Μιχάλης Περσιάνης
Η είσοδος της Meridiam αλλάζει ριζικά δεδομένα και ισορροπίες στο θέμα της ηλεκτρικής διασύνδεσης. Κι αυτό διότι η κίνηση -που φαίνεται πως αποτελεί επιτυχία της Αθήνας και δη του Μαξίμου, και η οποία ξάφνιασε πολλούς στη Λευκωσία- δίνει πειστικές απαντήσεις στα ερωτήματα και τις ανησυχίες που προκαλούσαν μέχρι σήμερα το πρωί ανησυχίες.
Καταρχάς, η συμφωνία δίνει επιτέλους μια απάντηση στο καίριο ερώτημα «πού είναι οι επενδυτές;», ένα ερώτημα στο οποίο οι απαντήσεις ήταν μέχρι τώρα αόριστες, ασαφείς και καθόλου πειστικές. Δεύτερο, με την πλειοψηφική θέση μιας καθόλου τυχαίας εταιρείας, οι εμπλεκόμενοι σε Αθήνα και Κύπρο –επενδυτές και επίσημοι φορείς- πλέον υπάγονται στην τεχνογνωσία και την επιχειρηματική κουλτούρα ενός σχήματος που εμπνέει περισσότερη εμπιστοσύνη από φορείς, ημικρατικούς και πολιτικά ελεγχόμενες καταστάσεις.
Τρίτο, δίνει απάντηση στο μεγάλο ζήτημα της βυθομέτρησης, το οποίο αποτελεί ακόμα το μεγάλο ερωτηματικό καθώς από τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης μελέτης θα προκύψουν πιο σαφείς απαντήσεις όσον αφορά στο τελικό κόστος, στο κόστος λειτουργίας, στα ζητήματα επιχειρησιακής ασφάλειας αλλά και τελικού χρονοδιαγράμματος.
Τέλος, η συμφωνία ενισχύει ακόμα περισσότερο τη γαλλική παρουσία, σε συνδυασμό και τον ρόλο της Nexans στο κατασκευαστικό κομμάτι, με σαφείς γεωπολιτικές προεκτάσεις, θετικές για την Κύπρο και την Ελλάδα. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρηθεί η παρουσία της Meridiam ως γαλλική εγγύηση, παρά την σαφή αναφορά του CEO της εταιρείας στη στήριξη του κ. Μακρόν: Τα ζητήματα φυσικής ασφάλειας δεν έχουν επιλυθεί. Ωστόσο, η συμφωνία δημιουργεί συνθήκες πιο ευνοϊκές από εκείνες που υφίσταντο μέχρι χθες και το διπλωματικό κόστος της Τουρκίας σε μια αντίδρασή της, είναι αυξημένο ουσιαστικά.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η υπόθεση πλέον ξεκλειδώνει, με την προοπτική (πραγματικού) ανοίγματος της αγοράς στην Κύπρο να είναι ορατή. Έτσι, στον ορίζοντα διαφαίνεται και το τέλος μιας σειράς από παρεκκλίσεις από το κεκτημένο, τις οποίες πληρώνει σήμερα ο καταναλωτής και οι οποίες λειτουργούν σε βάρος της οικονομίας και της εθνικής ασφάλειας. Αυτές οι εξαιρέσεις αποτελούν και σημαντικό κομμάτι του προστατευτισμού που απολαμβάνουν φορείς όπως είναι η ΑΗΚ και ορισμένοι ιδιώτες παραγωγοί, και μπορεί ενδεχομένως να εξηγούν και μέρος των αντιδρ΄σσεων εναντίων της ολοκλήρωσης του έργου.
Πρέπει να σημειωθεί επίσης πως αρκετοί αναλυτές σχολίαζαν μέχρι σήμερα πως, ενώ η διασύνδεση είναι θεμιτή έως και απαραίτητη, οι πιο ειλικρινείς ανησυχίες αφορούν στο ίδιο το έργο: Τεχνογνωσία, λεπτομέρειες, επενδυτές, απουσία βυθομέτρησης, χρονοδιάγραμμα, τελικό κόστος, διακυβέρνηση του πρότζεκτ κτλ. Αυτά τα ζητήματα πλέον επιλύονται σε μεγάλο βαθμό και, μαζί με τις ειλικρινείς ανησυχίες, μειώνονται και τα άλλοθι όσων δεν ήθελαν την ολοκλήρωση του έργου για λόγους άλλους από το εθνικό συμφέρον.
Η συμφωνία καθιστά ευκολότερη την χρηματοδότηση από την ΕΙB αλλά και από ιδιώτες, ενώ συμβάλλει με αυξημένο έλεγχο κόστους, διαχείρισης του ρίσκου, συμβολαίων και διαδικασιών.
Έτσι, η συμφωνία αλλάζει ριζικά τα δεδομένα, ακυρώνοντας πολλές από τις ενστάσεις και βάζοντας το έργο σε πολύ πιο ρεαλιστική πορεία υλοποίησης. Η στάση της Αθήνας –και πιθανών της Λευκωσίας- να κρατήσουν την όλη προσπάθεια για συμφωνία με την Meridiam μακριά από διαρροές, έχει επίσης καταστήσει «προληπτικές» κινήσεις από διάφορους «ενδιαφερόμενους», πιο δύσκολη, οδηγώντας σε κίνηση ματ η οποία πιστώνεται στο Μαξίμου.
Ωστόσο, το θέμα δεν πρέπει να θεωρείται λήξαν, ούτε πρέπει να θεωρηθεί πως το όλο πρότζεκτ κινείται προς υλοποίηση στο αμέσως επόμενο διάστημα. Πολλά ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα, περιλαμβανομένου και του τελικού μεριδίου της εταιρείας, πέρα από την αόριστη αναφορά σε «πλειοψηφικό». Επιπλέον, πρέπει να ξεκαθαρίσει σε ποιό βαθμό η εταιρεία έχει εξασφαλίσει την ελευθερία κινήσεων ως προς την διοίκηση και διεύθυνση του πρότζεκτ, με την υποσημείωση όμως πως δεν πρέπει να θεωρείται αρνητικό ένα ενδεχόμενο ελέγχου από την Meridiam στις διοικητικές αποφάσεις, αφού κάτι τέτοιο αντικαθιστά τις «συνήθεις» πρακτικές σε Αθήνα και Λευκωσία, με διεθνή πρότυπα, διαδικασίες και ελέγχους. Επιπλέον ερωτήματα υφίστανται επίσης ως προς τους όρους της συμφωνίας, περιλαμβανομένων ενδεχομένως και προϋποθέσεων και όρων σε περίπτωση αύξησης του κόστους ή του γεωπολιτικού ρίσκου.
Σε κάθε περίπτωση, η συμφωνία αλλάζει ριζικά το παιχνίδι στα θέματα ενέργειας για την Ελλάδα και κυρίως για την Κύπρο, ανοίγει το πεδίο για άρση στρεβλώσεων –περιλαμβανομένων και των εξαιρέσεων από το κεκτημένο- και δημιουργεί προοπτικές σαφώς πιο θετικές για το ενεργειακό ζήτημα.




























