Προτού ο Χαμάμ αλ Χαμάμι σταθεί πίσω από τον κυβερνήτη της πτήσης 1073 της flydubai και του επιτεθεί με τσεκούρι, με στόχο να αναλάβει τον έλεγχο του αεροσκάφους και να προκαλέσει τη συντριβή του στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν, οι αρχές τριών χωρών είχαν αρκετές ευκαιρίες να τον εμποδίσουν να φτάσει στο πιλοτήριο.
Το Ομάν είχε σκανάρει τη διαδικτυακή του δραστηριότητα και είχε διαπιστώσει ότι το ενδιαφέρον του για «ριζοσπαστικές θεωρίες» ήταν αρκετό ώστε να κριθεί ακατάλληλος να συνεχίσει να εργάζεται ως πιλότος στην κρατική Oman Air. Του απαγόρευσαν να πετά, τον ενέταξαν σε πρόγραμμα αποριζοσπαστικοποίησης και του ανέθεσαν διοικητικά καθήκοντα. Ωστόσο, σύμφωνα με τη Wall Street Journal, δεν ενημέρωσαν άλλες αρμόδιες αρχές για τις ανησυχίες τους.
Ο Χαμάμ αλ Χαμάμι, ο συγκυβερνήτης που επιχείρησε να καταρρίψει πτήση της flydubai προς το Ισραήλ. Η συγκεκριμένη φωτογραφία είχε αναρτηθεί στο, διαγραμμένο πλέον, προφίλ του στο LinkedIn.
Οταν η flyfubai τον προσέλαβε τον Φεβρουάριο, δεν επικοινώνησε με την Oman Air για να ελέγξει το επαγγελματικό ιστορικό του. Πραγματοποίησε έλεγχο του ποινικού μητρώου του και στη συνέχεια τον τοποθέτησε στο πλήρωμα της γραμμής προς το Τελ Αβίβ, μια ιδιαίτερα ευαίσθητη διαδρομή, την οποία εκτέλεσε αρκετές φορές.
Οι αρχές των HAE ερευνούν πλέον στελέχη της flydubai που συμμετείχαν στη διαδικασία πρόσληψής του. Η εταιρεία αρνήθηκε να σχολιάσει, επικαλούμενη την έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Οι ευκαιρίες που χάθηκαν
Η τελευταία ευκαιρία να μην επιτραπεί στον Αλ Χαμάμι να πετάξει ήταν από το Ισραήλ. Πιλότοι από χώρες όπως το Ομάν, οι οποίες δεν διατηρούν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ, δεν επιτρέπεται να πετούν προς τη χώρα. Ο Χαμάμι, επομένως, θα έπρεπε να είχε αποκλειστεί εξαρχής.
Το Ισραήλ απαιτεί από τις ξένες αεροπορικές εταιρείες να υποβάλλουν εκ των προτέρων καταλόγους επιβατών και πληρώματος. Η flydubai είχε αποστείλει τον σχετικό κατάλογο για την πτήση 1073, σύμφωνα με την ισραηλινή Φορολογική Αρχή, η οποία διαχειρίζεται τη βάση δεδομένων των ταξιδιωτών.
Ωστόσο, το υπουργείο Μεταφορών υποστήριξε ότι δεν θεωρούσε πως είχε ούτε την αρμοδιότητα ούτε την απαραίτητη τεχνογνωσία για να ελέγχει τα πληρώματα. Από τη δημιουργία της βάσης δεδομένων, το 2023, δεν είχε ζητήσει ούτε μία φορά να λάβει κατάλογο επιβατών ή πληρώματος και, όπως ανέφερε, δεν γνώριζε καν ότι μπορούσε να έχει πρόσβαση σε αυτήν.
Αντί γι’ αυτό, βασιζόταν στη δέσμευση της flydubai να ελέγχει το ιστορικό και την εθνικότητα των πιλότων της.
Ηδη από τον Μάιο του 2024, πάντως, απόρρητη έκθεση είχε προειδοποιήσει για σοβαρές αδυναμίες στην ασφάλεια των πτήσεων ξένων αεροπορικών εταιρειών, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων τον κατακερματισμό των αρμοδιοτήτων και τα ασαφή όρια ευθύνης μεταξύ των υπηρεσιών.
Οι διαδοχικές αυτές παραλείψεις αναδεικνύουν μια ευρύτερη αποτυχία ασφαλείας. Ειδικοί θεωρούν ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο Αλ Χαμάμι έφτασε μέχρι το πιλοτήριο, δεδομένων των δυνατοτήτων επιτήρησης και συλλογής πληροφοριών τόσο των ΗΑΕ όσο και του Ισραήλ.
«Αν επρόκειτο για μια οργανωμένη τζιχαντιστική τρομοκρατική επίθεση, τότε υπάρχουν πολλά επίπεδα αποτυχίας από την πλευρά των υπηρεσιών πληροφοριών», δήλωσε ο Μάθιου Μπόρι, επικεφαλής υπηρεσιών πληροφοριών και συνιδρυτής της Osprey Flight Solutions.
Αξιωματούχοι στα ΗΑΕ, το Ομάν και το Ισραήλ αναγνωρίζουν κατ’ ιδίαν ότι υπήρξαν σοβαρές αστοχίες, από τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν στα ΗΑΕ και το Ισραήλ έως την αποτυχία του Ομάν να κοινοποιήσει τις ανησυχίες του για τον Αλ Χαμάμι.
Ο εισαγγελέας των ΗΑΕ ανακοίνωσε το Σάββατο ότι ο συγκυβερνήτης επιχείρησε να διαπράξει τρομοκρατική ενέργεια. Η Σαουδική Αραβία, τα ΗΑΕ και το Ισραήλ εκτιμούν ότι πιθανότατα επιχείρησε να ρίξει το αεροσκάφος στο Τελ Αβίβ, ενώ εξετάζουν αν έδρασε μόνος του. Μέχρι στιγμής, δεν έχουν εντοπιστεί διασυνδέσεις με ξένη δύναμη ή μεγάλη τρομοκρατική οργάνωση.
Το προφίλ του δράστη
Ο Αλ Χαμάμι είναι 29 ετών, με πατέρα από το Ομάν και μητέρα από τη Συρία. Ζούσε στο Ντουμπάι, αλλά ως έφηβος ταξίδευε συχνά στη Συρία, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου. Οι ερευνητές εξετάζουν το ενδεχόμενο να άρχισε να ριζοσπαστικοποιείται εκεί.
Αργότερα σπούδασε στην Αυστραλία, περίοδο που εξετάζουν επίσης οι ισραηλινές και εμιρατινές αρχές. Η αυστραλιανή αντιτρομοκρατική υπηρεσία έχει ξεκινήσει έρευνα για τις σχέσεις του με τη χώρα.
Ο Αλ Χαμάμι εντάχθηκε στην Oman Air το 2018 και έγινε πιλότος στις αρχές του 2022. Το 2024, οι αρχές διαπίστωσαν ότι επισκεπτόταν ιστοτόπους και ιστολόγια με εξτρεμιστικό περιεχόμενο. Του απαγόρευσαν να πετά, τον έθεσαν σε πρόγραμμα αποριζοσπαστικοποίησης και του ανέθεσαν διοικητικά καθήκοντα.
Εφυγε από την Oman Air στις αρχές του 2025 και το ίδιο καλοκαίρι επιχείρησε να προσληφθεί στη Royal Air Maroc. Εκπαιδεύτηκε για τρεις μήνες, αλλά τελικά δεν προσλήφθηκε.
Τον Φεβρουάριο του 2026 εντάχθηκε στη flydubai, η οποία διαθέτει περισσότερους από 1.300 πιλότους και πραγματοποιεί πτήσεις προς 140 αεροδρόμια. Η μεγάλη ζήτηση για πιλότους παγκοσμίως έχει οδηγήσει σε αυξημένες ανάγκες στελέχωσης, όμως, σύμφωνα με ανθρώπους που γνωρίζουν την υπόθεση, αυτό δεν δικαιολογεί τις παραλείψεις.
Τα κενά στους ελέγχους
Εάν το Ομάν είχε ανακαλέσει επίσημα την άδεια του Αλ Χαμάμι λόγω των ανησυχιών για τη δραστηριότητά του, πιθανότατα θα είχε υπάρξει σχετική ενημέρωση προς τα ΗΑΕ. Οι ίδιες ανησυχίες, υποστηρίζουν πηγές που γνωρίζουν την υπόθεση, θα έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί και στις υπόλοιπες χώρες του Κόλπου.
Το Ισραήλ, από την πλευρά του, θα έπρεπε να γνωρίζει ότι ένας Ομανός πιλότος βρισκόταν στο πιλοτήριο.
Ο Εϊτάν Μπεν Νταβίντ, πρώην αναπληρωτής σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Νετανιάχου και πρώην αναπληρωτής επικεφαλής του τμήματος ασφάλειας πτήσεων της El Al, δήλωσε ότι το υπουργείο Μεταφορών είναι αρμόδιο να ελέγχει τα πληρώματα των ξένων αεροπορικών εταιρειών, ώστε να διασφαλίζεται ότι προέρχονται από χώρες που διατηρούν σχέσεις με το Ισραήλ.
Οπως είπε, πριν από περίπου μία δεκαετία είχε ενημερωθεί ότι η Turkish Airlines σκόπευε να τοποθετήσει Ιρανό πιλότο σε πτήση προς το Τελ Αβίβ. «Το σταματήσαμε αμέσως», δήλωσε.
Η βάση δεδομένων που δημιουργήθηκε το 2023 θα μπορούσε να είχε καταστήσει ευκολότερο έναν τέτοιο έλεγχο. Ο νόμος προβλέπει ότι εξουσιοδοτημένοι φορείς, μεταξύ των οποίων το υπουργείο Μεταφορών, η Σιν Μπετ και η Μοσάντ, μπορούν να ζητούν πρόσβαση στους καταλόγους.
Ωστόσο, το υπουργείο υποστηρίζει ότι ουδέποτε ενημερώθηκε πως η βάση είχε τεθεί σε λειτουργία ή ότι μπορούσε να έχει πρόσβαση σε αυτήν. Παράλληλα, αναφέρει ότι δεν διαθέτει τις απαραίτητες υπηρεσίες πληροφοριών για τον έλεγχο του προσωπικού ξένων αεροπορικών εταιρειών και βασίζεται στις ίδιες τις εταιρείες.
Το υπουργείο είχε ζητήσει από τη flydubai να χρησιμοποιεί πιλότους από χώρες που διατηρούν διπλωματικές σχέσεις με το Ισραήλ και να πραγματοποιεί ελέγχους ασφαλείας. Δεν πραγματοποίησε, όμως, το ίδιο, τον απαραίτητο έλεγχο.
Ο Μπεν Νταβίντ θεωρεί ότι ο Αλ Χαμάμι θα έπρεπε να είχε αποκλειστεί από την πτήση αποκλειστικά και μόνο λόγω της εθνικότητάς του. «Φαίνεται ότι τα ονόματα δεν ελέγχθηκαν σωστά και ότι δεν έγινε ο απαιτούμενος έλεγχος», δήλωσε. «Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το περιστατικό σαν να είχε ήδη συμβεί μια καταστροφή».
Η αποτυχία των ελέγχων έγινε εμφανής λίγο μετά τα μισά της πτήσης 1073 προς το Τελ Αβίβ. Ο κυβερνήτης Σμιτ Ματσάρ δήλωσε ότι ο συγκυβερνήτης απομακρύνθηκε για να προσευχηθεί και στη συνέχεια του επιτέθηκε επανειλημμένα με το τσεκούρι έκτακτης ανάγκης.
Παρά τα τραύματά του, ο κυβερνήτης κατάφερε να ανοίξει την πόρτα του πιλοτηρίου. Επιβάτες και μέλη του πληρώματος μπήκαν μέσα, ακινητοποίησαν τον συγκυβερνήτη και κατάφεραν να σταθεροποιήσουν το αεροσκάφος.
Η μάχη αυτή πιθανότατα απέτρεψε μια καταστροφή. Καθώς οι έρευνες συνεχίζονται, όμως, το βασικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πώς κατάφερε ο Αλ Χαμάμι να επιτεθεί στον κυβερνήτη του αεροσκάφους στο πιλοτήριο. Είναι το πώς κατάφερε να φτάσει μέχρι εκεί.
Με πληροφορίες από Wall Street Journal




























