Kathimerini.gr
Η εκτίναξη του πληθωρισμού και το κύμα ανατιμήσεων που έφερε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή πιέζουν τα οικονομικά των νοικοκυριών σε όλο τον πλανήτη. Για τους Ευρωπαίους, όμως, η ακρίβεια έχει πιο βαρύ ψυχολογικό κόστος. Λαοί που κρατούν ακόμη ζωντανή τη συλλογική μνήμη των στερήσεων και της ακρίβειας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου έχουν ενσωματώσει την ιδέα της λιτής ζωής και την αξία της αποταμίευσης στο DNA τους. Τώρα, το γεγονός ότι οι Ευρωπαίοι διστάζουν να βάλουν το χέρι στην τσέπη και να ξοδέψουν ακόμη και τα χρήματα που έχουν, είναι ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η ευρωπαϊκή οικονομία μένει πίσω σε σχέση με την αμερικανική.
«Κοιτούσα μερικά παπούτσια Jordan, αλλά μετά σκέφτηκα ότι ίσως είναι πάρα πολλά τα χρήματα και θα έπρεπε να τα φυλάξω», λέει στη Wall Street Journal ο Mατέι Μασάκ, ένας 24χρονος μηχανικός από την Τσεχία, που συνήθιζε να συλλέγει αθλητικά παπούτσια. Το πρόβλημά του δεν είναι ότι δεν έχει χρήματα, αλλά ότι φοβάται να τα ξοδέψει. Εχοντας αρχίσει να αποφεύγει ακόμη και τις μικρές αγορές, αποταμιεύει επιθετικά, βάζοντας συνήθως στην άκρη πάνω από τα μισά από όσα βγάζει. «Συνειδητοποίησα ότι αγοράζω λιγότερα πράγματα από ό,τι όταν είχα λιγότερα χρήματα», ομολογεί.
Πραγματικά, τα στοιχεία των συναλλαγών που επεξεργάστηκε η Visa αποδεικνύουν ότι τρία χρόνια μετά την κορύφωση του πληθωρισμού, οι καταναλωτές εξακολουθούν να αποταμιεύουν περισσότερα, περιορίζοντας τις δαπάνες τους στα αναγκαία. Η αναζωπύρωση του πληθωρισμού λόγω του πολέμου στο Ιράν απειλεί να πλήξει ακόμη περισσότερο το καταναλωτικό κλίμα.
Και ενώ οι Αμερικανοί δεν έχουν κανένα πρόβλημα να χρεώσουν τις πιστωτικές κάρτες τους έως το όριο, οι Ευρωπαίοι μένουν πιστοί στις αρχές της λιτότητας που έμαθαν από τους γονείς και τους παππούδες τους, οι οποίοι έζησαν την οικονομική καταστροφή που έφεραν οι πόλεμοι του 20ού αιώνα στην ήπειρο. Και όσο πηγαίνει κανείς πιο βόρεια, η νοοτροπία αυτή γίνεται εντονότερη. Δεν είναι τυχαίο ότι στα ολλανδικά και στα γερμανικά, η λέξη για το «χρέος» σημαίνει παράλληλα και «ενοχή».
Για αυτό και οι ευρωπαϊκές εταιρείες που φτιάχνουν μερικά από τα πιο επιθυμητά προϊόντα στον κόσμο –από πολυτελείς τσάντες έως ακριβά ρολόγια και ρούχα– στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στους Αμερικανούς και στους Ασιάτες καταναλωτές για την ανάπτυξή τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι από το 2019, η κατανάλωση των νοικοκυριών έχει αυξηθεί κατά 5,5% στην Ευρωζώνη και κατά 2% στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε ένα διάστημα που στις ΗΠΑ παρουσιάζει αύξηση 18%.
«Αυτό εξηγεί ένα αρκετά μεγάλο μέρος της διαφοράς στην ανάπτυξη μεταξύ των ΗΠΑ και της Ευρώπης τα τελευταία δύο χρόνια», τονίζει στη WSJ η Mαριέκε Μπλομ, επικεφαλής οικονομολόγος της ING.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι Ευρωπαίοι δεν έχουν χρήματα. Τα πραγματικά διαθέσιμα εισοδήματα στην Ευρωζώνη, προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό, είναι πλέον 8% υψηλότερα από ό,τι πριν από την πανδημία. Εάν τα νοικοκυριά επέστρεφαν στα προ πανδημίας επίπεδα αποταμίευσής τους, το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της Ευρωζώνης θα ήταν 1,3% μεγαλύτερο, υπολογίζει η Μπλομ.
«Η Ευρώπη θα έκανε πραγματικά μια χάρη στον εαυτό της αν ενίσχυε την εγχώρια ζήτηση. Αυτό αποτελεί τεράστια τροχοπέδη για μια οικονομία», σημειώνει η Μπλομ.
Μέτρα όπως οι μειώσεις φόρων θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην ενίσχυση των δαπανών, αλλά πολλές κυβερνήσεις δεν έχουν τα περιθώρια, καθώς πιέζονται από τα υψηλά επίπεδα χρέους, τις αμυντικές δαπάνες και το κόστος της γήρανσης του πληθυσμού.
Τα νοικοκυριά της Ευρωζώνης αποταμίευσαν περίπου το 15% του διαθέσιμου εισοδήματός τους πέρυσι, έναντι 12,5% πριν από την πανδημία. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο δείκτης αποταμίευσης είναι σχεδόν διπλάσιος από ό,τι πριν από τον κορωνοϊό. Εν τω μεταξύ, το ποσοστό αποταμίευσης των Αμερικανών έχει μειωθεί πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα όπου βρισκόταν πριν από την πανδημία.
Σε ένα εύπορο προάστιο του Λονδίνου, η Σέλι Περέρα, που συνήθιζε να ξοδεύει ελεύθερα για θεατρικές παραστάσεις, ακριβά εστιατόρια και μακρινές διακοπές σε μέρη όπως η Κένυα, δεν επιτρέπει πια στον εαυτό της τέτοιες πολυτέλειες, μετά την πληθωριστική κρίση του 2022. Πλέον, ψωνίζει σε φθηνότερο σούπερ μάρκετ και αγοράζει προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, αφού επιλέγει να αποταμιεύει περισσότερα. «Είχαμε έναν αρκετά ωραίο τρόπο ζωής και τώρα έχουμε κάνει τόσο πολλές περικοπές», εξηγεί στη WSJ. «Εχουμε την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουμε, αλλά τώρα απλώς αρνούμαστε να το κάνουμε», προσθέτει.
Πολλοί Ευρωπαίοι, ιδίως ανάμεσα στις νεότερες γενιές, ανησυχούν ότι οι κρατικές συντάξεις δεν θα μπορέσουν να τους συντηρήσουν, για αυτό και προσπαθούν να βάζουν στην άκρη περισσότερα.
Και την ίδια στιγμή, πολλοί παραμένουν επιφυλακτικοί απέναντι στις επενδύσεις, κρατώντας το ένα τρίτο των χρημάτων τους σε μετρητά ή σε καταθετικούς λογαριασμούς, τα επιτόκια των οποίων συχνά δεν καλύπτουν καν τον πληθωρισμό. Εάν διοχέτευαν τα τρισεκατομμύρια ευρώ που έχουν «παρκάρει» σε τραπεζικούς λογαριασμούς σε πιο παραγωγικές επενδύσεις, αυτό θα βοηθούσε και την ευρωπαϊκή οικονομία, υποστηρίζουν αναλυτές.




























