Kathimerini.gr
Τον προσεχή Νοέμβριο, οι πολίτες της Καλιφόρνιας θα αποφασίσουν, διά δημοψηφίσματος, αν θα επιβληθεί ένας έκτακτος εφάπαξ φόρος 5% στους δισεκατομμυριούχους της πλουσιότερης πολιτείας των ΗΠΑ. Το πρωτοφανές μέτρο αντιμετωπίζει τη σφοδρή αντίδραση της ελίτ της Σίλικον Βάλεϊ και διχάζει τους Δημοκρατικούς.
Μπορεί μια σύγχρονη δημοκρατία να φορολογήσει πραγματικά τους δισεκατομμυριούχους της όταν εκείνοι έχουν τη δυνατότητα να μετακινούν όποτε κι όπου θέλουν τον πλούτο τους, να επηρεάζουν τους πολιτικούς και να διαμορφώνουν την κοινή γνώμη; Μια πρώτη απάντηση θα δοθεί στις 3 Νοεμβρίου 2026, όταν οι πολίτες της Καλιφόρνιας θα αποφασίσουν μ’ ένα «ναι» ή «όχι» για τον πρώτο μεγάλο φόρο στον γενικό πλούτο στην Ιστορία των ΗΠΑ.

Αν επικρατήσει το «ναι», οι περίπου 250 δισεκατομμυριούχοι που διέμεναν στην πολιτεία έως την 1η Ιανουαρίου 2026 θα υποχρεωθούν να καταβάλουν ένα εφάπαξ ποσό ίσο με το 5% του συνόλου της περιουσίας τους, σε πέντε ετήσιες δόσεις. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς ενός εκ των αρχιτεκτόνων του σχεδίου, του οικονομολόγου του Μπέρκλεϊ Εμανουέλ Σαέζ, ο φόρος θα αποφέρει στα δημόσια ταμεία 100 δισ. δολάρια, τα οποία θα υπερκαλύψουν κατά την πενταετία 2027-2031 το δημοσιονομικό «κενό» ύψους 19 δισ. δολαρίων τον χρόνο στον τομέα της υγείας, και θα χρηματοδοτήσουν τη δημόσια εκπαίδευση, καθώς και προγράμματα επισιτιστικής βοήθειας.
«Αντίδοτο» στις περικοπές
Η ιδέα για τον φόρο γεννήθηκε απ’ την ανάγκη να αντιμετωπιστούν οι περικοπές που περιελάμβανε ο «Μεγάλος Ομορφος Νόμος» του Ντόναλντ Τραμπ στο πρόγραμμα Medicaid. Το συνδικάτο των υγειονομικών SEIU United Healthcare Workers West της Καλιφόρνιας αποφάσισε να αναζητήσει τα χαμένα ομοσπονδιακά κονδύλια εκεί όπου περισσεύει ο πλούτος, στοχεύοντας κατευθείαν στην κορυφή της πυραμίδας. Στις 26 Απριλίου 2026, το συνδικάτο ανακοίνωσε ότι συγκέντρωσε 1,6 εκατομμύριο υπογραφές, σχεδόν τις διπλάσιες από τις απαιτούμενες για την ένταξη της «πρότασης 40» σε ψηφοφορία, και δύο μήνες μετά το αίτημα εγκρίθηκε.
Εξέχων υποστηρικτής του φόρου έχει αναδειχθεί απ’ την πρώτη στιγμή κιόλας ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος τον περασμένο Φεβρουάριο πραγματοποίησε μια μεγάλη ομιλία στο Λος Αντζελες. Στους αντίποδες, ένας από τους μεγαλύτερους πολέμιους του μέτρου είναι ένας άλλος πολιτικός του Δημοκρατικού Κόμματος, ο κυβερνήτης της Καλιφόρνιας, Γκάβιν Νιούσομ. Στα τέλη Ιουνίου, ο κυβερνήτης δημοσίευσε στο Substack ένα άρθρο με τίτλο «Ηρθε η ώρα για έναν εθνικό φόρο δισεκατομμυριούχων και ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο», στο οποίο εξηγούσε αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους αντιτίθεται στον φόρο προτείνοντας παράλληλα έναν εναλλακτικό εθνικό φόρο.
«Δεν μπορούμε να αφήσουμε μια οργάνωση υπεράσπισης δικαιωμάτων, όσο καλοπροαίρετη κι αν είναι, να γράφει τον φορολογικό κώδικα της πολιτείας με τους δικούς της όρους», γράφει ο Νιούσομ, ο οποίος επικαλείται το κλασικό επιχείρημα όσων απορρίπτουν τη φορολογία του μεγάλου πλούτου: Θα πάρουν τις περιουσίες τους και θα φύγουν. «Μπορεί εσείς», λέει στους πολίτες ο κυβερνήτης, «να μην έχετε τη δυνατότητα να μετακομίσετε στο Τέξας ή στη Φλόριντα για να προστατεύσετε το εισόδημά σας από τη φορολογία, αλλά σας διαβεβαιώνω ότι οι δισεκατομμυριούχοι μπορούν να το κάνουν. Ο πλούτος έχει τη δυνατότητα να κινείται και να αναζητεί την πολιτεία με τους χαμηλότερους φόρους. Ο αγώνας πρέπει να δοθεί σε ομοσπονδιακό επίπεδο, εκεί όπου δημιουργήθηκε εξαρχής αυτό το προβληματικό σύστημα».
Ανατροπή προγνωστικών
Η ελίτ των δισεκατομμυριούχων της Καλιφόρνιας και της Σίλικον Βάλεϊ –με εξαίρεση τον Τζένσεν Χουάνγκ της Nvidia, που δήλωσε ότι δεν έχει πρόβλημα να φορολογηθεί– δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια. Με προεξάρχοντα τον συνιδρυτή της Google, Σεργκέι Μπριν, οι δισεκατομμυριούχοι αποδύονται σε ένα μπαράζ ενεργειών προκειμένου να αποτρέψουν την ψήφιση του μέτρου. Ενώ οι πρώτες δημοσκοπήσεις έδειχναν καθαρό προβάδισμα του «ναι», μέσα σε λίγους μήνες η εικόνα έχει γίνει οριακή, εξέλιξη που οι υποστηρικτές του φόρου αποδίδουν στη συντονισμένη εκστρατεία των δισεκατομμυριούχων. Ισως η πιο αμφιλεγόμενη κίνησή τους αποκαλύφθηκε απ’ την εφημερίδα San Francisco Standard, η οποία απέκτησε πρόσβαση σε ιδιωτικές συνομιλίες γνωστών δισεκατομμυριούχων. Σε μία από αυτές διατυπώθηκε ακόμη και η πρόταση να εξαγοραστεί η εταιρεία που είχε αναλάβει τη συλλογή υπογραφών για το δημοψήφισμα.
Για τον πολιτικό επιστήμονα Τζέφρι Γουίντερς, συγγραφέα του βιβλίου «The Blind Spot: How Oligarchs Dominate Our Democracy», όσα εκτυλίσσονται στην Καλιφόρνια αποτελούν χαρακτηριστική εκδήλωση της ολιγαρχικής ισχύος μέσα σε μια δημοκρατία. «Ο Γκάβιν Νιούσομ έχει βασιστεί στους ολιγάρχες για τη χρηματοδότηση της πολιτικής σταδιοδρομίας του και οι ολιγάρχες αντιτίθενται στην πρωτοβουλία για τη φορολόγηση του πλούτου», τονίζει στην «Κ», ενώ «αν ο Νιούσομ θέλει να διεκδικήσει την προεδρία των Ηνωμένων Πολιτειών, θα χρειαστεί τη στήριξή τους. Αυτή είναι, άλλωστε, μια στάση που χαρακτηρίζει σχεδόν όλους τους βασικούς υποψηφίους, τόσο των Δημοκρατικών όσο και των Ρεπουμπλικανών».
Κατά τον Γουίντερς, η ισχύς των ολιγαρχών βρίσκεται τόσο στην πολιτική επιρροή όσο και στην ικανότητά τους να προστατεύουν τον πλούτο τους από κάθε προσπάθεια αναδιανομής. Επισημαίνει επίσης το εξής παράδοξο: όσο πιο κινητός είναι ο πλούτος, τόσο πιο δύσκολα υπόκειται στον έλεγχο των δημοκρατικών θεσμών. «Η δυνατότητα των ολιγαρχών να αποκρύπτουν και να μετακινούν τον πλούτο τους εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί το βασικό περιουσιακό στοιχείο του μέσου πολίτη –το ακίνητο στο οποίο κατοικεί– φορολογείται τόσο βαριά, ενώ ο τεράστιος, ευκίνητος πλούτος των ολιγαρχών δεν φορολογείται αντιστοίχως. Αυτό συνοψίζει εύγλωττα τον τρόπο με τον οποίο η δύναμη του πλούτου των λίγων υπερισχύει της πολιτικής δύναμης των πολλών».
«Παλαιότερα, οι ολιγάρχες διατηρούσαν κατά κανόνα χαμηλό προφίλ», υποστηρίζει στην «Κ» ο Γουίντερς, όμως «σήμερα βρισκόμαστε σε μια περίοδο όπου υπάρχουν πλέον ανοιχτά πολιτικοί ολιγάρχες, οι οποίοι είναι γνωστοί στους πάντες. Αυτοί οι ίδιοι έχουν στρέψει την προσοχή του κοινού στην ολιγαρχική ισχύ και στον τρόπο με τον οποίο η δημοκρατία αλλοιώνεται προς όφελος των πλουσίων. Αυτοί οι προβεβλημένοι ολιγάρχες, ωστόσο, αποτελούν μόνο μια μικρή μειονότητα μέσα σε μια πολύ μεγαλύτερη ομάδα, η οποία προσπαθεί να παραμένει όσο το δυνατόν πιο αόρατη, την ώρα που αξιοποιεί τη δύναμη του πλούτου της».
Οι νίκες των πλουσίων
Οι μάχες των δισεκατομμυριούχων, κατά τον Γουίντερς, έχουν δύο στάδια: «Στο πρώτο, αξιοποιούν την οικονομική ισχύ τους και τους μηχανισμούς της “βιομηχανίας υπεράσπισης του πλούτου” για να επηρεάσουν τις πολιτικές αντιπαραθέσεις γύρω από τους φορολογικούς συντελεστές και τους φορολογικούς κανόνες. Οι νίκες τους τα τελευταία πενήντα χρόνια είναι εντυπωσιακές: ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής μειώθηκε από άνω του 90% στο 37%. Στο δεύτερο στάδιο, επιστρατεύουν ξανά αυτή τη βιομηχανία, ώστε να διασφαλίσουν ότι δεν θα πληρώσουν ούτε καν τους φόρους που προβλέπει τελικά ο νόμος. Οι απλοί πολίτες δεν έχουν κάποιον να δίνει αυτή τη δεύτερη μάχη για λογαριασμό τους».
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Τζόσουα Ράουχ, οικονομολόγου του Ινστιτούτου Χούβερ, το μέτρο θα έχει αρνητικό δημοσιονομικό αποτέλεσμα, καθώς εκτιμά πως θα αφαιρέσει από τα δημόσια ταμεία 24,7 δισ. δολάρια. Ο οικονομολόγος Εμανουέλ Σαέζ, πάντως, έχει εντελώς διαφορετική γνώμη. «Ο Ράουχ και οι συνεργάτες του εκτιμούν ότι οι δισεκατομμυριούχοι θα αντιδρούσαν στη φορολογία σαν να επρόκειτο να επιβαρύνονται μόνιμα με έναν ετήσιο φόρο περιουσίας 5%», σημειώνει στην «Κ», «υπολογίζουν ως κόστος τη διαρκή απώλεια φορολογικών εσόδων από τον φόρο εισοδήματος, επειδή οι δισεκατομμυριούχοι θα εγκατέλειπαν την πολιτεία εξαιτίας αυτού του επαναλαμβανόμενου φόρου. Στην πλευρά των εσόδων, όμως, υποθέτουν ότι ο φόρος περιουσίας θα εισπραχθεί μόνο μία φορά. Αυτή η παράλογη ασυμμετρία αποτελεί το μεγαλύτερο ελάττωμα της ανάλυσής τους».
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια πολιτεία, την Καλιφόρνια, που αν ήταν κυρίαρχο κράτος, θα διέθετε την τέταρτη μεγαλύτερη οικονομία παγκοσμίως. Στοιχεία που επικαλούνται οι υποστηρικτές του φόρου δείχνουν ότι τα τελευταία δύο χρόνια ο πλούτος των δισεκατομμυριούχων αυξήθηκε κατά 144%, κυρίως εξαιτίας της έκρηξης της τεχνητής νοημοσύνης. Βάσει των εκτιμήσεων του Σαέζ, οι δισεκατομμυριούχοι της Καλιφόρνιας πληρώνουν κατά μέσον όρο μόλις το 0,2% του πλούτου τους σε πολιτειακό φόρο εισοδήματος ετησίως, δηλαδή περίπου 3 έως 3,2 δισ. δολάρια συνολικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα τελευταία χρόνια οι ιδρυτές της Google δεν πλήρωσαν καθόλου φόρο εισοδήματος, καθώς δεν πούλησαν ούτε μετοχές ούτε μερίσματα.
«Η φορολόγηση των ολιγαρχών δεν είναι εύκολη», διατείνεται ο Γουίντερς, «τα κράτη μπορούν να φορολογήσουν μόνο ό,τι μπορούν να δουν. Υπάρχουν προτάσεις για στενότερη συνεργασία μεταξύ κυβερνήσεων, ώστε οι φόροι στον πλούτο να καταστούν αποτελεσματικότεροι. Παράλληλα, εξετάζονται σημαντικοί φόροι εξόδου (exit taxes) για τους ολιγάρχες που απειλούν να μεταφέρουν τον πλούτο τους στο εξωτερικό προκειμένου να αποφύγουν τη φορολογία. Η σύγκρουση αυτή εκδηλώνεται τώρα επειδή υπάρχει πολύ μεγαλύτερη επίγνωση του φαινομένου της ολιγαρχίας απ’ ό,τι στο παρελθόν. Οι ανισότητες έχουν εκτοξευθεί και οι ολιγάρχες επενδύουν τεράστια ποσά σε πολιτικές εκστρατείες και πολιτικά πρόσωπα. Η φορολόγηση του πλούτου είναι ο τρόπος με τον οποίο μια δημοκρατία απαντά σε τέτοιες απειλές».
«Συμμετοχική ανισότητα»
Ο Γουίντερς αποκαλεί το σύστημα που κυριαρχεί στις ΗΠΑ «συμμετοχική ανισότητα». Το δημοψήφισμα της Καλιφόρνιας θα αποτελέσει ένα εργαστήριο στο οποίο θα απαντηθεί εάν και κατά πόσον οι δημοκρατικοί θεσμοί μπορούν να επιβάλουν όρια στον υπερσυγκεντρωμένο πλούτο. Αυτό που συμβαίνει στην Καλιφόρνια αποτελεί μια κάθετη μάχη. Οι οριζόντιες μάχες αφορούν κυρίως τα δικαιώματα, αλλά οι κάθετες αφορούν την ανισότητα, και είναι πολύ πιο σκληρές. Στις πρώτες, οι πολλοί έχουν λόγο· στις δεύτερες όμως τα πράγματα γέρνουν επικίνδυνα προς όφελος του μεγάλου πλούτου. «Το πολίτευμά μας είναι ένα υβρίδιο ολιγαρχίας και δημοκρατίας», λέει καταληκτικά ο συγγραφέας, «οι δύο αυτές μορφές εξουσίας συνδυάστηκαν σκόπιμα κατά τη Συνταγματική Συνέλευση του 1787. Διαθέτουμε δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες, αλλά η δημοκρατία μας περιορίζεται με τρόπους που προστατεύουν τους ολιγάρχες και την ακραία οικονομική ανισότητα. Δεν πρόκειται για ατέλεια της δημοκρατίας μας. Είναι εγγενές χαρακτηριστικό της».




























