Η τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να βρεθεί ψηλά στην ατζέντα της συνάντησης του Ντόναλντ Τραμπ με τον Σι Τζινπίνγκ στην Ουάσιγκτον, σε μια περίοδο κατά την οποία οι φόβοι για τις δυνατότητες των πιο προηγμένων συστημάτων AI έχουν μετατραπεί από τεχνολογική συζήτηση σε ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
Κορυφαίοι παράγοντες της αμερικανικής τεχνολογικής βιομηχανίας θεωρούν ότι Ηνωμένες Πολιτείες και Κίνα χρειάζονται τουλάχιστον έναν στοιχειώδη μηχανισμό συνεννόησης για τους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από την ανάπτυξη της τεχνολογίας. Το πρόβλημα, όπως επισημαίνει η Washington Post, είναι ότι οι δύο ισχυρότερες χώρες στην παγκόσμια κούρσα της AI δεν συμφωνούν ούτε στο ποιοι είναι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι, ενώ η αμοιβαία εμπιστοσύνη παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη.
Η πρόταση του Σαμ Αλτμαν
Νωρίτερα μέσα στον μήνα, ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Σαμ Αλτμαν, παρουσίασε μια ιδέα με έντονο πολιτικό συμβολισμό. Υποστήριξε ότι μια συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας για κοινά πρότυπα και δοκιμές στα προηγμένα συστήματα AI θα μπορούσε να αποτελέσει σημαντικό επίτευγμα για τον Ντόναλντ Τραμπ.
Η λογική του Αλτμαν είναι ότι ακόμη και μια περιορισμένη συνεννόηση μεταξύ των δύο χωρών που ηγούνται της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα πρώτο πλαίσιο ασφάλειας. Ωστόσο, η Washington Post σημειώνει ότι ο Λευκός Οίκος δεν έχει μέχρι στιγμής δείξει πρόθεση να κινηθεί προς μια ευρεία συμφωνία με το Πεκίνο.
Νωρίτερα μέσα στον μήνα, ο διευθύνων σύμβουλος της OpenAI, Σαμ Αλτμαν, παρουσίασε μια ιδέα με έντονο πολιτικό συμβολισμό.
Γιατί οι επικεφαλής της AI ανησυχούν
Καθώς τα προηγμένα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης αποκτούν όλο και μεγαλύτερες δυνατότητες, αυξάνονται και οι ανησυχίες για το πώς θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Ορισμένα από τα κορυφαία στελέχη της βιομηχανίας φοβούνται ότι τα πιο ισχυρά συστήματα θα μπορούσαν να συμβάλουν σε κυβερνοεπιθέσεις, στην ανάπτυξη βιολογικών όπλων ή σε άλλες μορφές σοβαρής απειλής. Γι’ αυτό και αρκετοί ζητούν μεγαλύτερο συντονισμό ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο.
Το σκεπτικό είναι απλό: ακόμη κι αν οι αμερικανικές εταιρείες επέλεγαν αυστηρότερους περιορισμούς ή μεγαλύτερη προστασία των μοντέλων τους, ο κίνδυνος θα παρέμενε εάν αντίστοιχα προηγμένα κινεζικά μοντέλα συνέχιζαν να διατίθενται ευρέως και να μπορούν να τροποποιούνται από τρίτους.
Παρά τη δημόσια συζήτηση, που έχει ενταθεί το τελευταίο διάστημα γύρω από τους κινδύνους της AI, δεν υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι οι βασικές θέσεις ΗΠΑ και Κίνας έχουν αλλάξει σημαντικά.
Η έλλειψη εμπιστοσύνης
Το βασικό εμπόδιο πάντως, παραμένει πολιτικό. «Το συμπέρασμα είναι ότι δεν υπάρχει αμοιβαία εμπιστοσύνη», λέει στη Washington Post ο Ράιαν Φεντάσιουκ, συνεργάτης του Ινστιτούτου Αμερικανικής Επιχειρηματικότητας.
Κατά την εκτίμησή του, δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για μια μεγάλη συμφωνία, ούτε για περιορισμούς που θα αφορούν τις δυνατότητες που αναπτύσσει η κάθε πλευρά. Παρά τη δημόσια συζήτηση, που έχει ενταθεί το τελευταίο διάστημα γύρω από τους κινδύνους της AI, δεν υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι οι βασικές θέσεις ΗΠΑ και Κίνας έχουν αλλάξει σημαντικά.
Ο Τραμπ δεν θέλει να βάλει «φρένο» στην AI
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν επιθυμεί κυβερνητικούς περιορισμούς που θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, υποστήριξε ότι η χώρα του προηγείται σημαντικά της Κίνας στην AI και δήλωσε ότι στόχος του είναι να διατηρήσει αυτή την πρωτοκαθεδρία.
Παράλληλα, εμφανίστηκε αντίθετος σε κάθε πολιτική που, κατά την άποψή του, θα μπορούσε να «πνίξει» μια τεχνολογία την οποία θεωρεί μεγαλύτερη ακόμη και από τη Βιομηχανική Επανάσταση. Η στάση αυτή δείχνει και τη βασική αντίφαση στο εσωτερικό της αμερικανικής πλευράς.
Από τη μία, υπάρχουν αξιωματούχοι και στελέχη της βιομηχανίας που ζητούν ισχυρότερες δικλίδες ασφαλείας. Από την άλλη, ο ίδιος ο πρόεδρος δίνει προτεραιότητα στην ταχύτητα ανάπτυξης και στην τεχνολογική υπεροχή έναντι της Κίνας.
Η αφρόκρεμα της AI στο δείπνο Τραμπ-Σι
Η σημασία που έχει αποκτήσει η τεχνολογία φαίνεται και από τη λίστα των προσκεκλημένων στο δείπνο των δύο ηγετών. Μεταξύ των προσκεκλημένων αναμένονται κορυφαία στελέχη της αμερικανικής τεχνολογικής βιομηχανίας.
Στη λίστα βρίσκονται ο Ελον Μασκ, ο Σαμ Αλτμαν, ο Τζένσεν Χουάνγκ της Nvidia, ο Τζεφ Μπέζος, ο Σούνταρ Πιτσάι, ο Μάικλ Ντελ, ο Τιμ Κουκ, ο Μαρκ Ζάκερμπεργκ, ο Γκρεγκ Μπρόκμαν και ο Σάτια Ναντέλα. Ωστόσο, ακόμη και μεταξύ αυτών υπάρχουν βαθιές διαφορές ως προς το πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι της AI.
Ο Μασκ και ο Αλτμαν έχουν ταχθεί υπέρ μιας επιβράδυνσης της ανάπτυξης των ισχυρότερων συστημάτων. Ο Τζένσεν Χουάνγκ, αντίθετα, δεν έχει υιοθετήσει αυτή τη θέση και θεωρεί υπερβολικές τις προειδοποιήσεις για καταστροφικές συνέπειες.
Ο ανταγωνισμός με την Κίνα
Η κυβέρνηση Τραμπ αντιμετωπίζει την AI ως μια κούρσα, στην οποία οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να παραμείνουν μπροστά. Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν κατηγορήσει κινεζικές εταιρείες ότι αξιοποιούν αμερικανικές καινοτομίες μέσω της τεχνικής του «distillation», με την οποία μπορούν να επιτύχουν αντίστοιχες δυνατότητες χρησιμοποιώντας λιγότερη υπολογιστική ισχύ.
Την ίδια στιγμή όμως, η κυβέρνηση εμφανίζεται επιφυλακτική απέναντι στην επιβολή περιορισμών στα ανοιχτά μοντέλα AI που αναπτύσσονται κυρίως στην Κίνα. Τα συγκεκριμένα μοντέλα είναι ιδιαίτερα δημοφιλή στις επιχειρήσεις επειδή είναι συχνά φθηνότερα και μπορούν να προσαρμοστούν από εξωτερικούς προγραμματιστές.
Παράλληλα, η κυβέρνηση έχει εγκρίνει και εξαγωγές προηγμένων υπολογιστικών τσιπ προς την Κίνα, μια πολιτική που έχει δεχθεί επικρίσεις από όσους θεωρούν ότι έτσι ενισχύεται η ικανότητα του Πεκίνου να παραμείνει ανταγωνιστικό.
Οι Δημοκρατικοί κατηγορούν τον Τραμπ για αντιφάσεις
Οι επιλογές αυτές έχουν προκαλέσει πολιτική αντιπαράθεση στην Ουάσιγκτον. Δημοκρατικοί γερουσιαστές υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση υπονομεύει τη δική της επιχειρηματολογία περί ανάγκης διατήρησης της αμερικανικής τεχνολογικής υπεροχής.
Η γερουσιαστής Ελίζαμπεθ Γουόρεν, σε δημόσια επιστολή προς τον Τραμπ, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι δίνει προτεραιότητα στα συμφέροντα εταιρειών όπως η Nvidia εις βάρος της εθνικής ασφάλειας. Υποστήριξε επίσης ότι οι εξαγωγές προηγμένων τσιπ στην Κίνα μπορούν να ενισχύσουν την ανάπτυξη προηγμένων κινεζικών συστημάτων AI, ακόμη και στρατιωτικών εφαρμογών.
Ενας μηχανισμός ειδοποίησης για κρίσεις AI
Μέχρι στιγμής, η πιο συγκεκριμένη πρόταση συνεργασίας μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας αφορά έναν μηχανισμό άμεσης ενημέρωσης. Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ συναντήθηκε την Κυριακή (20/09) στη Νέα Υόρκη με τον Κινέζο αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Χε Λιφένγκ για να συζητήσουν εμπόριο και τεχνητή νοημοσύνη.
Κατά τη συνάντηση, ο Μπέσεντ πρότεινε τη δημιουργία ενός μηχανισμού ειδοποίησης, μέσω του οποίου οι δύο χώρες θα μπορούσαν να ειδοποιούν η μία την άλλη όταν ένα περιστατικό σχετικό με την AI αποκτά διαστάσεις εθνικής ασφάλειας.
Η λογική είναι να μειωθεί η αδιαφάνεια ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις στον χώρο της τεχνητής νοημοσύνης. Η κινεζική πλευρά, πάντως, δεν έχει ανακοινώσει δημοσίως ότι αποδέχεται την πρόταση.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, έχει παρουσιάσει μια πιο σκληρή προσέγγιση απέναντι στην Κίνα.
Η συζήτηση θα συνεχιστεί
ΗΠΑ και Κίνα φαίνεται, προς το παρόν, να έχουν συμφωνήσει κυρίως σε ένα πράγμα: ότι πρέπει να συνεχίσουν να μιλούν. Ο Μπέσεντ ανέφερε ότι οι επίσημες συζητήσεις αναμένεται να συνεχιστούν τον Νοέμβριο στη Σεντζέν.
Για όσους στην τεχνολογική βιομηχανία ανησυχούν για τους κινδύνους της AI, αυτή η επικοινωνία θεωρείται κρίσιμη. Το πρόβλημα είναι ότι η συνεργασία προϋποθέτει ένα επίπεδο εμπιστοσύνης που σήμερα δεν υπάρχει.
Η πρόταση του επικεφαλής της Anthropic
Ο διευθύνων σύμβουλος της Anthropic, Ντάριο Αμοντέι, έχει παρουσιάσει μια πιο σκληρή προσέγγιση απέναντι στην Κίνα. Σε κείμενό του με το οποίο ζητεί επιβράδυνση της ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης, υποστηρίζει μια στρατηγική δύο σταδίων.
Πρώτον, οι ΗΠΑ θα πρέπει να περιορίσουν την πρόσβαση της Κίνας στα κορυφαία αμερικανικά τσιπ AI και να εμποδίσουν κινεζικές εταιρείες να αποκτούν αμερικανική τεχνογνωσία. Στη συνέχεια, αφού θα έχει διασφαλιστεί η αμερικανική πρωτοκαθεδρία, θα μπορούσε να εξεταστεί συνεργασία με την Κίνα.
Ο ίδιος προειδοποιεί πάντως, ότι τα γεωπολιτικά διακυβεύματα είναι τόσο μεγάλα ώστε θα υπάρχουν σαφή όρια στο τι μπορεί να επιτευχθεί, τουλάχιστον σε πρώτη φάση.
Μια συνάντηση με μεγάλες προσδοκίες αλλά μικρά περιθώρια
Ο Λευκός Οίκος αναμένει ότι ο Τραμπ και ο Σι θα συζητήσουν για την τεχνητή νοημοσύνη, μαζί με άλλα ζητήματα, μεταξύ των οποίων και η συμφωνία του 2025 για την προσωρινή παύση των κινεζικών περιορισμών στις εξαγωγές σπάνιων γαιών που είναι απαραίτητες για την παραγωγή τσιπ.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη Washington Post, λίγα δείχνουν ότι η συνάντηση θα οδηγήσει σε κάποια μεγάλη συμφωνία γύρω από την AI. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θέλουν να παραμείνουν μπροστά στον τεχνολογικό ανταγωνισμό. Η Κίνα δεν έχει λόγο να δεχθεί περιορισμούς που θα μπορούσαν να φρενάρουν τη δική της ανάπτυξη. Και οι δύο πλευρές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την τεχνητή νοημοσύνη όχι μόνο ως τεχνολογικό επίτευγμα, αλλά και ως εργαλείο οικονομικής, στρατηγικής και γεωπολιτικής ισχύος.
Ετσι, η πιο ρεαλιστική εξέλιξη στο άμεσο μέλλον δεν φαίνεται να είναι μια μεγάλη συμφωνία, αλλά η δημιουργία ενός πιο σταθερού καναλιού επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες δυνάμεις της AI.
Με πληροφορίες από Washington Post




























