
Μιχάλης Περσιάνης
Το 1881, ο Ρόσκο Κόνκλινγκ ήταν ένας από τους ισχυρότερους πολιτικούς των ΗΠΑ. Είχε για χρόνια κυριαρχήσει στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα της Νέας Υόρκης και ήλεγχε το παρασκήνιο και τους σημαντικούς διορισμούς στην πολιτεία μέσα από ένα εκτενές δίκτυο συμμάχων, εξαρτήσεων και προσωπικών σχέσεων.
Ήταν εκφραστής μιας εποχής όπου η πολιτική εξουσία στηριζόταν στις διασυνδέσεις, στις εξυπηρετήσεις και στην ικανότητα της ηγεσίας να ανταμείβει την πιστή αφοσίωση και να τιμωρεί την κομματική –ή προσωπική- αποστασία. Γνώριζε άριστα τους μηχανισμούς της εξουσίας και, κυρίως, ήξερε να τους χρησιμοποιεί με μεγάλη επιδεξιότητα.
Η εκλογή του Τζέιμς Γκάρφιλντ στην προεδρία της χώρας έφερε αυτή τη νοοτροπία σε σύγκρουση με μια διαφορετική αντίληψη για τη διακυβέρνηση. Με μια δημόσια διοίκηση πιο ανεξάρτητη, με τις επιχειρηματικές και οικονομικές προοπτικές να μοχλέυονται περισσότερο από την λειτουργία της αγοράς και λιγότερο από προσωπικές εξυπηρετήσεις, η εικόνα άρχισε να αλλάζει.
Η σύγκρουση του Κόμνκλιγκ με τον Λευκό Οίκο σιγόβαζε για καιρό πριν ξεσπάσει ανοικτά με αφορμή τον διορισμό του επικεφαλής του τελωνείου της Νέας Υόρκης, μιας υπηρεσίας με τεράστια πολιτική επιρροή - και μια σοβαρή πηγή εσόδων. Ο Κόνκλινγκ θεωρούσε δεδομένο ότι θα αποφάσιζε και θα ενημέρωνε τον πρόεδρο για το άτομο που θα διοριστεί. Ο Γκάρφιλντ, όμως, αποφάσισε ερρήμην του να διορίσει ένα πολιτικό του αντίπαλο.
Το διακύβευμα ήταν σαφές και είχε να κάνει με τον έλεγχο νευραλγικών πόστων. Θα αποφάσιζαν οι ισχυροί παράγοντες που έβλεπαν τους θεσμούς ως προέκταση της επιρροής τους, ή θα αποφάσιζαν οι ίδιοι οι θεσμοί χωρίς τους βαρόνους;
Έμπειρος στις εσωκομματικές συγκρούσεις, ο Κόνκλινγκ ήξερε να κινητοποιεί υποστηρικτές, να αξιοποιεί τριβές μεταξύ άλλων, να μοιράζει τελεσίγραφα και να μετατρέπει κάθε διαφωνία σε δοκιμασία προσωπικής αφοσίωσης.
Τελικά, το 1881 έριξε στο τραπέζι το τελικό του τελεσίγραφο. Παραιτήθηκε από τη Γερουσία, μαζί με τον γερουσιαστή Τόμας Πλατ. Υπολόγιζαν ότι το νομοθετικό σώμα της Νέας Υόρκης θα τους επανεξέλεγε αμέσως, επιβεβαιώνοντας την πολιτική τους κυριαρχία και στέλνοντας ένα ηχηρό μήνυμα στον πρόεδρο.
Ήταν ένα τελεσίγραφο, με το οποίο ήθελε να υπενθυμίσει τους πάντες πως κανείς δεν μπορούσε να τον αμφισβητίσει χωρίς συνέπειες – και η μεγαλύτερη συνέπεια θα ήταν να αναγκαστούν να υπάρξουν χωρίς αυτόν.
Οι Ρεπουμπλικανοί, το κόμμα του, όμως, είχαν κουραστεί από την επιμονή του να ελέγχει διορισμούς και δουλειές και να επιβάλλει τη θέλησή του. Αρκετοί, μάλιστα, υποστήριζαν την ανεξαρτησία του προέδρου ως θέμα αρχής. Η παραίτηση, αντί να τους εκφοβίσει, τους έδωσε την ευκαιρία να αμφισβητήσουν ανοιχτά την κυριαρχία του.
Ακολούθησαν αλλεπάλληλες, άκαρπες ψηφοφορίες. Ο Κόνκλινγκ εξακολουθούσε να διαθέτει ισχυρά ερείσματα και να χειρίζεται το παιγνίδι με μαεστρία. Μπορούσε να προκαλεί αναταράξεις και να απειλήσει τους αντιπάλους του, ή και προχωρήσει σε υποσχέσεις, ακολουθώντας την στρατηγική που έγινε στη δική μας εποχή δημοφιλώς γνωστή ως «plata o plomo», χάρη στο Netflix. Δεν μπορούσε, όμως, να εξασφαλίσει την πλειοψηφία που χρειαζόταν για να επιστρέψει στη Γερουσία.
Το καλοκαίρι, ο Γκάρφιλντ δολοφονήθηκε από έναν απογοητευμένο διεκδικητή δημόσιου αξιώματος, ο οποίος δήλωνε υποστηρικτής της παράταξης του Κόνκλινγκ. Δεν υπήρξε καμία ένδειξη εμπλοκής του Κόνκλινγκ στην επίθεση, αλλά το γεγονός ενίσχυσε την κατακραυγή εναντίον του συστήματος των κομματικών εξυπηρετήσεων.
Τελικά, το νομοθετικό σώμα εξέλεξε δύο άλλους Ρεπουμπλικανούς στις κενές θέσεις. Το τελεσίγραφο απέτυχε και ο Κονκλινγκ αντικαταστήθηκε.
Μετά τον θάνατο του Γκάρφιλντ, την προεδρία ανέλαβε ο Τσέστερ Άρθουρ, παλιός πολιτικός σύμμαχος και ευεργετηθείς του Κόνκλινγκ. Δύο χρόνια αργότερα, όμως, ο Άρθουρ υπέγραψε τον νόμο Πέντλετον, που εισήγαγε αξιοκρατικές διαδικασίες πρόσληψης σε τμήματα της ομοσπονδιακής διοίκησης. Έτσι, το σύστημα που ο Κόνκλινγκ υπερασπιζόταν με τόσο πείσμα άρχιζε να διαβρώνεται, και μάλιστα με την υπογραφή ενός ανθρώπου που είχε αναδειχθεί μέσα από αυτό.
Ο Κόνκλινγκ δεν ηττήθηκε επειδή του έλειπε η εμπειρία, οι διασυνδέσεις ή οι υποστηρικτές- ούτε είχε χάσει την ικανότητά του να παίζει το παγνίδι που ο ίδιος έστησε. Μάλλον ηττήθηκε διότι αξιοποίησε την ικανότητά του να προκαλεί κρίσεις, οταν πλέον η ικανότητα του να καθορίζει την έκβασή τους, είχε υποχωρήσει.
Τα τελεσίγραφα, εξάλλου, έχουν ισχύ διότι οι αποδέκτες τους φοβούνται τις συνέπειες. Κάποια στιγμή, παύουν να φοβούνται. Και τότε, οι εποχές αλλάζουν.



