Kathimerini.com.cy
Σε παρέμβασή της υπό την ιδιότητα της υπεύθυνης για το Χαρτοφυλάκιο Υγείας του Συμβουλίου Παρακολούθησης Κυβερνητικού Έργου, η Αναστασία Ανθούση αναφέρει πως «ως η πολιτική δύναμη που υλοποίησε το ΓεΣΥ, δεν εφησυχαζόμαστε και δεν αρκούμαστε μόνο στην υπεράσπιση της μεγαλύτερης κοινωνικής μεταρρύθμισης του τόπου».
Παράλληλα προσθέτει πως «διεκδικούμε την εξέλιξή της και τη συνεχιζόμενη βελτίωση της. Το ΓεΣΥ δεν χρειάζεται διαχειριστές της καθημερινότητας, αλλά χρειάζεται πολιτική ηγεσία με σχέδιο, αποφασιστικότητα και όραμα για την επόμενη ημέρα, ώστε να παραμείνει βιώσιμο, αποτελεσματικό και αντάξιο των προσδοκιών της κυπριακής κοινωνίας, έτσι όπως το οραματιστήκαμε και το σχεδιάσαμε».
Αναλυτικά η ανακοίνωση :
Η έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας και του Ευρωπαϊκού Παρατηρητηρίου για τα Συστήματα και τις Πολιτικές Υγείας αποτελεί μια τεκμηριωμένη αποτίμηση της πορείας του Γενικού Συστήματος Υγείας μέχρι σήμερα.
Το πρώτο και αδιαμφισβήτητο συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι το ΓεΣΥ πέτυχε τον βασικό του στόχο. Πέτυχε την καθολική πρόσβαση των πολιτών στις υπηρεσίες φροντίδας υγείας, παρέχοντας πλήρη ιατροφαρμακευτική κάλυψη σε κάθε πολίτη από τη στιγμή της γέννησής του. Μια ιστορική κοινωνική μεταρρύθμιση, που μέσα από συμπληγάδες, άλλαξε οριστικά τον χάρτη της δημόσιας υγείας στην Κύπρο και αποτελεί πλέον κοινωνική κατάκτηση που οφείλουμε όλοι μας να διαφυλάξουμε.
Ταυτόχρονα, όμως, η έκθεση καταγράφει με σαφήνεια ότι πέντε χρόνια μετά την πλήρη εφαρμογή του ΓεΣΥ και τέσσερα χρόνια μετά το πέρας της Πανδημίας, εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες. H πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας δεν ασκεί σήμερα αποτελεσματικά τον θεμελιώδη ρόλο του «gatekeeper» του συστήματος, με αποτέλεσμα την υπερβολική χρήση εξειδικευμένων υπηρεσιών. Οι αδυναμίες στους μηχανισμούς παραπομπής και τα υφιστάμενα οικονομικά κίνητρα περιορίζουν την αποτελεσματικότητα του συστήματος, προκαλούν στρεβλώσεις και επηρεάζουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητά του.
Οι διαπιστώσεις αυτές έρχονται να επιβεβαιώσουν τις ανησυχίες μας . Αποτελούν ζητήματα που έπρεπε να είχαν ήδη αντιμετωπιστεί μέσα από έναν ενεργό, ισχυρό εποπτικό ρόλο του κράτους, αξιοποιώντας τα δεδομένα που πλέον συλλέγονται από το ίδιο το σύστημα εφαρμόζοντας στοχευμένες πολίτικες. Αντί αυτού, η Κυβέρνηση τα τελευταία τρία χρόνια, αρκέστηκε στη διαχείριση της καθημερινότητας ενός συστήματος που παρέλαβε ήδη εδραιωμένο στη συνείδηση των πολιτών, χωρίς να προχωρήσει στις αναγκαίες παρεμβάσεις που απαιτούσε ο αρχικός σχεδιασμός και η φυσική του εξέλιξη.
Αντί της σύγχρονης διακυβέρνησης, της αξιοποίησης δεδομένων και στοχευμένων παρεμβάσεων για ενίσχυση της ποιότητα και απομόνωσης αυτών που εκμεταλλεύονται τις αδυναμίες του συστήματος, η Κυβέρνηση επέλεξε την αδράνεια, καταφεύγοντας σε οριζόντιες προσεγγίσεις «τιμωρώντας» το σύνολο των παρόχων, αντί να στοχεύουν εκεί όπου πραγματικά εντοπίζονται φαινόμενα καταχρήσεων.
Η βιωσιμότητα του ΓεΣΥ δεν μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με την συγκράτηση των δαπανών επικαλούμενοι συνεχώς τον σφαιρικό προϋπολογισμό. Απαιτείται η συνεχής βελτίωση του συστήματος, βασιζόμενη στην ανάλυση πραγματικών δεδομένων, στην τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων, στη διαφάνεια, στη λογοδοσία, στην ενίσχυση της πρωτοβάθμιας φροντίδας και στην επιβράβευση της ποιότητας των προσφερόμενων υπηρεσιών υγείας.
Η επόμενη ημέρα του ΓεΣΥ απαιτεί πολιτική βούληση και στρατηγική. Απαιτεί ένα κράτος που να ασκεί ουσιαστικό εποπτικό ρόλο. Να αξιοποιεί τα δεδομένα για τη χάραξη πολιτικής, να εντοπίζει έγκαιρα τις στρεβλώσεις και να πατάσσει αποτελεσματικά τις καταχρήσεις, προστατεύοντας τόσο τους ασθενείς όσο και όσους έντιμους παρόχους στηρίζουν καθημερινά το σύστημα.
Ως η πολιτική δύναμη που σχεδίασε, προώθησε και υλοποίησε το ΓεΣΥ, δεν αρκούμαστε στην υπεράσπιση της μεγαλύτερης κοινωνικής μεταρρύθμισης του τόπου. Διεκδικούμε την εξέλιξή της. Το ΓεΣΥ δεν χρειάζεται διαχειριστές της καθημερινότητας. Χρειάζεται πολιτική ηγεσία με σχέδιο, αποφασιστικότητα και όραμα για την επόμενη ημέρα, ώστε να παραμείνει βιώσιμο, αποτελεσματικό και αντάξιο των προσδοκιών της κυπριακής κοινωνίας. Την ευθύνη δεν φέρουν οι εκάστοτε Υπουργοί Υγείας της κυβέρνησης Χριστοδουλίδη. Δεν μπορεί η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας να αλλάζει διαρκώς, σε ένα ατελείωτο παιχνίδι «μουσικών καρεκλών», πριν καν προλάβει ο εκάστοτε Υπουργός να κατανοήσει σε βάθος τις πραγματικές ανάγκες και τις χρόνιες παθογένειες.
Η μεταρρύθμιση της Υγείας απαιτεί συνέχεια, σταθερότητα, συνέπεια και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Όταν οι αλλαγές προσώπων προηγούνται της υλοποίησης πολιτικών, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η Υγεία δεν αντιμετωπίζεται ως στρατηγική προτεραιότητα, αλλά ως πεδίο διαχείρισης πολιτικών σκοπιμοτήτων.



























