ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Οι επιπτώσεις στην οικονομία των ΗΠΑ από το πρώτο έτος Τραμπ

Οι υποσχέσεις, οι παρεμβάσεις σε Fed, θεσμούς, επιχειρήσεις και οι δασμοί

Kathimerini.gr

Επειτα από ένα χρόνο με τον Ντόναλντ Τραμπ στο τιμόνι της υπερδύναμης, η αμερικανική οικονομία φαίνεται εκ πρώτης όψεως και βάσει των περισσότερων συμβατικών δεικτών να βρίσκεται περίπου στην ίδια κατάσταση στην οποία την παρέλαβε. Με την ανεργία σε χαμηλά επίπεδα, τις καταναλωτικές δαπάνες ισχυρές και τον πληθωρισμό επίμονα ενοχλητικό, αλλά πάντως σε πορεία αποκλιμάκωσης. Οι δασμοί δεν έφεραν την αναγέννηση του μεταποιητικού τομέα που είχε υποσχεθεί ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά ούτε και οδήγησαν στην εκτόξευση του πληθωρισμού όπως προέβλεπαν με τρόμο πολλοί αναλυτές. Και οι αναλυτές, που πριν από ένα χρόνο τέτοιο καιρό προειδοποιούσαν για τους κινδύνους αυτής της αβεβαιότητας, κατέληξαν να σχολιάζουν τις εντυπωσιακές αντοχές της αμερικανικής οικονομίας.

Θα ήταν, όμως, λάθος να πιστέψει κανείς ότι οι επιλογές του Τραμπ άφησαν αλώβητη την αμερικανική οικονομία. Ο Αμερικανός πρόεδρος εγκαινίασε τη δεύτερη θητεία του πιο επιθετικά από τα τέσσερα χρόνια της πρώτης, εξαπολύοντας συστηματική αποδόμηση των θεσμών και των πολιτικών που αποτέλεσαν θεμέλια της αμερικανικής οικονομικής ισχύος και της αξιοπιστίας του δολαρίου για περισσότερο από μισό αιώνα. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει θέσει υπό πολιορκία την ανεξαρτησία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, την οποία οικονομολόγοι από όλο το πολιτικό φάσμα θεωρούν το θεμέλιο της παγκόσμιας οικονομικής ισχύος των ΗΠΑ, απέλυσε τον επικεφαλής της Στατιστικής Υπηρεσίας που διεξάγει τις κυριότερες έρευνες για τη χώρα, έχει παρέμβει στις επιχειρηματικές συμφωνίες, έχει εξαγοράσει μερίδια σε ιδιωτικές επιχειρήσεις και έχει απειλήσει στελέχη επιχειρήσεων επειδή δεν υιοθετούσαν τις δικές του προτεραιότητες.

Το επίκεντρο της σύγκρουσης έχει μεταφερθεί πλέον στις δικαστικές αίθουσες με την υπόθεση της Λίζα Κουκ, της πρώτης μαύρης γυναίκας που υπηρέτησε ποτέ στο διοικητικό συμβούλιο της Fed και την οποία ο Τραμπ επιχειρεί να αποπέμψει, επικαλούμενος καταγγελίες για στεγαστική απάτη. Εάν το δικαστήριο δικαιώσει τις κινήσεις του Λευκού Οίκου, θα δημιουργηθεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο που θα επιτρέπει την πολιτική χειραγώγηση της νομισματικής πολιτικής, τερματίζοντας ουσιαστικά την ικανότητα της κεντρικής τράπεζας να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς τον φόβο της προεδρικής εκδίκησης.

Παράλληλα με την πολιορκία της Fed, η κυβέρνηση έχει ξεκινήσει πόλεμο κατά της αντικειμενικής πληροφορίας και της επιστημονικής καινοτομίας. Η απόλυση του επικεφαλής του Γραφείου Στατιστικών Εργασίας κλόνισε την εμπιστοσύνη των επενδυτών, καλλιεργώντας την υποψία ότι τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη μπορεί στο εξής να «μαγειρεύονται» ή να πολιτικοποιούνται. Στερεί, έτσι, από τις αγορές την πυξίδα τους. Επιπλέον, οι δραστικές περικοπές στη χρηματοδότηση των πανεπιστημίων και η ανάκληση φοιτητικών θεωρήσεων υποσκάπτουν το μέλλον. Η Αμερική κινδυνεύει να απολέσει την πρωτοκαθεδρία της στην τεχνολογική πρόοδο, στερώντας από τη χώρα το πλεονέκτημα της έρευνας που την κρατάει στην κορυφή από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο πεδίο του διεθνούς εμπορίου, η επιστροφή του επιθετικού προστατευτισμού έχει προκαλέσει παγκόσμια αναταραχή. Οι δασμοί που επιβλήθηκαν σε συμμάχους και εχθρούς δεν έφεραν την υποσχόμενη αναγέννηση της εγχώριας μεταποίησης, αλλά λειτούργησαν ως έμμεσος φόρος που αυξάνει το κόστος για τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές.

Η συναλλακτική διπλωματία του Τραμπ, από την αμφισβήτηση των παραδοσιακών συμμαχιών μέχρι τις παράδοξες διεκδικήσεις για τον έλεγχο της Γροιλανδίας, δημιουργεί γεωπολιτικά κενά που σπεύδουν να καλύψουν ανταγωνιστικές δυνάμεις, απομονώνοντας σταδιακά την αμερικανική αγορά. Και προπαντός, η αποτυχία του Τραμπ να βελτιώσει την κατάσταση των Αμερικανών πολιτών, η δυσφορία των οποίων παραμένει προς το παρόν πολιτικά σιωπηλή αν και ήταν αυτή που συνέβαλε καθοριστικά στην εκλογική του νίκη. Στην προεκλογική του εκστρατεία κεντρική υπόσχεση ήταν «το τέλος του πληθωρισμού» και η μείωση των τιμών των καταναλωτικών ειδών και πρωτίστως των τροφίμων, μια υπόσχεση που εγκατέλειψε αφ’ ης στιγμής επανήλθε στην εξουσία. Δεν αναφέρεται πλέον παρά ελάχιστα σε ζητήματα της καθημερινότητας όπως η ακρίβεια, η στεγαστική κρίση και η φροντίδα των παιδιών, ενώ τερμάτισε τις επιδοτήσεις που καθιστούσαν πιο προσιτή για πολλούς την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Επικεντρώθηκε, αντιθέτως, στους δασμούς και στην πολιτική αυτή που οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι θα οδηγήσει σε επιτάχυνση του πληθωρισμού.

Παρά τις φορολογικές ελαφρύνσεις και την πτώση των τιμών στην ενέργεια που προσφέρουν μια πρόσκαιρη ανακούφιση σε μέρος της μεσαίας τάξης, η δυσαρέσκεια των πολιτών παραμένει υψηλή. Οι Αμερικανοί βιώνουν μια οικονομία δύο ταχυτήτων, όπου η κορυφή ευημερεί λόγω της έκρηξης της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ η βάση αγωνίζεται με το απαγορευτικό κόστος στέγασης και την ακρίβεια των τροφίμων. Και τελευταία, οι δημοσκοπήσεις φέρουν τους Αμερικανούς να αγωνιούν για την αγορά εργασίας. Η αύξηση της ανεργίας ήταν μικρή μεν, αλλά οι προσλήψεις είναι πολύ λιγότερες και οι Αμερικανοί ανησυχούν για το κατά πόσον θα βρουν δουλειά αν χάσουν αυτήν που έχουν τώρα.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Άλλα άρθρα συγγραφέα

Kathimerini.gr

Οικονομία: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ