Γράφει ο Κώστας Βαϊμάκης
Δεν ζούμε – ευτυχώς – στην προ-Μπόσμαν εποχή, όπου οι Ευρωπαίοι παίκτες καταλάμβαναν θέση ξένου στις ευρωπαϊκές ομάδες και υπήρχε δικαίωμα μόνο για δύο ξένους στα πρωταθλήματα. Τότε που ο Νίκος Αναστόπουλος πήγαινε στην Αβελίνο και ήταν ένα τεράστιο παράσημο και για τον ίδιο και για το ελληνικό ποδόσφαιρο, ότι ήταν ο ένας από τους δύο ξένους της ομάδας, μαζί με το Σάχνερ. Από τον Μπόσμαν και μετά, ζούμε σε ένα μεγάλο ευρωπαϊκό ποδοσφαιρικό «χωριό», όπου οι Ελληνες παίκτες, οι πολύ καλοί, οι καλοί, ακόμα και οι καλούτσικοι, έχουν την ευκαιρία τους να παίξουν στο εξωτερικό, ακόμα και σε μεγάλα κλαμπ σε κορυφαία πρωταθλήματα – κι όλο αυτό να μοιάζει απόλυτα φυσιολογικό βάσει του ταλέντου, της εξέλιξης και της προοπτικής τους.
Ο «Αναστό» στην Αβελίνο προκαλούσε κάποτε δέος. Ο Τζόλης στην Αρσεναλ, ο Καρέτσας και ο Κωνσταντέλιας στην Ντόρτμουντ, ο Παυλίδης στην Μπενφίκα, ο Ιωαννίδης και ο Βαγιανίδης στη Σπόρτινγκ, ο Τσιμίκας στη Λίβερπουλ, ο Κωστούλας και ο Τζίμας στην Μπράιτον, ο Κουλιεράκης στη Ρόμα και όλα τα υπόλοιπα παιδιά που παίζουν στο εξωτερικό, κάνουν το προφανές και το λογικό: κεφαλαιοποιούν και εξαργυρώνουν αυτό που «έχτισαν», αυτό για το οποίο μόχθησαν, σαν να έκαναν το «αγροτικό τους» πριν τους προσφερθεί μια σούπερ – θέση στη δουλειά των ονείρων τους. Κι όλο αυτό, πέρα από λογικό, είναι και το «σωστό» – όσο κι αν τυφλώνουν κάποιους τα οπαδικά τους συναισθήματα, που μοιάζουν με «κομματικά συμφέροντα» και «μικροπολιτική».
Να κάτσουν εδώ να κάνουν τι ακριβώς;
Ας πούμε ότι είσαι οπαδός του ΠΑΟΚ και είσαι «στα κάγκελα» επειδή ο Κωνσταντέλιας πουλήθηκε στη Ντόρτμουντ. Διότι στο πρόσωπό του έβλεπες τον «νέο Κούδα», διότι ήθελες να μείνει για μια ζωή στον ΠΑΟΚ, διότι κρίνεις ότι έπρεπε να πουληθεί τουλάχιστον 50 εκατομμύρια, διότι η πώληση έγινε σε μια χρονική περίοδο που η ομάδα θα δυσκολευτεί να καλύψει το κενό του. Αν εσένα, που φωνάζεις και βρίζεις, σου γινόταν στα 23 σου χρόνια μια επαγγελματική πρόταση με πολλαπλάσια χρήματα απ’ αυτά που παίρνεις, σε ένα καλύτερο εργασιακό περιβάλλον, κάπου που θα μπορούσες να εξελιχθείς και να προοδεύσεις, σε μια χώρα όπου σέβονται το επάγγελμά σου, τι θα έκανες άραγε; Θα άκουγες τους φίλους και τους συγγενείς σου που θα σου έλεγαν «μην φύγεις γιατί θα μας λείψεις» και «πού θα βρεις καλύτερα;» Ή θα κυνηγούσες το όνειρό σου για να γίνεις ακόμα καλύτερος και πολύ πιο «πλούσιος»; Ρητορικό φυσικά το ερώτημα, δεν χρειάζεται καν να το συζητάμε.
Ολα αυτά τα παιδιά που επέλεξαν να πάνε στο εξωτερικό και να γίνουν η καλύτερη εκδοχή του εαυτού τους, δεν το έκαναν μόνο για τα λεφτά όπως νομίζουν κάποιοι. Και αυτό φυσικά έπαιξε ρόλο αλλά δεν ήταν ο μοναδικός παράγοντας – εκτός αν κάποιος πάει Σαουδική Αραβία ή Κατάρ, για να κάνει μια γερή αρπαχτή. Το έκαναν, το κάνουν και θα το κάνουν για όλο το πακέτο που προσφέρει η ποδοσφαιρική ξενιτιά. Για τον ποδοσφαιρικό πολιτισμό, τις εγκαταστάσεις, τον κόσμο που αντιμετωπίζει το ποδόσφαιρο ως διασκέδαση και όχι ως «χωματερή» για να ξεφορτώνει τα σκουπίδια που κουβαλάει μέσα του. Για την εξέλιξη που μπορεί να έχουν, για την επόμενη μεταγραφή που μπορεί να κάνουν με ακόμα καλύτερα χρήματα σε ακόμα μεγαλύτερη ομάδα, για τα μέρος όπου θα ζουν και το σχολείο όπου θα πηγαίνουν τα παιδιά τους, για τον σεβασμό με τον οποίον θα τους αντιμετωπίζουν όχι απλά οι άνθρωποι της ομάδας και οι οπαδοί της, αλλά και οι αντίπαλοι, η Λίγκα, οι δημοσιογράφοι.
Καλώς ή κακώς, όσο κι αν έχει προοδεύσει το ελληνικό ποδόσφαιρο, όσο κι αν έχει αυξηθεί ο ανταγωνισμός στο πρωτάθλημα, όσο κι αν έχει γεμίσει η Εθνική ομάδα με ταλέντο, οι παθογένειες παραμένουν, η καφρίλα υπάρχει, οι εγκαταστάσεις παραμένουν πολύ πίσω σε σχέση με τα προηγμένα πρωταθλήματα, οι παράγοντες εξακολουθούν να βλέπουν τις ομάδες ως το «τσιφλίκι τους» και το ελληνικό ποδόσφαιρο ως τον τρόπο για να κάνουν επίδειξη δύναμης και να βγάλουν «τα γούστα τους». Αρα δεν είναι μόνο τα χρήματα που μπορεί να προσφέρει μια ελληνική ομάδα σε έναν Ελληνα ποδοσφαιριστή – το πρόβλημα είναι κυρίως ένα νοσηρό περιβάλλον, το οποίο ελάχιστοι θέλουν να «γιατρέψουν».
Ο καλός Ελληνας ποδοσφαιριστής μπορεί να «ανθίσει» μόνο σε ένα υγιές ποδοσφαιρικό περιβάλλον – και αυτό δεν είναι η Ελλάδα. Αλλά ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι φτιάχνουμε όλο το γύρω – γύρω, εκσυγχρονιζόμαστε, δημιουργούμε γήπεδα και προπονητικά κέντρα στα υψηλότερα στάνταρντς, καταπολεμάμε τη βία και φτιάχνουμε ένα πλαίσιο ελκυστικό για όποιον θέλει να απολαύσει έναν αγώνα μαζί με τα παιδιά του, πάλι δεν θα είναι κακό ή παράξενο ή λόγος να «χαλάσει ο κόσμος» αν ένας ταλαντούχος Ελληνας ποδοσφαιριστής επιθυμεί να πάει κάπου ψηλότερα και καλύτερα – αυτό λέγεται «φιλοδοξία», «εμπιστοσύνη στον εαυτό μου» και «εξέλιξη». Οπως κάνει ο Ολλανδός, ο Βέλγος, ο Γερμανός, ο Πορτογάλος, ο Αυστριακός, ο Ελβετός, ο Γάλλος, ο Ιταλός, ο κάθε ποδοσφαιριστής από ένα υγιές, οργανωμένο και «κανονικό» πρωτάθλημα, που θέλει να πάει στο υψηλότερο επίπεδο, αυτό της Αγγλίας και της Ισπανίας και να ζήσει το όνειρό του.




























