ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Έρευνα - Η άλλη όψη των ισραηλινών επενδύσεων

Τρεις αναπτύξεις, η κρατική ευθύνη για ισονομία και μια συζήτηση πολύ μεγαλύτερη από «παρατυπίες» και «προνομιακή μεταχείριση»

Θανάσης Φωτίου

Θανάσης Φωτίου

Σε Λατσί, Τρόζενα και Πολεμίδια, τρεις διαφορετικές περιοχές της Κύπρου, βρίσκονται σε εξέλιξη τρεις διαφορετικές αναπτύξεις ισραηλινών συμφερόντων. Καθεμιά για διαφορετικούς λόγους, βρέθηκαν τους προηγούμενους μήνες στην επικαιρότητα, εγείροντας ζητήματα που σχετίζονται με την πολεοδομική ή περιβαλλοντική αδειοδότηση, τη χωροθέτηση και τις επιπτώσεις των αναπτύξεων στις περιοχές όπου προωθούνται.

Στο Λατσί, ένα μεγάλο ξενοδοχειακό συγκρότημα έφτασε στο τελικό στάδιο ολοκλήρωσής του, ενώ κρίσιμα ζητήματα που αφορούσαν την αδειοδότησή του εξακολουθούσαν να εκκρεμούν. Στην Τρόζενα, ένα σχεδόν εγκαταλελειμμένο χωριό της επαρχίας Λεμεσού βρίσκεται στο επίκεντρο ενός φιλόδοξου σχεδίου αναβίωσης από επενδυτή ισραηλινών συμφερόντων, το οποίο είχε ήδη προχωρήσει σημαντικά όταν οι αρμόδιες αρχές διαπίστωσαν ότι δεν είχαν εξασφαλιστεί οι απαιτούμενες άδειες. Και στα Πολεμίδια, η ανέγερση ενός εβραϊκού σχολείου δυναμικότητας μέχρι 1.500 μαθητών προωθείται σε μια περιοχή που ήδη δοκιμάζεται από σοβαρά κυκλοφοριακά και πολεοδομικά προβλήματα, με τον Δήμο να καταγγέλλει ότι δεν ζητήθηκαν καν οι απόψεις του για την ανάπτυξη, την ώρα που στον χώρο είχαν ήδη αρχίσει χωματουργικές εργασίες.

Πρώτα κτίζω, μετά ζητώ άδεια

Σε ό,τι αφορά στο ξενοδοχείο στο Λατσί, η ανάπτυξη στον χώρο του πρώην Elia Latchi / Zening Hotel Eco Resort, βρέθηκε στο επίκεντρο δημοσιογραφικής έρευνας της «Κ» η οποία ανέδειξε πως οι εργασίες προχώρησαν ή ολοκληρώθηκαν παρά τις εκκρεμότητες και τις καθυστερήσεις στην έκδοση των απαραίτητων οικοδομικών και πολεοδομικών αδειών, πραγματοποιήθηκαν αυθαίρετες προσθήκες (τρίτος όροφος και άλλες υποδομές) και αγνοήθηκαν οδηγίες για αναστολή εργασιών και κατεδάφιση των μη εγκεκριμένων προσθηκών, έγιναν χειρισμοί και πάρθηκαν αποφάσεις του οδήγησαν ουσιαστικά σε συγχώρηση ή νομιμοποίηση των παρεκκλίσεων του ιδιοκτήτης.

Η ανάπτυξη στον χώρο του πρώην Elia Latchi / Zening Hotel Eco Resort, βρέθηκε στο επίκεντρο δημοσιογραφικής έρευνας της «Κ» η οποία ανέδειξε πως οι εργασίες προχώρησαν ή ολοκληρώθηκαν παρά τις εκκρεμότητες και τις καθυστερήσεις στην έκδοση των απαραίτητων οικοδομικών και πολεοδομικών αδειών

Οι τρεις περιπτώσεις θα μπορούσαν να θεωρηθούν επεισόδια της γνώριμης κυπριακής (πολεοδομικής και άλλων μορφών) αταξίας

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο πρώην διευθυντής Αδειοδότησης του ΕΟΑ Πάφου, Ηρακλής Αχνιώτης, αρνιόταν επί μήνες να βάλει την υπογραφή του στην έκδοση της οικοδομικής άδειας, παρά τις πιέσεις που δεχόταν να «κλείσει» το θέμα. Η άρνησή του βασιζόταν στο γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης του έργου προχωρούσε προκλητικά τις κατασκευαστικές εργασίες και ολοκλήρωνε το ξενοδοχείο παραβιάζοντας το πολεοδομικό πλαίσιο, ενώ εκκρεμούσαν καραμπινάτες αυθαίρετες κατασκευές και παρανομίες στο τεμάχιο.

 

Ο πρώην διευθυντής Αδειοδότησης του ΕΟΑ Πάφου, Ηρακλής Αχνιώτης, αρνιόταν επί μήνες να βάλει την υπογραφή του στην έκδοση της οικοδομικής άδειας, παρά τις πιέσεις που δεχόταν να «κλείσει» το θέμα.

Στην Τρόζενα, η ανάπτυξη παρουσιάζει μια πιο σύνθετη εικόνα. Πρόκειται για ένα χωριό που εγκαταλείφθηκε πριν από δεκαετίες. Ο σχεδιασμός της επένδυσης προβλέπει 60 κατοικίες με βάση την αποκατάσταση παλαιών κατοικιών, τουριστικές υποδομές, κατασκηνωτικό χώρο και οινοποιείο. Στην περιοχή καταγράφηκαν χωματουργικές και άλλες παρεμβάσεις, καθώς και εκτεταμένες οικοδομικές εργασίες βαριάς φύσεως ενώ οι αιτήσεις αδειοδότησης βρίσκονταν ακόμη υπό εξέταση, με το Τμήμα Περιβάλλοντος και τον ΕΟΑ Λεμεσού να ζητούν στη συνέχεια συνολικό master plan και αναστολή όσων εργασιών απαιτούσαν άδεια.

Στην Τρόζενα, η ανάπτυξη παρουσιάζει μια πιο σύνθετη εικόνα

Ο σχεδιασμός της επένδυσης προβλέπει 60 κατοικίες με βάση την αποκατάσταση παλαιών κατοικιών, τουριστικές υποδομές, κατασκηνωτικό χώρο και οινοποιείο.

Η σημασία όσων έλαβαν χώρα προσλαμβάνει ακόμα μεγαλύτερη διάσταση από το γεγονός ότι η περιοχή συνδέεται με το δίκτυο Natura 2000. Περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν καταγγείλει επιχωματώσεις, κοπές δέντρων και επεμβάσεις σε κοίτη ποταμού, ακόμη και πιθανή σύνδεση των παρεμβάσεων με το στέρεμα των γνωστών καταρρακτών της Τρόζενας. Η τελευταία αυτή σύνδεση παραμένει καταγγελία και όχι τεκμηριωμένη αιτιώδης σχέση. Ακριβώς γι’ αυτό όμως η σειρά έχει σημασία: η περιβαλλοντική αξιολόγηση υπάρχει για να προηγείται της επέμβασης, όχι για να εξηγεί εκ των υστέρων πώς θα διαχειριστεί ό,τι ήδη έγινε.

Περιβαλλοντικές οργανώσεις έχουν καταγγείλει επιχωματώσεις, κοπές δέντρων και επεμβάσεις σε κοίτη ποταμού, ακόμη και πιθανή σύνδεση των παρεμβάσεων με το στέρεμα των γνωστών καταρρακτών της Τρόζενας.


Η σημασία όσων έλαβαν χώρα προσλαμβάνει ακόμα μεγαλύτερη διάσταση από το γεγονός ότι η περιοχή συνδέεται με το δίκτυο Natura 2000

Η σύνθετη εικόνα στην περίπτωση της Τρόζενας προκύπτει από το ισχυρό επιχείρημα που υπάρχει υπέρ της επένδυσης από τοπικούς φορείς, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η επένδυση μπορεί να φέρει πίσω οικονομική δραστηριότητα και υποδομές σε έναν τόπο που εγκαταλείφθηκε και σε μια ευρύτερη περιοχή που μαραζώνει. Είναι ένα επιχείρημα που δεν το αγνοείς. Ωστόσο, δεν απαντά στο βασικό ερώτημα: γιατί οι εργασίες να προηγούνται της αδειοδότησης και των κανόνων;

Το έργο στα Πολεμίδια αφορά σε μία από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές εκπαιδευτικές επενδύσεις που έγιναν τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο. Το σχολείο, το οποίο αρχικά παρουσιαζόταν ως Cyprus Jewish Academy of Excellence και σήμερα προβάλλεται από το Yael Foundation ως Yael Private School of Limassol είναι μια επένδυση που ξεπερνά τα €50 εκατ., δυναμικότητας μέχρι 1.500 μαθητών με στόχο να λειτουργήσει το 2027. Επικεφαλής του εγχειρήματος είναι ο Rabbi Yehoshua Smukler, εκπαιδευτικός με πολυετή εμπειρία στη διοίκηση εβραϊκών σχολείων και μακρά επαγγελματική παρουσία στην Αυστραλία. Ο ίδιος έχει περιγράψει το νέο σχολείο ως τον μελλοντικό «ακρογωνιαίο λίθο» της εβραϊκής κοινότητας της Κύπρου, εκτιμώντας ότι η λειτουργία του θα καταστήσει το νησί ακόμη πιο ελκυστικό τόπο διαμονής για τα μέλη της κοινότητας. Ο Smukler έχει μιλήσει για μια μικρή αλλά ταχύτατα αυξανόμενη εβραϊκή κοινότητα στην Κύπρο, την οποία υπολόγιζε σε περίπου 4.000 οικογένειες. Στον σχεδιασμό του, το σχολείο φιλοδοξεί να αποτελέσει όχι μόνο εκπαιδευτικό ίδρυμα αλλά και σημείο αναφοράς της εβραϊκής ζωής στο νησί.

Το έργο στα Πολεμίδια αφορά σε μία από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές εκπαιδευτικές επενδύσεις που έγιναν τα τελευταία χρόνια στην Κύπρο

Εδώ η φύση των ενστάσεων ήταν κυρίως χωροταξική και πολεοδομική και εκφράστηκε από τον Δήμο Πολεμιδιών, που κατέθεσε τη διαμαρτυρία του και τον προβληματισμό του για το γεγονός ότι μια τόσο μαζική ανάπτυξη που επιβαρύνει την κυκλοφοριακή συμφόρηση και αυξάνει την πίεση στις υποδομές των Πολεμιδιών, αποφασίστηκε χωρίς την ενημέρωση και τη διαβούλευση μαζί του. «Αντί τούτου», σημείωνε ο δημοτικός γραμματέας του Δήμου Πολεμιδιών, Γιαννάκης Καλλικάς, μιλώντας στο StockWatch στις 15 Μαΐου 2025, «η εταιρεία έχει περιφράξει το χώρο και έχουν ξεκινήσει οι χωματουργικές εργασίες».

Αναπόφευκτα, η δήλωση του δημοτικού γραμματέα, μας παραπέμπει να εξετάσουμε το κεφάλαιο «αδειοδότηση», όπου παρατηρούμε μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Τον Φεβρουάριο του 2025 δημοσιεύματα στο Ισραήλ παρουσίαζαν ήδη το έργο ως δεδομένο, γινόταν ξενάγηση δημοσιογράφων στον χώρο και στο εργοτάξιο υπήρχαν ήδη βαριά μηχανήματα. Ωστόσο το υπουργείο Παιδείας δήλωνε στις 7 Φεβρουαρίου 2025 ότι δεν είχε ακόμη υποβληθεί αίτηση για ίδρυση του σχολείου. Το Υπουργείο μάλιστα είχε ξεκαθαρίσει ότι η κυπριακή νομοθεσία δεν επιτρέπει ένα αποκλειστικά θρησκευτικό σχολείο με την έννοια ότι οι μαθητές υποχρεώνονται σε συγκεκριμένη θρησκευτική διδασκαλία, δήλωση που απαντούσε στον τρόπο προβολής του έργου από τους ίδιους τους συντελεστές.

Τον Φεβρουάριο του 2025 δημοσιεύματα στο Ισραήλ παρουσίαζαν ήδη το έργο ως δεδομένο, γινόταν ξενάγηση δημοσιογράφων στον χώρο και στο εργοτάξιο υπήρχαν ήδη βαριά μηχανήματα

Τον Μάιο του 2025 οι πληροφορίες εμφανίζονται διαφοροποιημένες: αναφερόταν ότι ολοκληρώνονταν τα αρχιτεκτονικά σχέδια και η αίτηση προς το υπουργείο Παιδείας, με τις πηγές του Ιδρύματος να θεωρούν θετική τη στάση του Υπουργείου. Η εκκρεμότητα έχει σημασία για τους εξής λόγους: Κανένα ιδιωτικό σχολείο δεν μπορεί να λειτουργήσει στην Κύπρο χωρίς έγκριση του υπουργού Παιδείας. Για την έγκριση απαιτούνται, μεταξύ άλλων, πολεοδομική και οικοδομική άδεια για χρήση του κτηρίου ως σχολείου, πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, πιστοποιητικά καταλληλότητας και πυρασφάλειας, καθώς και έγκριση του εκπαιδευτικού προγράμματος.

Τον Οκτώβριο του 2025, το υπουργείο Οικονομικών είχε εντάξει το Cyprus Jewish Academy of Excellence στον κατάλογο των μεγάλων επενδυτικών έργων που βρίσκονται σε εξέλιξη ή σχεδιάζονται, τα οποία επηρεάζουν την οικονομική δραστηριότητα στην Κύπρο. Το σχολείο εμφανίζεται στην παρουσίαση «Macroeconomic Outlook» του υπουργείου Οικονομικών, στην ενότητα «Major investment projects». Στη στήλη του χρονοδιαγράμματος γράφει ότι βρίσκονται υπό ολοκλήρωση τα αρχιτεκτονικά σχέδια καθώς και η αίτηση για αδειοδότηση του ιδιωτικού σχολείου προς το υπουργείο Παιδείας. Δηλαδή τον Οκτώβριο του 2025, το ίδιο το υπουργείο Οικονομικών εξακολουθούσε να παρουσιάζει την αίτηση αδειοδότησης ως διαδικασία που βρισκόταν υπό ολοκλήρωση.

Πάντως, δεν έχει γίνει κατορθωτό να εντοπίσουμε δημόσια ανακοίνωση που να επιβεβαιώνει σήμερα ότι η διαδικασία αδειοδότησης του Yael Private School από το υπουργείο Παιδείας έχει ολοκληρωθεί.

Εκείνο που εντοπίζουμε είναι ότι στις 10 Ιουλίου 2026 καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών η εμπορική επωνυμία «YAEL PRIVATE SCHOOL PRIMARY», με έδρα στην οδό Φιλίας 1, στα Πολεμίδια και ιδιοκτήτρια την THE PRIVATE SCHOOL YAEL LTD. Η καταχώριση αφορά εμπορική επωνυμία και δεν συνιστά από μόνη της άδεια λειτουργίας ιδιωτικού σχολείου από το υπουργείο Παιδείας. Τέλος, υπάρχει ακόμα ένα ενδιαφέρον στοιχείο που προκαλεί απορία: Σύμφωνα με τον δημοτικό γραμματέα του Δήμου Πολεμιδίων, ο Δήμος είχε προηγουμένως ζητήσει να δημιουργήσει εκεί αθλητικό κέντρο, χωρίς να κατορθώσει να εξασφαλίσει άδεια για κάτι τέτοιο.

Υπάρχει θέμα «ήπιου εποικισμού»;

Η σχέση της Κύπρου με το Ισραήλ και η μεγάλη παγίδα

Οι τρεις περιπτώσεις ενδεχομένως θα μπορούσαν να θεωρηθούν επεισόδια της γνώριμης κυπριακής (πολεοδομικής και άλλων μορφών) αταξίας. Συναντώνται, ωστόσο, σε μια περίοδο κατά την οποία η αυξανόμενη ισραηλινή παρουσία στην Κύπρο, ιδιαίτερα στην αγορά ακινήτων και στις μεγάλες αναπτύξεις, έχει αρχίσει να προκαλεί μια ευρύτερη κοινωνική και πολιτική συζήτηση, η οποία εντείνεται όσο η ισραηλινή παρουσία στο νησί γίνεται ολοένα πιο έντονη και, κυρίως, αποκτά σταδιακά, μεγαλύτερο, ισχυρότερο και, πλέον, μονιμότερο αποτύπωμα στο νησί με τη δημιουργία υποδομών που παραπέμπουν σε μια κοινότητα η οποία, σε σημαντικό βαθμό, εγκαθίσταται και οργανώνει εδώ τη ζωή της. Αυτή η συζήτηση δεν μπορεί ούτε να αγνοηθεί, μα ασφαλώς ούτε να διολισθήσει σε εύκολες γενικεύσεις.

Είναι σε αυτό το περιβάλλον που άρχισαν να εμφανίζονται αναφορές περί «ισραηλινής διείσδυσης» ή ακόμα και περί «ήπιου εποικισμού». Πρόκειται για χαρακτηρισμούς που δεν μπορεί να υιοθετούνται αβασάνιστα. Θεωρίες που εύκολα οδηγούν σε υπερβολές και γενικεύσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή έχει φορτίσει πολιτικά και συναισθηματικά τη δημόσια συζήτηση. Το λάθος θα ήταν να δαιμονοποιηθεί αυτή η παρουσία. Όπως θα ήταν εξίσου λανθασμένο να υποτιμηθεί η κοινωνική ανησυχία ως αποτέλεσμα προκατάληψης, ξενοφοβίας ή ακόμα σοβαρότερα, αντισημιτισμού. Και να απορριφθεί το γεγονός ότι κάτω από τη δυσφορία υπάρχουν πραγματικά ζητήματα: μια ταχύτατα αυξανόμενη οικονομική και κοινωνική παρουσία, ισχυρή ζήτηση σε ακίνητα που μεγεθύνει την κρίση στέγασης, συγκέντρωση γης σε ξένους ιδιοκτήτες, αναπτύξεις που προκαλούν υποψίες προνομιακής μεταχείρισης… Και αυτές οι ενδείξεις είναι αρκετές για να δικαιολογείται μια σοβαρή πολιτική συζήτηση.

Είναι γεγονός ότι η ισραηλινή παρουσία στην Κύπρο έχει αυξηθεί αισθητά τα τελευταία χρόνια και, μαζί με αυτήν, έχει ενισχυθεί και ένας προβληματισμός που πλέον δεν περιορίζεται σε μεμονωμένες φωνές. Η αγορά γης και ακινήτων αποτελεί το πιο ορατό σημείο αυτής της αλλαγής. Οι Ισραηλινοί συγκαταλέγονται στις σημαντικότερες ομάδες ξένων αγοραστών, ιδιαίτερα στη Λάρνακα, τη Λεμεσό και την Πάφο, σε μια περίοδο κατά την οποία η πρόσβαση των Κυπρίων σε προσιτή κατοικία γίνεται ολοένα δυσκολότερη, χωρίς να σημαίνει ότι η ξένη ζήτηση αποτελεί μοναδική αιτία της ανόδου των τιμών. Ο προβληματισμός γίνεται εντονότερος όταν η συζήτηση μεταφέρεται στο πόση γη αλλάζει ιδιοκτησία, ποιοι νευραλγικοί τομείς περνούν σε ξένα χέρια, ποιες περιοχές εξαγοράζονται… Παράλληλα, η δημιουργία επιχειρήσεων και υποδομών που απευθύνονται στις ανάγκες μιας αυξανόμενης ισραηλινής και εβραϊκής κοινότητας ενισχύει την εικόνα μιας παρουσίας που δεν είναι πλέον μόνο επενδυτική ή τουριστική, αλλά αποκτά χαρακτηριστικά εγκατάστασης και μεγαλύτερης μονιμότητας και μέσα σε αυτό το περιβάλλον έχουν αρχίσει να εκφράζονται ανησυχίες για ενδεχόμενη αλλοίωση της φυσιογνωμίας ορισμένων περιοχών, για τη δημιουργία περισσότερο κλειστών κοινοτήτων και τα λοιπά.

Η Λάρνακα αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό εργαστήριο αυτής της αλλαγής. Μια πόλη που επί δεκαετίες αισθανόταν ότι έμενε πίσω από τη Λεμεσό και την Πάφο απέκτησε ξαφνικά αυξημένο επενδυτικό ενδιαφέρον, νέα οικοδομική δραστηριότητα, επιχειρήσεις και μια πολύ ισχυρότερη διεθνή παρουσία. Η ισραηλινή ζήτηση συνέβαλε σε αυτή τη μεταβολή και η θετική της επίδραση στην τοπική οικονομία δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η ίδια όμως επιτυχία δημιουργεί και πίεση. Όταν η ζήτηση για ακίνητα αυξάνεται πολύ ταχύτερα από την προσφορά, οι τιμές ακολουθούν. Όταν νέες οικογένειες εγκαθίστανται μόνιμα, δημιουργούν εύλογα ανάγκες για σχολεία, χώρους λατρείας, επιχειρήσεις και κοινοτικές υποδομές. Το αποτέλεσμα δεν είναι κατ’ ανάγκην αρνητικό. Είναι όμως μια πραγματική κοινωνική μεταβολή και οι κοινωνικές μεταβολές δεν μπορούν να αφεθούν αποκλειστικά στη λειτουργία της αγοράς.

Η μεγαλύτερη ευθύνη βαραίνει τελικά το ίδιο το κράτος. Η Κύπρος έμαθε να μετρά την επιτυχία των επενδύσεων σε εκατομμύρια ευρώ, εταιρείες, τουρίστες και θέσεις εργασίας. Δεν είναι βέβαιο ότι έμαθε να τη μετρά με την ίδια επιμέλεια σε τετραγωνικά μέτρα γης, σε συγκέντρωση ιδιοκτησίας, σε πίεση στις τιμές κατοικίας, σε επιβάρυνση υποδομών και σε μεταβολή της φυσιογνωμίας συγκεκριμένων περιοχών. Μια επένδυση μπορεί να είναι θετική για το ΑΕΠ και ταυτόχρονα να δυσκολεύει την πρόσβαση στη στέγη. Μπορεί να αυξάνει την αξία μιας περιουσίας και την ίδια ώρα να αποκλείει έναν νεότερο άνθρωπο από την αγορά και δημιουργεί πίεση στις τοπικές κοινωνίες. Δεν υπάρχει αντίφαση. Υπάρχουν διαφορετικά συμφέροντα που ένα κράτος οφείλει να εξισορροπεί.

Η Κύπρος χρειάζεται ξένο κεφάλαιο, επιχειρήσεις, τεχνογνωσία και ανθρώπους που θα εγκατασταθούν εδώ και θα δημιουργήσουν οικονομική δραστηριότητα. Η ανοικτή οικονομία όμως δεν σημαίνει ανοχύρωτο κράτος και το φιλικό επενδυτικό περιβάλλον δεν σημαίνει ελαστικούς κανόνες που αλλάζουν ανάλογα με το μέγεθος ή την προέλευση εκείνου που βρίσκεται απέναντί της. Εάν δημιουργηθεί στην κοινωνία η εντύπωση ότι η στρατηγική βαρύτητα της σχέσης Λευκωσίας-Τελ Αβίβ συνεπάγεται ανοχή, εξαιρέσεις και «μπάτε σκύλοι αλέστε», η ζημιά θα είναι διπλή, καθώς θα αρχίσει να διαβρώνεται η κοινωνική αποδοχή μιας διακρατικής σχέσης την οποία η Κύπρος έχει κάθε συμφέρον να διατηρήσει ισχυρή.

 

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Θανάσης Φωτίου

Πολιτική: Τελευταία Ενημέρωση

Η Τουρκία επιδιώκει εργαλειοποίηση της Ε.Ε. στο Κυπριακό, για απευθείας εμπόριο, πτήσεις και σχέσεις «ΤΔΒΚ»-διεθνούς κοινότητας ...
Παύλος Ξανθούλης
 |  ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Ο κόσμος εμπιστεύθηκε μια εκπρόσωπο μιας γενιάς καθαρής, με διαφάνεια, με διάθεση να δουλέψει και αγάπη για το κόμμα, αναφέρει ...
Ραφαέλα Δημητριάδη
 |  ΠΟΛΙΤΙΚΗ
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ