Kathimerini.com.cy
Το Συμβούλιο Μελέτης Παρεκκλίσεων ανέβαλε τη σημερινή συνεδρία κατά την οποία θα οριστικοποιούσε την απόφασή του για τη συνέχιση των εργασιών ανέγερσης της Ιεράς Μονής Αγίων Εφραίμ και Αικατερίνης στο Κάβο Γκρέκο. Όπως είχε αποκαλύψει η «Κ» στις 22 Οκτωβρίου, η απόφαση για τη συνέχιση είχε ληφθεί με ψήφους 4 έναντι 1, με τη μοναδική διαφωνία να προέρχεται από την εκπρόσωπο του Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου (ΕΤΕΚ).
Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Μελέτης Παρεκκλίσεων, Σωτήρη Κτωρίδη, δεν υπάρχει κάποιος συγκεκριμένος λόγος που αναβλήθηκε η συνεδρία, η οποία μεταφέρθηκε στις 13 Νοεμβρίου. Το Συμβούλιο, όπως ανέφερε στην «Κ», πρέπει να μελετήσει ακόμα πολλά έγγραφα. Όσον αφορά τα παράπονα από τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, ο κ. Κτωρίδης δήλωσε πως ο καθένας μπορεί να εκφράζει τη γνώμη του.
Πάντως, σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», η θέση του ΕΤΕΚ κατά της συνέχισης των εργασιών, δεν φαίνεται να διαφοροποιείται.
Ο κ. Κτωρίδης, μιλώντας στην εκπομπή «Διασπορά Ειδήσεων» του ΣΠΟΡ FM 95.00 στις 22 Οκτωβρίου, είχε δηλώσει πως δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα η εξέταση της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον ίδιο αναμένουν τη δεύτερη συνεδρία και στη συνέχεια το ζήτημα θα οδηγηθεί στο υπουργικό Συμβούλιο για τελική απόφαση.
Όπως εξήγησε ο κ. Κτωρίδης στη «Διασπορά Ειδήσεων», η αίτηση παραλήφθηκε πριν λίγο καιρό από το Συμβούλιο Παρεκκλίσεων, έγιναν διαβουλεύσεις με διάφορα αρμόδια τμήματα και ζητήθηκαν οι μελέτες οι οποίες απαιτούνται για τέτοιου είδους αναπτύξεις.
Το ΑΚΕΛ μεταφέρει το ζήτημα στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Εσωτερικών
Το ΑΚΕΛ ανακοίνωσε πως θα προχωρήσει στην εγγραφή του θέματος στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ώστε να συζητηθεί τόσο η συγκεκριμένη υπόθεση όσο και το ευρύτερο πλαίσιο παραχώρησης πολεοδομικών παρεκκλίσεων στην Κύπρο.
«Η υπόθεση της Μονής στο Κάβο Γκρέκο, σε συνδυασμό με τη γενικότερη πρακτική παραχώρησης πολεοδομικών παρεκκλίσεων για μεγάλες ιδιωτικές αναπτύξεις, αναδεικνύει την ανάγκη για ουσιαστική συζήτηση για τον θεσμό και τη χρήση του. Οι πολεοδομικές παρεκκλίσεις θεσπίστηκαν για να αντιμετωπίζουν πραγματικά εξαιρετικές περιπτώσεις και όχι για να υποκαθιστούν τον πολεοδομικό σχεδιασμό ή να δημιουργούν διαφορετικούς όρους μεταχείρισης μεταξύ πολιτών και επιχειρήσεων», αναφέρει.
Τονίζει πως η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στην περίπτωση του Κάβο Γκρέκο, αλλά πρέπει να εξεταστεί «κατά πόσο ο θεσμός εφαρμόζεται με διαφάνεια, ισονομία και σεβασμό στον πολεοδομικό σχεδιασμό, στο περιβάλλον και στο δημόσιο συμφέρον».
Τα δεδομένα της υπόθεσης
Το «πράσινο φως» του Συμβουλίου ανέτρεψε τα δεδομένα σε έναν παρατεταμένο νομικό και γραφειοκρατικό «πόλεμο» που ξεκίνησε στις αρχές του 2024, όταν η υπόθεση ήρθε στο φως της δημοσιότητας, καθώς είχε διαπιστωθεί ότι η Μητρόπολη Κωνσταντίας και Αμμοχώστου ξεκίνησε οικοδομικές εργασίες για την ανέγερση μοναστηριού στην τοποθεσία «Μαζερή του Κούκου», εντός της προστατευόμενης περιοχής Natura 2000 του Εθνικού Δασικού Πάρκου Κάβο Γκρέκο, χωρίς να κατέχει τις απαραίτητες περιβαλλοντικές και πολεοδομικές άδειες. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε άμεσες και έντονες αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις και κρατικές υπηρεσίες, οδηγώντας στην επιβολή προστίμων και σε διατάγματα τερματισμού των εργασιών.
Μέχρι και την πρόσφατη συνεδρίαση του ΣΥ.ΜΕ.ΠΑ., η πλευρά των κρατικών τμημάτων και των οικολογικών φορέων βασιζόταν σε παλαιότερες γνωματεύσεις του Γενικού Εισαγγελέα, οι οποίες ορίζουν ρητά ότι έργα που έχουν ξεκινήσει παράνομα σε ζώνες Natura 2000 δεν νομιμοποιούνται να αξιολογηθούν εκ των υστέρων. Παράλληλα, την άνοιξη του 2024, ο Δήμος Αγίας Νάπας και το Τμήμα Πολεοδομίας είχαν εκδώσει ειδοποιήσεις επιβολής για άμεση κατεδάφιση των αυθαιρεσιών. Η Μητρόπολη είχε αντιδράσει καταθέτοντας ιεραρχική προσφυγή και ξεκινώντας δικαστικό αγώνα για την ακύρωση των διαταγμάτων, παγώνοντας προσωρινά τις διαδικασίες κατεδάφισης, ενώ παράλληλα επεδίωξε τη νομιμοποίηση μέσω της οδού της παρέκκλισης.0
Η απόφαση του Συμβουλίου Παρεκκλίσεων έρχεται να δώσει νομικό παράθυρο συνέχισης του έργου, παρά το γεγονός ότι το ΕΤΕΚ είχε ήδη κινήσει διαδικασίες για την παραπομπή των αρχιτεκτόνων και των μηχανικών του έργου στο Πειθαρχικό του Συμβούλιο, με την κατηγορία ότι συνέβαλαν στην ανέγερση παράνομων υποστατικών εντός προστατευόμενης ζώνης.




























