Κώστας Μπαλαχούτης
Σεβαστή Παπαδοπούλου, το πραγματικό ονοματεπώνυμό της. Κάποτε το άκουσμά του και μόνο προκαλούσε «τριγμούς» στη μουσικόφιλη κοινωνία και όχι μόνο. Στις μέρες μας η σχετικά πρόσφατη θεατρική παράσταση αφιερωμένη στον βίο και τη διαδρομή της αναζωογόνησε κάπως το «σκονισμένο» μύθο της.
Οπως, μεταξύ άλλων, αναφέρω στο βιβλίο μου για τον Στέλιο Καζαντζίδη:
«Η Σεβάς Χανούμ υπήρξε μια ξεχωριστή παρουσία στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού. Με την ωραία φωνή της, τη μοναδική ομορφιά της και την εκρηκτική παρουσία της στο πάλκο, δημιούργησε θρύλο γύρω από το όνομά της, σε ολόκληρη τη δεκαετία του ΄50. Οι εξαιρετικές ερμηνείες της στα τούρκικα τραγούδια και το “μάρκετινγκ” της εποχής έπεισαν το κοινό ότι προερχόταν από την Τουρκία. Μάλιστα έγινε αφορμή ώστε όλα σχεδόν τα αθηναϊκά κέντρα να έχουν συγκροτήματα, χορεύτριες και τραγουδίστριες, από τη γειτονική χώρα. Συνεργάστηκε με μεγάλους καλλιτέχνες και δημιουργούς (Καζαντζίδη, Περπινιάδη, Γαβαλά, Διονυσίου, Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Μπέλλου, Ζαγοραίο κ.ά.) και εμφανίστηκε στα καλύτερα μαγαζιά της εποχής (Τριάνα του Χειλά στη Λεωφόρο Συγγρού, στου Τζίμη του Χοντρού στην Αχαρνών, Κεφάλας στην Κοκκινιά, Καλαματιανός και Φαληρικόν στις Τζιτζιφιές κ.α.). Τραγούδησε σε πρώτη εκτέλεση το περίφημο “Φτωχοκάλυβο” του Χιώτη, “Μόνο εσένα θ’ αγαπώ” του Βαγγέλη Περπινιάδη, “Μη με δικάζεις” του Σπύρου Περιστέρη και σεγοντάρισε τον Τάκη Μπίνη στην “Ομορφη Πειραιώτισσα” τoυ Κώστα Καπλάνη και τον Βαγγέλη Περπινιάδη στο “Ενας κούκλος και μια κούκλα” του Δημήτρη Γκούτη. Είναι ίσως η πιο άγνωστη κυρία που πέρασε από τη ζωή του Στέλιου Καζαντζίδη». (1)
Ας δούμε πώς περιγράφει η ίδια τη γνωριμία και το δέσιμό της μαζί του:
«Μετά απ’ αυτά τα χρόνια, το ΄54 μ’ έκλεψε ο Στέλιος Καζαντζίδης. Εγώ δούλευα με τον Τσαουσάκη και τον Καλδάρα στου “Θείου” του Μπερτζελέτου στις Κουκουβάουνες. Μου λέει λοιπόν ο “θείος”: Θα σε βάλω να συνεργαστείς μ’ έναν δικό σας. Ο Στέλιος είχε βγει απ’ τη Μακρόνησο τότε, το ΄54. Ηταν με την Καίτη Γκρέυ – η φίλη μου θα στεναχωρεθεί τώρα, αλλά πάντα μαλώνουμε. Τι μαλώνουμε βρε της λέω. Τον είχες κάποτε, τον έζησες, εντάξει! Ο άνθρωπος τι; Γιατί τον κατηγορούμε τώρα; Γιατί τον βρίζουμε τώρα; της λέω. Ασ’ τονε! Κι αν υπήρξες μια ερωμένη του ωραιοτάτη κι εσύ… Κι εγώ πέρασα. Κι ύστερα κάποια άλλη. Και τι έγινε; Αυτή είναι η ζωή μας! Ο,τι γίνεται, στα νιάτα μπορεί να γίνει! Στα γεράματα τι να κάνεις; Αντε πήγαινε και κάνε!
Με παίρνει ο Στέλιος, με βάζει στο ταξί, το ταξί βγαίνει, γιατί εγώ την Αθήνα δεν την ξέρω και καλά – καλά ακόμη. Πού με πας; του λέω. Από σήμερα γίνεσαι γυναίκα μου! Γίνεσαι κυρία Καζαντζίδου! Με ρώτησες εμένανε; του λέω. Δεν είναι ανάγκη να σε ρωτήσω, μου λέει! Με πάει στην Κόρινθο. Κλειδωνόμαστε σ’ ένα τουριστικό ξενοδοχείο της Κορίνθου, στη θάλασσα κοντά. Η Αθήνα ψάχνει το Στέλιο, η Αθήνα ψάχνει τη Σεβάς. Δεν υπάρχει ούτε Στέλιος, ούτε Σεβάς.
Τώρα μένουμε στη Νέα Ιωνία. Στο σπίτι του Καζαντζίδη. Εκεί κλεινόμαστε τα βράδια μετά τη δουλειά, ανοίγαμε το ραδιόφωνο και ακούγαμε Αραβία, Αίγυπτο. Ακούγαμε, μέχρι να βγει ο χότζας το πρωί να πει το “Αλλάχ – Αλλάχ!” και τότε πέφταμε να κοιμηθούμε. Εκεί ακούγαμε τη μεγάλη Κυρία, την κόρη της Κλεοπάτρας και του Νείλου, την εκρηκτική τραγουδίστρια της ερήμου, την Ουμ Καλσούμ. Και όλα τα συγκροτήματα του ραδιοφωνικού σταθμού του Καΐρου και όλων των αραβικών ραδιοσταθμών… Ακουγε και ξεσήκωνε αυτούς τους λαρυγγισμούς…
Και πηγαίνω στη λαχαναγορά, την παλιά λαχαναγορά, είχε κάτι φίλους σε κάτι φτωχικά σπίτια ο Στέλιος. Πολύ αγαπούσε τη φτωχολογιά! Η αλήθεια είναι αυτή! Ολο τους πλησίαζε τους φτωχούς! Γιατί έβρισκε απλότητα, έβρισκε εκείνο που ήθελε εκείνος! Οπως το ήθελε εκείνος. Ζεστές γωνιές! Ζεστά σπίτια! Φτωχοί, αλλά ζεστοί άνθρωποι! Καλοί! Που τους γνώρισα κι εγώ. Ο Στέλιος πέρασε από δω; Οχι Σεβαστή…
Τελειώνουμε από τη Δράμα, μας παίρνει η Καβάλα. Ο φίλος μου ο Βασίλης στο “Περιστέρι”. Χαλάμε κόσμο! Η Γεσθημανή κι εκεί!… Μαλώναμε, μες στη θάλασσα μού ’κανε καντάδα εμένανε. Εγώ άνοιγα την κουρτίνα, γιατί το σπίτι μου ήταν στο Καρά Ορμάν στο ψήλωμα, στο βουναλάκι επάνω κι η θάλασσα ήτανε εδώ. Εγώ μέσα απ’ την κουρτίνα τον έβλεπα, κι αυτός με την κιθάρα του έκανε καντάδες μέσ’ από τη θάλασσα… Θα τακτοποιηθούν όλα Σέβα! Ετοίμασε Σέβα, ψωμί, τυρί, πάρε, θα πάμε στα βράχια στο Καρά Ορμάν, πηγαίνοντας κάτω στα βράχια. Είναι σαν κρεβάτια τα βράχια εκεί. Κάναμε έτσι τις πέτρες και βγάζαμε από τα βράχια δολώματα, μύδια και μάζευα σκουπίδια που πετούσανε εκεί, μάζευα ξυλαράκια, σ’ ένα ντενεκέ τα βράζαμε τα μύδια και κάναμε δόλωμα, πιάναμε 3 κιλά ψάρια! Πιο κει ήταν τα “κρεβάτια” μας στρωμένα, στα βράχια, στις πέτρες… Ζήσαμε μαζί με το Στέλιο ένα χρόνο και κάτι…
Από το βιβλίο του Μανουήλ Τασούλα: «Σεβάς Χανούμ – Η ιστορία μιας τραγουδίστριας (Οδός Πανός, 1992).
Τώρα πια με το Στέλιο δεν μας συνδέει τίποτα! Αλλού αυτός, αλλού εγώ! Αλλά είναι η ψυχή μου! Νέα Ιωνία, Σαμφράπολη, προσφυγιά, Πόντος!… Από ένα τόπο είμαστε. Σήμερα απλώνω πάνω στο κρεβάτι μου τις παλιές μας φωτογραφίες και τις κοιτάω… Βλέπω τις φωτογραφίες μας με το Στελιο. Τρελαίνουμε! Βλέπω τα νιάτα μου και λέω: Τι ομορφιά είναι αυτή;!… Δεν νομίζω ότι θα γεννηθεί σε άλλους καλλιτέχνες τέτοια αγάπη. Με τόση ομορφιά, με τέτοια πίστη, με τέτοια αφοσίωση ο ένας στον άλλονε!… Ποτέ δεν θυμάμαι να μ’ έχει πει: πήγαινε πιο εκεί, ή να μ’ έχει βρίσει ποτέ! Μα ποτέ! Πέρασα ζωή πραγματικά ονειρώδη μαζί του! Ας ήταν και τα δύσκολα χρόνια μας, τότε τα χρονάκια τα δικά μας. Εγώ σαν Σεβαστή, σαν Σεβάς Χανούμ έζησα τις πιο ιδανικές ημέρες της ζωής μου με το Στέλιο. Και τον λατρεύω και τον αγαπώ, γιατί είναι ένας άνθρωπος της οικογένειάς μου! Είναι του σπιτιού μου άνθρωπος. Είναι Λαζός! Είναι Πόντιος!…». (2)
Πηγές:
1.Κώστας Μπαλαχούτης: «Στέλιος Καζαντζίδης – Δεν με σβήνει κανένας» (Ινφογνώμων, 2025)
2.Μανουήλ Τασούλας: «Σεβάς Χανούμ – Η ιστορία μιας τραγουδίστριας (Οδός Πανός, 1992)




























