Kathimerini.gr
Μετά τα στοιχεία της Eurostat που έδειξαν επιτάχυνση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και περίπου τρία χρόνια, η αύξηση των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας θεωρείται πλέον πιο σίγουρη, ενώ ερώτημα για τις αγορές αποτελούν τα επόμενα βήματα νομισματικής πολιτικής εν μέσω συνεχιζόμενης κρίσης στη Μέση Ανατολή που διατηρεί τις τιμές της ενέργειας στα ύψη.
Ο δείκτης τιμών καταναλωτή εκτινάχθηκε στο 3,3% τον Αύγουστο από 2,9% τον προηγούμενο μήνα, βάσει των προκαταρκτικών εκτιμήσεων της ευρωπαϊκής στατιστικής υπηρεσίας, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2023, με τις αυξημένες τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου να τροφοδοτούν τις πληθωριστικές πιέσεις.
Ωστόσο, ο δομικός δείκτης, ο οποίος εξαιρεί τις τιμές ενέργειας και τροφίμων, επιβραδύνθηκε απροσδόκητα στο 2,4%, καθώς ο δείκτης των υπηρεσιών υποχώρησε στο 3%.
Το μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου Ιζαμπέλ Σνάμπελ δήλωσε στο Bloomberg την περασμένη εβδομάδα ότι το κόστος δανεισμού πρέπει να αυξηθεί περαιτέρω για να επανέλθει ο πληθωρισμός στον στόχο του 2%, ενώ και άλλοι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν εκφράσει παρόμοιες απόψεις.
«Οι ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό έχουν και πάλι αυξηθεί το τελευταίο διάστημα», δήλωσε χθες Τρίτη ο επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας της Αυστρίας, Μάρτιν Κόχερ. «Εάν αυτή η εικόνα επιβεβαιωθεί στις νέες προβλέψεις της ΕΚΤ, πιστεύω ότι θα χρειαστεί μία ακόμη αύξηση των επιτοκίων στο εγγύς μέλλον», προσέθεσε.
Εάν η ΕΚΤ προχωρήσει σε αύξηση επιτοκίων στις 10 Σεπτεμβρίου, θα εδραιώσει τη θέση της ως της πιο «αυστηρής» κεντρικής τράπεζας στην Ομάδα των Επτά. Ωστόσο, άλλες τράπεζες ενδέχεται να ετοιμάζονται να ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Παρότι δεν εξέφρασε ρητή υποστήριξη σε μια τέτοια κίνηση, ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, Κέβιν Γουόρς, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι η συγκράτηση του πληθωρισμού αποτελεί την κορυφαία προτεραιότητα.
Εν τω μεταξύ, η νομισματική σύσφιγξη συντελείται πλέον και στις αγορές ομολόγων. Οι αποδόσεις των διεθνών ομολόγων αυξήθηκαν χθες στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν δύο δεκαετιών, καθώς η άνοδος των τιμών του πετρελαίου τροφοδοτεί τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό και καθιστά πλέον πιο πιθανό να προχωρήσει σε περιοριστικές κινήσεις και η Fed μετά τη δημόσια δέσμευση του Γουόρς. Οι Ευρωπαίοι κεντρικοί τραπεζίτες δεν δείχνουν διατεθειμένοι να αλλάξουν την πάγια τακτική που ακολουθούν τα τελευταία χρόνια, κινούμενοι προσεκτικά, χωρίς να δεσμεύονται με προβλέψεις για την πολιτική τους και λαμβάνοντας αποφάσεις για τα επιτόκια ανά συνεδρίαση και με βάση τα πιο πρόσφατα μακροοικονομικά δεδομένα.
Σύμφωνα με τους οικονομολόγους, υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες η ΕΚΤ να σταματήσει τον Σεπτέμβριο, διατηρώντας τα επιτόκια σε επίπεδο που πολλοί θεωρούν το ανώτατο όριο του «ουδέτερου» εύρους – ένα επίπεδο επιτοκίων που ούτε περιορίζει ούτε τονώνει την ανάπτυξη.
Η πρόβλεψη αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι η αγορά εργασίας είναι σχετικά αδύναμη και οι πιέσεις στις τιμές δεν δείχνουν να έχουν δευτερογενείς επιπτώσεις στις αυξήσεις μισθών, ενισχύοντας την άποψη ότι μπορεί να είναι αρκετή μόνο μια ήπια σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής. Εξάλλου, η οικονομική ανάπτυξη, που κινείται γύρω στο 1%, είναι επίσης αρκετά αδύναμη, ενώ κινδυνεύει να επιβραδυνθεί περαιτέρω, εάν η σύγκρουση συνεχιστεί.
Ωστόσο, οι χρηματοπιστωτικές αγορές προβλέπουν δύο ακόμη αυξήσεις των επιτοκίων το επόμενο έτος, με βάση την παραδοχή ότι οι υψηλότερες τιμές της ενέργειας θα αρχίσουν τελικά να επηρεάζουν τον ευρύτερο καθορισμό των τιμών, ιδίως δεδομένου ότι ο πόλεμος στο Ιράν δεν δείχνει σημάδια υποχώρησης, διατηρώντας τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα.
Οι τιμές του φυσικού αερίου αυξάνονται επίσης, ενώ η ευρύτερη οικονομία έχει αποδειχθεί ανθεκτική στις πιέσεις που προκαλούν οι πόλεμοι, οι δασμοί και τα υψηλότερα επιτόκια, οπότε η ΕΚΤ ενδέχεται να χρειαστεί να λάβει περαιτέρω μέτρα για να ανακόψει τις πιέσεις στις τιμές, υποστηρίζουν ορισμένοι.
Επιπλέον, οι ομόλογοί της σε παγκόσμιο επίπεδο, συμπεριλαμβανομένης της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ, ενδέχεται επίσης να αναγκαστούν να προχωρήσουν σε αυξήσεις επιτοκίων, ενισχύοντας τις προσδοκίες της αγοράς για έναν παγκόσμιο κύκλο αυξήσεων επιτοκίων.
Η επικρατούσα άποψη είναι ότι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ενδέχεται να διατηρήσουν αμετάβλητα τα επιτόκια στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου και να λάβουν καθοριστικές αποφάσεις στον επόμενο γύρο οικονομικών προβλέψεων τον Δεκέμβριο.




























