ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Τα λάτιν όνειρα της ελληνικής Αριστεράς

H σχέση ξεκινάει από τη δεκαετία του ’60, τότε που το πραξικόπημα στην Ελλάδα ταυτίστηκε με τις αμερικανικές επεμβάσεις στη Λατινική Αμερική

Kathimerini.gr

Η Βενεζουέλα υπήρξε ένας από τους τελευταίους σταθμούς μιας μακρόχρονης σχέσης αγάπης της ευρωπαϊκής Αριστεράς με τη Λατινική Αμερική. Μιας σχέσης που ξεκινά τουλάχιστον από τη Μεξικανική Επανάσταση και διατρέχει ολόκληρο τον 20ό αιώνα ως πολιτικό φαντασιακό, ως σημείο αναφοράς και ως υπόσχεση ενός «άλλου δρόμου». Από τον Ζαπάτα και τον Πάντσο Βίγια έως τον Τσε Γκεβάρα, η Λατινική Αμερική δεν υπήρξε απλώς γεωγραφικός χώρος, αλλά εργαστήρι εναλλακτικών μορφών πολιτικής.

Στη Λατινική Αμερική, όμως, δοκιμάστηκαν μορφές πολιτικής που δεν ταίριαζαν στα ευρωπαϊκά πολιτικά καλούπια: εθνικολαϊκά καθεστώτα που οικοδόμησαν μαζικά εργατικά κινήματα, κυβερνήσεις που επιχείρησαν ριζικούς κοινωνικούς μετασχηματισμούς χωρίς να καταργήσουν τη δημοκρατία, επαναστάσεις που δεν περίμεναν την «ωρίμανση» των μαρξιστικών σταδίων. Αυτό ακριβώς ήταν που μπέρδευε –και ταυτόχρονα γοήτευε– την ευρωπαϊκή Αριστερά: η αίσθηση πως η Ιστορία μπορεί να κινηθεί λοξά, έξω από τον ευρωπαϊκό «κανόνα».

Στην ελληνική περίπτωση, το πραξικόπημα των συνταγματαρχών το 1967 συντονίστηκε πλήρως με τις απροκάλυπτες αμερικανικές επεμβάσεις στη Λατινική Αμερική λόγω Ψυχρού Πολέμου και τα πραξικοπήματα. Την ίδια στιγμή, η μορφή του νεκρού Τσε, το αντάρτικο πόλης του Κάρλος Μαρινγκέλα στη Βραζιλία και των Τουπαμάρος στην Ουρουγουάη συμβόλιζαν για ένα ριζοσπαστικοποιημένο κομμάτι της αντιδικτατορικής νεολαίας μια «βίαιη ουτοπία»: την ιδέα της «τριτοκοσμικής» αντίστασης από τα κάτω ενάντια στον ιμπεριαλισμό της Δύσης.

Το βαθύτερο αποτύπωμα, πάντως, άφησε ο Σαλβαδόρ Αλιέντε και το πείραμα του ειρηνικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό, που έγινε σημείο αναφοράς για την ελληνική Αριστερά της δικτατορίας και της Μεταπολίτευσης. Η κατάληξή του, γνωστή και τραυματική, μετέτρεψε τη Χιλή σε σύμβολο, αλλά και σε προειδοποίηση: ότι ακόμη και οι πιο θεσμικές, δημοκρατικές εκδοχές ριζικής αλλαγής μπορούν να συντριβούν όταν οι συσχετισμοί το επιβάλλουν.

Από εκεί και πέρα, η Λατινική Αμερική δεν εξαφανίστηκε από το αριστερό φαντασιακό. Αντιθέτως, επανήλθε δυναμικά τη δεκαετία του 2000, αυτή τη φορά όχι ως επανάσταση, αλλά ως κυβερνητική εμπειρία. Το λεγόμενο «ροζ κύμα» –με επίκεντρο τη Βολιβία, τον Ισημερινό, αλλά και τη Βραζιλία– προσέφερε στη νότια Ευρώπη ένα νέο λεξιλόγιο αριστερόστροφου λαϊκισμού, στα πρότυπα του Αργεντίνου θεωρητικού Ερνέστο Λακλάου.

Οι Podemos στην Ισπανία υπήρξαν οι πρώτοι που ενσωμάτωσαν ανοιχτά αυτές τις αναφορές, αντλώντας θεωρητικά εργαλεία από τη λατινοαμερικανική εμπειρία και μεταφράζοντάς τα στο ευρωπαϊκό πεδίο: λιγότερο ως «εξωτικό» παράδειγμα και περισσότερο ως πρακτικό οπλοστάσιο πολιτικής κινητοποίησης – με τις όποιες αγκυλώσεις του.

Περίπλοκη σχέση

Στην Ελλάδα, ένα μέρος αυτού του ρεύματος εκφράστηκε μέσω του ΣΥΡΙΖΑ: η έμφαση στη λαϊκή κυριαρχία, η αντιπαράθεση με τις «ελίτ», η καχυποψία απέναντι στους θεσμούς της φιλελεύθερης συναίνεσης, η συχνή επίκληση της «αξιοπρέπειας των λαών» ως κομμάτι μιας αντι-νεοφιλελεύθερης ηθικής αντανακλούσαν αυτή τη σχολή σκέψης. Εδώ όμως αρχίζει και το πρόβλημα· η σχέση ειδικά με τη Βενεζουέλα αποδείχθηκε πολύ πιο περίπλοκη – και αυτό ισχύει για την ευρωπαϊκή Αριστερά γενικότερα: η αμφίσημη στάση της απέναντι στον Τσάβες και αργότερα στον Μαδούρο προσέφερε συχνά άλλοθι στον αυταρχισμό τους. Η δυσκολία να ειπωθεί ξεκάθαρα ότι το τσαβικό καθεστώς είχε μετατραπεί σε στυγνή δικτατορία και το φλερτ υψηλόβαθμων στελεχών της κυβέρνησης μαζί του λειτούργησαν ως πολιτικό βαρίδι για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η σημερινή συγκυρία ωστόσο άλλαξε τα πάντα. Η Βενεζουέλα μετατράπηκε εν μια νυκτί σε πεδίο άσκησης ωμής αμερικανικής ρεαλπολιτίκ, χωρίς φτιασίδια, και μάλλον έπονται Κολομβία, Νικαράγουα και Κούβα. Είναι μια αναβίωση του Δόγματος Μονρόε, όμως αυτή τη φορά χωρίς τα αντιαποικιακά χαρακτηριστικά του. Η Λατινική Αμερική αντιμετωπίζεται και πάλι ως περιφέρεια, όπου «επιτρέπονται» πράγματα που αλλού θεωρούνται αδιανόητα, καθιστώντας επίκαιρο τον μεγάλο Ουρουγουανό συγγραφέα Εδουάρδο Γκαλεάνο.

Στο «Οι Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής» (1971) –κλασικό αριστερό ανάγνωσμα κάποτε– περιγράφει με λεπτομέρειες όχι απλώς ένα παρελθόν αποικιακής λεηλασίας, αλλά ένα μηχανισμό εξαγωγής πρώτων υλών και διαρκούς εξάρτησης, που επαναλαμβάνεται στο διηνεκές, μετατρέποντας τις λατινοαμερικανικές χώρες σε «μπανανίες» της Δύσης. Από τον Αλιέντε έως τον Μαδούρο, η λατινοαμερικανική ήπειρος λειτούργησε άλλοτε ως υπόσχεση και άλλοτε ως προειδοποίηση: για τα όρια της δημοκρατικής μετάβασης, για το κόστος της σύγκρουσης με την ηγεμονία, αλλά και για τον κίνδυνο ο ριζοσπαστισμός να εκφυλιστεί σε αυταρχισμό όταν χάσει τα δημοκρατικά του αντίβαρα.

Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η Λατινική Αμερική λειτουργεί ως καθρέφτης ενός κόσμου που μοιάζει να επιστρέφει ολοταχώς στον 19ο αιώνα: σε μια διεθνή τάξη όπου οι ζώνες επιρροής, οι πρώτες ύλες και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα προηγούνται, με το διεθνές δίκαιο να έχει καταστεί εκ των πραγμάτων κενό γράμμα. Για την ελληνική και την ευρωπαϊκή Αριστερά εν γένει, το μεγάλο στοίχημα θα είναι η ικανότητα διάκρισης ανάμεσα στην καίρια αντι-ιμπεριαλιστική κριτική, τόσο απαραίτητη αυτή τη στιγμή, και στην επιστροφή σε παρελθούσες αυταπάτες σε σχέση με τις όποιες αρετές του λατινοαμερικανικού «μοντέλου».

Τσάβες, Ερνέστο και «Patria o muerte»

Μετά την εκλογική νίκη του Αλέξη Τσίπρα, τον Ιανουάριο 2015, οι Financial Times αναρωτήθηκαν αν ο πρώτος αριστερός πρωθυπουργός της Ελλάδας θα αποδειχθεί Ούγκο Τσάβες ή Λούλα ντα Σίλβα, αν δηλαδή στις βασικές επιλογές του θα επικρατούσε ο ριζοσπαστισμός ή ο ρεαλισμός. Είναι απολύτως κατανοητό γιατί η βρετανική εφημερίδα αναζήτησε παραδείγματα στην πολιτική ζωή της Λατινικής Αμερικής, που αποτελεί, διαχρονικά, πηγή έμπνευσης σε βαθμό εμμονής –κάποιες φορές– για την ελληνική Αριστερά.

Στις κηδείες

Ο Αλέξης Τσίπρας είχε παραστεί στην κηδεία του Ούγκο Τσάβες ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης (2013) και εκφώνησε επικήδειο για τον Φιντέλ Κάστρο ως πρωθυπουργός, ο μόνος Ευρωπαίος ηγέτης που βρέθηκε, τότε (2016), στην Αβάνα. Και ενώ είχε κάνει ήδη τη μνημονιακή στροφή, ήταν τόσο συναισθηματικά φορτισμένος, που ανακάλυψε δεσμούς μεταξύ ελληνικού και κουβανικού λαού αναγόμενους στο σύνθημα της κουβανικής επανάστασης «Patria o muerte» (Πατρίδα ή θάνατος), το 1959, εμπνευσμένο από το ελληνικό 1821, κατά την άποψή του.

Μετά την απαγωγή-σύλληψη του Μαδούρο από τις αμερικανικές δυνάμεις, προέταξε την κατάλυση του διεθνούς δικαίου χωρίς ισχυρή αναφορά στη βαρβαρότητα του καθεστώτος του Καράκας. Ακόμη πιο σιωπηλός ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ. Για τον εκπρόσωπο του κόμματος Κώστα Ζαχαριάδη, η αποσιώπηση δεν δείχνει «αμφιθυμία», αλλά αναγνώριση της «εντελώς διαφορετικής πολιτικής πραγματικότητας στη Λατινική Αμερική σε σχέση με την Ευρώπη». «Εκεί υπάρχει περισσότερος ή λιγότερος αυταρχισμός, χωρίς ενδιάμεσο χώρο και αποχρώσεις».

Ο Αλ. Τσίπρας δεν έκρυψε ποτέ τη γοητεία που του ασκεί η Λατινική Αμερική. Οταν επισκέφθηκε την Κούβα, θέλησε να γίνει γνωστό με τηλεγράφημα του ΑΠΕ ότι ο πρόεδρος Ραούλ Κάστρο ενδιαφέρθηκε να μάθει για τον μικρό γιο του, που έχει το όνομα «Ερνέστο», στη μνήμη του Τσε Γκεβάρα.

Οσοι διάβασαν την «Ιθάκη» θυμούνται ίσως την αφήγηση του Αλ. Τσίπρα για το πώς έμαθε από τον Αλέκο Φλαμπουράρη ότι θα γίνει πρόεδρος του ΣΥΝ, διαδεχόμενος τον Αλέκο Αλαβάνο (2008). Είχε μόλις επιστρέψει από το Καράκας στην Αθήνα και συναντήθηκε με τον αείμνηστο μέντορά του, στον οποίο εξηγούσε «τις αιτίες της προσωπολατρίας και το αίσθημα περηφάνιας που ένιωθαν εκατομμύρια φτωχοί και μικρομεσαίοι Βενεζουελάνοι για τον ηγέτη τους», Ούγο Τσάβες. «Του διηγήθηκα –γράφει– περιστατικά από την κεντρική προεκλογική του συγκέντρωση, που κράτησε πάνω από τέσσερις ώρες και εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι παραληρούσαν, πότε έκλαιγαν και πότε γελούσαν, σε κάθε φράση του».

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έπαψε να εμπνέεται από την Αριστερά της Λατινικής Αμερικής. Στη νεολαία του φέρεται να ανήκει η πατρότητα του συνθήματος «Ο Tσάβες μας δίνει τζάμπα τη βενζίνη, Μαριέττα, θα σου ανοίξουμε φωτιά που δεν θα σβήνει», που ακουγόταν σε μαθητικά συλλαλητήρια πριν από το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης. Το ταξίδι του Νίκου Παππά στη Βενεζουέλα το 2013, για τη διερεύνηση δυνατοτήτων ανάπτυξης εμπορικών σχέσεων, όπως έχει υποστηρίξει ο ίδιος, έγινε διακεκριμένος στόχος του αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου προκειμένου να αναδείξει ύποπτες σχέσεις με το Καράκας.

Εργαστήριο πειραμάτων

Δεν είναι παράξενο που η Λατινική Αμερική συγκινεί τόσο πολύ την Αριστερά. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν εκεί έξι αριστερές κυβερνήσεις, σε Βραζιλία, Χιλή, Κολομβία, Μεξικό, Ουρουγουάη, Κούβα. Οπως εξηγεί ο Κώστας Ελευθερίου, επ. καθηγητής Πολιτικής και Ιστορικής Κοινωνιολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, «η Λατινική Αμερική από τη δεκαετία του ’90 και μετά έγινε εργαστήριο αριστερών πειραμάτων και κυβερνητικών εγχειρημάτων, ενώ, αντίθετα, την ίδια περίοδο, στον ευρωπαϊκό χώρο υπήρχε υποχώρηση της Αριστεράς μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού».

Η «χρυσή εποχή» της Αριστεράς στη Λατινική Αμερική κράτησε από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 έως τις αρχές της δεκαετίας του 2010, όταν οι πολίτες σε Αργεντινή, Βολιβία, Βραζιλία, Ισημερινό και Βενεζουέλα ανέτρεψαν την εγχώρια εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού και εξέλεξαν αριστερές κυβερνήσεις. Ηταν η «ροζ παλίρροια», που έφερε επεκτατικές πολιτικές υπέρ των ασθενέστερων και μεγαλύτερο προστατευτισμό στην οικονομία.

Ο Κ. Ελευθερίου υπογραμμίζει ότι το μυστικό βρίσκεται στο αόρατο νήμα που ένωσε Αθήνα και Σαντιάγο το 1973. Το αιματηρό πραξικόπημα στη Χιλή συνέπεσε με την εξέγερση του Πολυτεχνείου και η ελληνική Αριστερά, ακολουθώντας την ευρωπαϊκή, βούτηξε στα σκοτεινά νερά της αναζήτησης των αιτίων της ανατροπής του Σαλβαδόρ Αλιέντε.

Κατά την ανάλυσή του, επικράτησε η άποψη πως «η επίθεση του ιμπεριαλισμού στη Χιλή διευκολύνθηκε από το γεγονός ότι δεν είχαν γίνει από τον Αλιέντε οι αναγκαίες συμμαχίες με μικροαστικά στρώματα και δυνάμεις στον συντηρητικό χώρο με δημοκρατική κουλτούρα. Ο ευρωκομμουνισμός υιοθέτησε αυτή την ανάγνωση και οδηγήθηκε, τελικά, στον ιστορικό συμβιβασμό, ενώ το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου ανέλυσε διεξοδικά την εμπειρία της Χιλής, που καθόρισε την αντίληψη για τους “μη προνομιούχους”».

Η κορνίζα

Το πορτρέτο του Τσε Γκεβάρα με το πούρο δέσποζε στο γραφείο του Αλ. Τσίπρα στην Κουμουνδούρου τον καιρό του αντιμνημονιακού αγώνα που τον έφερε στην εξουσία. Εκτοτε αποφεύγει την επίδειξη επαναστατικότητας λατινοαμερικανικού τύπου, αλλά ποτέ δεν ξεχνάει τον θρύλο των εξεγερμένων του κόσμου. Στην πρόσφατη ομιλία του στη Σορβόννη επανέλαβε, στερεοτυπικά, ως σύνθημα του Μάη ’68, μια φράση του Τσε: «Είμαστε ρεαλιστές, επιδιώκουμε το αδύνατο!» (Seamos realistas, pidamos lo imposible!).

ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Ελλάδα: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ