βενεζουέλα συνιστούν μια άγαρμπη επιστροφή στις πιο μαύρες μέρες του αρπακτικού ιμπεριαλισμού. Η ζημιά –για την ίδια τη λατινοαμερικανική χώρα και για τη φήμη των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή– θα είναι τεράστια.

Η πολιορκία της Κούβας

Εν τω μεταξύ συνεχίζεται ο αμερικανικός ναυτικός αποκλεισμός της Κούβας που ξεκίνησε με την ανατροπή του Μαδούρο και έχει οδηγήσει στην εξάντληση των ενεργειακών αποθεμάτων του νησιού και σε σφοδρή ανθρωπιστική κρίση. Μιλώντας στο Fox News την περασμένη εβδομάδα, ο Ρούμπιο –γιος Κουβανών μεταναστών, για τον οποίο η πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος είναι σκοπός ζωής– δήλωσε ξανά ότι ο «στόχος» για την Κούβα είναι να «τεθεί σε μια μη αναστρέψιμη πορεία προς τη μετατροπή σε ένα φυσιολογικό, λειτουργικό κράτος» («και, τελικά, δημοκρατικό», πρόσθεσε στη συνέχεια). Γι’ αυτόν τον στόχο, σημείωσε, οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να «παίξουν έναν εποικοδομητικό ρόλο». Είναι πολύ πιθανόν ο Τραμπ, με την παρότρυνση του υπουργού των Εξωτερικών του, να προσπαθήσει να αντισταθμίσει με μια επιχείρηση λίγα χιλιόμετρα από τις ακτές της Φλόριντα τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζει σε άλλα μέρη του πλανήτη.

Οι αριθμοί

100 χρόνια είναι η διάρκεια της συμφωνίας.

17 κοιτάσματα πετρελαίου εκχωρούνται στις ΗΠΑ.

65 δισ. βαρέλια αργού εξασφαλίζει η Ουάσιγκτον.

20% των αποθεμάτων της χώρας διατίθεται στις ΗΠΑ.

100 δισ. δολάρια σε επενδύσεις ισχυρίζεται η Ροντρίγκες ότι θα φέρει η συμφωνία.

209 δισ. δολάρια θα είναι υποτίθεται τα φορολογικά έσοδα για τη Βενεζουέλα, αλλά οι ειδικοί αμφισβητούν αυτήν την εκδοχή.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Γιάννης Παλαιολόγος

Οικονομία: Τελευταία Ενημέρωση

Οι αναλυτές επιμένουν ότι η Κεντρική Τράπεζα δεν είναι διατεθειμένη να ασκήσει περαιτέρω πίεση σε μια ήδη εύθραυστη οικονομία ...
Kathimerini.com.cy
 |  ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ