ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Διπλασιάστηκαν σε 15 χρόνια τα παγκόσμια χρέη από μικροδάνεια

Κρίσεις αποπληρωμής σε πολλές χώρες, εγκλωβισμένοι εκατομμύρια άνθρωποι

Kathimerini.gr

«Σε έναν κόσμο χωρίς φτώχεια, το μόνο μέρος όπου θα μπορούσε να δει κανείς τη φτώχεια θα ήταν τα… μουσεία φτώχειας». Με αυτή τη φράση ο «τραπεζίτης των φτωχών» Μουχάμαντ Γιουνούς, ο οικονομολόγος από το Μπανγκλαντές που πρωτοστάτησε στη μικροχρηματοδότηση, παρέλαβε το 2006 στο Οσλο της Νορβηγίας το Νομπέλ Ειρήνης, από κοινού με την τράπεζα που ίδρυσε, την Grameen Bank. Το όραμά του, που γεννήθηκε τη δεκαετία του 1970 όταν βοήθησε μια φτωχή μητέρα να γλιτώσει από τους τοκογλύφους με μόλις 27 δολάρια, φαινόταν ουτοπικό: η παροχή μικροδανείων χωρίς εγγυήσεις σε πολίτες αποκλεισμένους από το παραδοσιακό τραπεζικό σύστημα.

Δύο δεκαετίες αργότερα, η υπόσχεση για έναν κόσμο χωρίς φτώχεια έχει μετατραπεί σε μια σκληρή πραγματικότητα, με εκατομμύρια ανθρώπους να παραμένουν εγκλωβισμένοι σε έναν φαύλο κύκλο ανέχειας και χρεών. Από το 1983, όταν ο Γιουνούς ίδρυσε την Grameen Bank, το κίνημα των μικροχρηματοδοτήσεων γιγαντώθηκε γρήγορα, κερδίζοντας την υποστήριξη διεθνών προσωπικοτήτων και φιλανθρώπων, όπως η πρώην ΥΠΕΞ των ΗΠΑ Χίλαρι Κλίντον και η ηθοποιός Νάταλι Πόρτμαν, οι οποίες αφηγήθηκαν εμπνευσμένες ιστορίες γυναικών που βελτίωσαν την τύχη των κοινοτήτων τους. Στόχος δεν ήταν μόνο η οικονομική ανακούφιση αλλά και η καταπολέμηση της ανισότητας των φύλων και η ενίσχυση της εκπαίδευσης μέσω της γυναικείας επιχειρηματικότητας.

Η σύγχρονη πραγματικότητα, ωστόσο, απέχει δραματικά από το αρχικό όραμα. Οικονομολόγοι διαπίστωσαν ότι η υπερβολική χορήγηση μικροχρηματοδοτήσεων έχει προκαλέσει κρίσεις αποπληρωμής για δανειολήπτες σε έξι χώρες, συμπεριλαμβανομένων της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, της Ινδίας και της Καμπότζης.

Σήμερα, οι μικροχρηματοδοτικοί οργανισμοί διαχειρίζονται ανεξόφλητα δάνεια ύψους 219,7 δισ. δολαρίων, τα οποία επιβαρύνουν περισσότερους από 140 εκατομμύρια δανειολήπτες παγκοσμίως. Το μέσο χρέος ανά δανειολήπτη μάλιστα ανήλθε στα 1.381 δολάρια, έχοντας σχεδόν διπλασιαστεί σε σύγκριση με το 2009, με πολλά μεμονωμένα συμβόλαια να αγγίζουν πλέον δεκάδες χιλιάδες δολάρια. Οι περισσότεροι μικροδανειστές έχουν ελάχιστη ομοιότητα με το όραμα του Γιουνούς. Με δέλεαρ τα υψηλά επιτόκια και τα χαμηλά ποσοστά αθέτησης πληρωμών, μεγάλες επενδυτικές τράπεζες και διεθνείς αναπτυξιακοί οργανισμοί εισχώρησαν επιθετικά στην αγορά. Η Compartamos Banco στο Μεξικό έκανε την αρχή το 2007 με μια άκρως κερδοφόρα αρχική δημόσια προσφορά, αλλάζοντας τον χαρακτήρα των οργανισμών από ανθρωπιστικά εγχειρήματα σε μηχανές κερδοσκοπίας. Σε χώρες της Λατινικής Αμερικής τα πραγματικά επιτόκια ξεπέρασαν ακόμη και το 100%, ενώ στο Μεξικό καταγράφηκαν περιπτώσεις που άγγιξαν το 400%. Οι υπάλληλοι των δανειστών, υπό την πίεση της επίτευξης στόχων και της ικανοποίησης των ξένων μετόχων, άρχισαν να εγκρίνουν δάνεια χωρίς να εξετάζουν την ικανότητα αποπληρωμής των φτωχών οικογενειών, θυμίζοντας τελικά τους ίδιους τους τοκογλύφους που το σύστημα υποσχέθηκε να αντικαταστήσει. Tα κεφάλαια αντί να επενδύονται σε παραγωγικές μικρές επιχειρήσεις, καταναλώνονται σε ιατρικά έξοδα, τρόφιμα και βασικές ανάγκες διαβίωσης. Στην Ινδία, το ποσοστό των δανείων με καθυστέρηση άνω των 30 ημερών τριπλασιάστηκε στο 6,2%, ενώ ήδη από το 2010 τοπικοί πολιτικοί συνέδεαν την πίεση των εισπρακτικών τακτικών με ένα τραγικό κύμα αυτοκτονιών.

Στην Καμπότζη, όπου το μέσο χρέος ξεπερνάει τα 3.900 δολάρια –σχεδόν τρεις φορές το μέσο ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα–, τα δάνεια δεν εκδίδονται πλέον βάσει της αλληλεγγύης, αλλά εξασφαλίζονται με τους τίτλους ιδιοκτησίας αγροτικής γης. Οταν οι καλλιέργειες αποτυγχάνουν ή χάνονται θέσεις εργασίας, οι δανειολήπτες παγιδεύονται στον δανεισμό από ανεπίσημους τοκογλύφους και γείτονες απλώς και μόνο για να πληρωθούν οι τόκοι του μικροδανείου. Αυτή η ασφυκτική πίεση έχει συνδεθεί άμεσα με την αύξηση της παιδικής εργασίας, όπως επίσης με την αναγκαστική μετανάστευση, την αστεγία λόγω κατάσχεσης γης και, στη χειρότερη περίπτωση, με την αυτοκτονία. Η Σαμρίθ Σαράβ, μια 47χρονη μητέρα τριών παιδιών στο Μπαταμπάνγκ της Καμπότζης, πήρε το πρώτο της μικροδάνειο το 2015, δανειζόμενη 3.000 δολάρια για να ανακαινίσει τη στέγη των γονιών της και να αγοράσει λίπασμα. Ενα χρόνο αργότερα καθυστέρησε τις πληρωμές και ζήτησε από τη μητέρα της να πάρει άλλο ένα δάνειο 3.000 δολαρίων από διαφορετικό δανειστή, επιδιώκοντας να αποπληρώσει το υπόλοιπο και να αγοράσει περισσότερα γεωργικά εφόδια. Σήμερα προσπαθεί ακόμη να αποπληρώσει αυτό το δάνειο, το οποίο είναι εξασφαλισμένο από τη γη των γονιών της, ενώ δανείζεται χρήματα από γείτονες και τοκογλύφους για να κάνει τις μηνιαίες πληρωμές. Ο γιος της παράτησε το σχολείο σε ηλικία 13 ετών για να δουλέψει. Αυτό που την εμποδίζει να βάλει τέλος στη ζωή της, όπως λέει, είναι η σκέψη να φορτώσει τα χρέη της στους γιους της.

Κάποιοι όπως ο Τζόναθαν Μόρντουχ, καθηγητής στη Μεταπτυχιακή Σχολή Δημόσιας Υπηρεσίας Wagner στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, παραμένουν αισιόδοξοι. Θεωρεί ότι ενώ η μικροχρηματοδότηση δεν έχει μεταμορφώσει τη ζωή των δανειοληπτών ή των κοινοτήτων τους με τον τρόπο που οραματίστηκε ο Γιουνούς, δημιούργησε με επιτυχία εμπορικά βιώσιμους θεσμούς που παρέχουν χρηματοοικονομικές υπηρεσίες στους φτωχούς.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Οικονομία: Τελευταία Ενημέρωση

X
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ