Kathimerini.gr
Η στρατηγική οικονομικής φθοράς που υιοθέτησε το Ιράν ως αντίβαρο στη στρατιωτική υπεροχή των αντιπάλων του εισέρχεται πλέον σε μια νέα, πιο επικίνδυνη φάση, πέντε και πλέον μήνες μετά την έναρξη του πολέμου. Αφού έπληξε τα διυλιστήρια, τις πλατφόρμες εξαγωγής πετρελαίου και τις τουριστικές εγκαταστάσεις των γειτόνων της στον Περσικό Κόλπο, η Τεχεράνη στοχοποιεί τώρα τα κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης, τις υποδομές που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της μελλοντικής παγκόσμιας οικονομίας.
Αν και οι ψηφιακές εγκαταστάσεις έχουν βρεθεί εδώ και δεκαετίες στο στόχαστρο κυβερνοεπιθέσεων, το 2026 σηματοδοτεί τη δραματική στροφή σε στρατιωτικές επιθέσεις, υλικές καταστροφές και βομβαρδισμούς. Το Ιράν και οι ΗΠΑ έχουν εμπλακεί σε ένα νέο κύκλο επιθέσεων, πλήττοντας τουλάχιστον πέντε κέντρα δεδομένων στην περιοχή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το διπλό ιρανικό πυραυλικό χτύπημα στις εγκαταστάσεις της Amazon στο Μπαχρέιν. Παρά τη σιγή ιχθύος από την πλευρά του τεχνολογικού κολοσσού, τα δεδομένα και οι δορυφορικές φωτογραφίες επιβεβαίωσαν εκτεταμένες καταστροφές στις υποδομές, αρχικά στις 30 Απριλίου και στις συνέχεια στις 21 Ιουλίου.
Η στοχοποίηση δεν ήταν τυχαία. Από τις πρώτες ημέρες των συγκρούσεων, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) ξεκαθάρισε ότι θεωρεί τα τεχνολογικά κέντρα νόμιμους στρατιωτικούς στόχους, δημοσιεύοντας μια λίστα με 29 περιφερειακές εγκαταστάσεις που ανήκουν σε κολοσσούς όπως οι Google, Microsoft, Nvidia, Palantir και Amazon. Σύμφωνα με την Τεχεράνη, οι εταιρείες αυτές παρέχουν υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους (cloud) στις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις και τις υπηρεσίες πληροφοριών, συμμετέχοντας σε γιγαντιαία εξοπλιστικά προγράμματα όπως το Joint Warfighting Cloud Capability, ύψους 9 δισ. δολαρίων. Στην πράξη, η διπλή φύση αυτών των υποδομών, οι οποίες εξυπηρετούν ταυτόχρονα εμπορικές και στρατιωτικές ανάγκες, καθιστά αδύνατο τον διαχωρισμό τους, μετατρέποντας τις αποθήκες με τους ακριβούς διακομιστές σε εύκολους στόχους για τα χαμηλού κόστους ιρανικά drones.
Τα κέντρα δεδομένων της περιοχής όμως είναι σημαντικά όχι μόνο για τον αμερικανικό στρατό και τις βιομηχανίες τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και για τις χώρες του Κόλπου που φιλοδοξούσαν να γίνουν ο τρίτος παγκόσμιος κόμβος τεχνητής νοημοσύνης, μαζί με τις ΗΠΑ και την Κίνα. Η Σαουδική Αραβία ειδικότερα έχει αφιερώσει σημαντικό μέρος του κρατικού επενδυτικού της ταμείου ύψους 1 τρισ. δολαρίων στην τεχνητή νοημοσύνη, ενώ τα ΗΑΕ υπέγραψαν πέρυσι μια ιστορική συμφωνία με την κυβέρνηση Τραμπ για την κατασκευή του Stargate, ενός κέντρου δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης αξίας 500 δισ. δολαρίων – το μεγαλύτερο έργο εκτός ΗΠΑ, με τη συμμετοχή και των OpenAI, Oracle, Nvidia και Cisco.
Η αναδυόμενη αυτή απειλή εγείρει συνεπώς σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον των τεχνολογικών επενδύσεων στην περιοχή. Παρότι τα συστήματα πληροφορικής διαθέτουν δικλίδες ασφαλείας, επιτρέποντας την άμεση αναπλήρωση ενός πληγέντος κέντρου από κάποιο άλλο, η φυσική προστασία γιγαντιαίων κτιρίων από εναέριες επιθέσεις είναι σχεδόν αδύνατη, λένε οι ειδικοί.
Με το κατασκευαστικό κόστος, τις τιμές των επεξεργαστών και τα ασφάλιστρα να εκτοξεύονται στα ύψη και με αρκετές ασφαλιστικές εταιρείες να αρνούνται πλέον ολοκληρωτικά την κάλυψη πολεμικού κινδύνου, οι τεχνολογικοί γίγαντες βρίσκονται αντιμέτωποι με μια πρωτόγνωρη πρόκληση: τα πιο πολύτιμα περιουσιακά τους στοιχεία φέρουν πλέον έναν τεράστιο στόχο στην οροφή τους, καταλήγει το σχετικό ρεπορτάζ του CNN. «Πολλοί πελάτες επανεξετάζουν τα πλάνα τους υπό το φως των πρόσφατων γεγονότων και το σκέπτονται διπλά πριν προχωρήσουν, ενώ οι ασφαλιστές διστάζουν πλέον να αναλάβουν συγκεκριμένους κινδύνους», σημειώνει ο Τζο Μάτσετζακ, επικεφαλής του τμήματος Ψηφιακών Υποδομών Ακινήτων στην ασφαλιστική εταιρεία Marsh.




























