
Μιχάλης Σοφοκλέους
Κάθε προεκλογική εκστρατεία στηρίζεται σε ένα από τους εξής δύο πυλώνες: την ελπίδα ή τον φόβο. Η ελπίδα εξυπηρετεί κάποιο μεγαλεπήβολο όραμα για την πατρίδα και την κοινωνία ή την επίτευξη κάποιου πολύ συγκεκριμένου μεγάλου στόχου. Ο φόβος έχει συνήθως να κάνει με τον φόβο να μην κερδίσουν οι «άλλοι» και οι ιδέες τους ή για να καταδικαστούν οι προηγούμενοι.
Από αυτή λοιπόν την προεκλογική εκστρατεία η ελπίδα αγνοήθηκε παντελώς. Κανένας μα κανένας δεν πέτυχε να θέσει μεγάλα ζητήματα, κορυφαία πολιτικά διακυβεύματα, κάποιους έστω στόχους που θα επέτρεπαν σε κοινωνικά ρεύματα να ταυτιστούν μαζί τους. Αντίθετα, όλη η προεκλογική κινήθηκε στο πλαίσιο του φόβου, γύρω από ένα γενικόλογο ερώτημα που τέθηκε από πέρυσι τέτοιο καιρό, για το κατά πόσο η κοινωνία είναι έτοιμη και αποφασισμένη να καταδικάσει ισοπεδωτικά το παλιό πολιτικό σύστημα και να φέρει ένα νέο, αγνοώντας τούς κινδύνους που πιθανόν να προκληθούν από κάτι τέτοιο.
Ελλείψει λοιπόν πολιτικών ζητουμένων, οι βουλευτικές εκλογές κατέληξαν να υπηρετούν αποκλειστικά τον δεύτερο λόγο για τον οποίο γίνονται, που είναι το πώς θα παραταχθούν οι πολιτικές δυνάμεις εν όψει προεδρικών, αγνοώντας προκλητικά τον πρώτο λόγο ύπαρξής τους, που είναι να τοποθετηθούν οι πολίτες ελεύθερα για το τι πραγματικά πιστεύουν και να επιλέξουν ποιοι θα εκπροσωπήσουν τις κατευθύνσεις τους στη Βουλή.
Κάπως έτσι και ενώ οι εκλογές που γίνονται με αιχμή του δόρατος τον φόβο είναι συνήθως αδιανόητα τοξικές, καταλήξαμε σε ασκήσεις ισορροπίας και από τις τρεις μεγάλες δυνάμεις της αμφισβήτησης, το ΕΛΑΜ, το Άλμα και την Άμεση Δημοκρατία, οι οποίοι, ο καθένας από την πλευρά του, υποστηρίζει μεν μια ανατροπή αλλά προσπαθεί την ίδια ώρα να πείσει ότι είναι έτοιμος για συνεργασίες και να καθησυχάσει τον κόσμο. Δύο καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη δεν κρατούνται εύκολα όμως.
Οι παραδοσιακοί και οι «αμφισβητίες»
Το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα από τις προεδρικές του 2023 μέχρι και σήμερα δεν έχει βρει τον βηματισμό του. Ο ΔΗΣΥ βολοδέρνει μεταξύ συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης, με το ερώτημα της συμμετοχής στην κυβέρνηση να παραμένει ανοικτό, δεν κατάφερε να γυρίσει σελίδα, ούτε και να γίνει ο πρωταγωνιστής σε θέματα όπως τον έχουν συνηθίσει οι ψηφοφόροι του. Το ΔΗΚΟ αυτοπαρουσιάζεται μεν ως ο κύριος πυλώνας της κυβέρνησης Νίκου Χριστοδουλίδη αλλά δεν πείθει ότι είναι τόση η αξία της συμμετοχής του σε αυτήν, ενώ δίνει την εντύπωση ότι πλησιάζει ολοένα και περισσότερο προς τον Συναγερμό με αδιευκρίνιστο ακόμη το πώς αυτό πρακτικά θα υλοποιηθεί.
Το ΑΚΕΛ, ακόμη και με τη «δεξιά πολυκατοικία» να είναι σε κατάσταση χάους, δεν έχει καταφέρει να γίνει στη συνείδηση του κόσμου η «αξιωματική» αντιπολίτευση και ο πόλος μιας εναλλακτικής πρότασης εξουσίας. Επιπλέον, τα ψηφοδέλτιά του εκπνέουν μια επιχείρηση διασφάλισης των «κεκτημένων» παρά μια προσπάθεια διεύρυνσης. ΕΔΕΚ, ΔΗΠΑ και Οικολόγοι βολοδέρνουν στα εσωτερικά τους ζητήματα, κατεβαίνουν στις εκλογές με ψηφοδέλτια αποδυναμωμένα και μάλλον χάνουν παρά κερδίζουν από τη σύνδεση με την κυβέρνηση.
Όλα όμως αυτά τα κόμματα έχουν δύο στοιχεία που δεν διαθέτουν οι καινούργιοι: τακτικά εκλογικά αντανακλαστικά και μπαρουτοκαπνισμένα στελέχη και μηχανισμούς. Έτσι, ειδικά ο ΔΗΣΥ και το ΔΗΚΟ μόλις είδαν τους «αμφισβητίες» να μην καταφέρνουν να μετατρέψουν την οργή σε ελπίδα για κάτι νέο, αλλά αντίθετα να εκτίθενται κιόλας με πολλές αμφιλεγόμενες πολιτικές τοποθετήσεις και παρουσίες στα ψηφοδέλτιά τους, έβαλαν κάτω το μόνο δίλημμα που έχει μπει σε αυτό τον προεκλογικό: λαϊκισμός ή σοβαρότητα, αμφίβολα πειράματα ή υπεύθυνη σταθερότητα; Ρωτούν βασικά την κυπριακή κοινωνία εάν είναι έτοιμη να διακινδυνεύσει όσα έχει πετύχει η Κύπρος τόσα χρόνια, για να ικανοποιήσει την οργή της στιγμής. Κάτι που δείχνει να πιάνει τόπο.
Πολλοί έχουν τρομοκρατηθεί από την «πολιτεία» του ΕΛΑΜ, του κινήματος «Άλμα», της Άμεσης Δημοκρατίας και του Βολτ.
Από την άλλη, ΑΚΕΛ, ΕΔΕΚ, ΔΗΠΑ και Οικολόγοι, δείχνουν να μην έχουν μπει ποτέ στον προεκλογικό με την πολιτική/επικοινωνιακή έννοια, αλλά να έχουν επιστρατεύσει τους μηχανισμούς τους για να «μαζέψουν» όσους περισσότερους μπορούν, από όσους ψηφοφόρους τους δηλώνουν τον τελευταίο καιρό ότι θα ψηφίσουν «Άλμα» ή Άμεση Δημοκρατία. Σίγουρα θα έχουν αποτέλεσμα, το πόσο εκτεταμένο θα είναι θα το δούμε την Κυριακή 24 Μαΐου.
Τα τρία γεγονότα που επηρέασαν την προεκλογική
Την προεκλογική επηρέασαν τρία σημαντικά γεγονότα. Το «videogate», ο νέος πόλεμος στο Ιράν και η υπόθεση «Σάντη». Τα πρώτα δύο μας ήρθαν από το εξωτερικό.
Ο πόλεμος, σίγουρα βοήθησε τον ΔΗΣΥ και το ΔΗΚΟ, αλλά και την κυβέρνηση. Ο τρόμος μιας νέας πληθωριστικής κρίσης αλλά και η πραγματική απειλή που προέκυψε λόγω του drone που χτύπησε τις βάσεις επέβαλαν φυσιολογικά ένα επιπλέον προβληματισμό στον κόσμο, για το εάν η οργή είναι ο καλύτερος σύμβουλος.
Το «videogate», η κυβέρνηση κατάφερε εν πολλοίς να το κρύψει κάτω από το χαλί – προς το παρόν τουλάχιστον – εφόσον όλοι ανεξαιρέτως ή φοβούνται ή διστάζουν να την «τζαρτζάρουν».
Η «Σάντη» ήταν η μόνη ατζέντα που τέθηκε από κάποιον για προεκλογικό σκοπό όπως ο ίδιος ο Μακάριος Δρουσιώτης παραδέχθηκε. Εάν ο σκοπός του ήταν να διαλύσει έτσι το παλιό πολιτικό σύστημα, αυτό απέτυχε εφόσον προς το παρόν η εξέλιξη της υπόθεσης ενδυναμώνει ειδικά τον ΔΗΣΥ και το ΔΗΚΟ, ενώ διά της τεθλασμένης, μάλλον επηρέασε αρνητικά και το «Άλμα». Εάν, από την άλλη, η σκοπιμότητα ήταν η δική του εκλογή, αυτή μάλλον θα επιτευχθεί. Το Βολτ σήμερα δείχνει να έχει περισσότερες πιθανότητες να πετύχει είσοδο στη βουλή, χωρίς όμως να διατηρεί τον «ευγενή» και αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα με τον οποίο πορευόταν μέχρι πριν από ένα-δύο μήνες, αποκτώντας και αυτό χαρακτηριστικά «οργισμένου» κινήματος διαμαρτυρίας.
Τα social
Τα κοινωνικά δίκτυα ήταν αναμφίβολα το πρωταγωνιστικό μέσο αυτής της προεκλογικής περιόδου. Όχι μόνο γιατί εκεί προωθούνται πλέον καλύτερα υποψηφιότητες, αλλά και διότι μέσω αυτών είναι που είχαμε σχεδόν αποκλειστικά τον πολιτικό διάλογο, μέχρι τις τελευταίες δύο βδομάδες, με τα debates των παραδοσιακών μέσων. Πιο αξιοπρόσεκτη σε αυτό τον τομέα είναι η Άμεση Δημοκρατία. Το κόμμα του Φειδία Παναγιώτου, ο ίδιος και οι υποψήφιοί του, έχει αναμφίβολα την πιο ευρεία παρουσία. Έχω όμως μεγάλη αμφιβολία, για να το θέσω ευγενικά, εάν αυτή η υπερπροβολή είναι πλέον επωφελής ή εκθέτει τις πολλές και ουσιαστικές ελλείψεις και αδυναμίες του νέου σχήματος, τόσο στο επίπεδο των προσωπικοτήτων, όσο και στο επίπεδο της ουσίας. Το σίγουρο είναι ότι δεν θα έχουμε την ίδια εκπληκτική επίδραση με εκείνη των ευρωεκλογών.
Κακά τα ψέματα, κανένας υποψήφιος και κανένα κόμμα δεν κατάφερε να κερδίσει τις εντυπώσεις με μια ευφάνταστη εκστρατεία είτε στα κοινωνικά είτε στα παραδοσιακά μέσα. Ούτε ως θετική προσωπικότητα ούτε ως φορέας σύγχρονου πολιτικού περιεχομένου και σκοπού. Κανένας μας δεν θα θυμάται καμία από τις προεκλογικές εκστρατείες την επομένη των εκλογών. Ίσως, μόνο, κάποιες θα αποδειχθούν παράδειγμα προς αποφυγή.
Έτσι, οδηγούμαστε στις κάλπες της Κυριακής με μόνο δεδομένο το ότι θα έχουμε ένα έντονα διαφοροποιημένο πολιτικό σκηνικό, με νέες πολιτικές δυνάμεις αλλά και χωρίς τις ριζικές ανατροπές κάποιοι ανέμεναν. Η οργή που υπήρχε στην αρχή αυτής της προεκλογικής έχει, σε ένα βαθμό, υποχωρήσει, κάτι που βοηθά τα παραδοσιακά κόμματα. Θα έχουμε όμως και πάρα πολλά ερωτήματα:
1) Θα μπορεί στη νέα βουλή να επιτυγχάνονται συναινέσεις για να περνούν προϋπολογισμοί και νόμοι;
2) Πώς και με ποιους θα εκλεγεί ο νέος πρόεδρος του σώματος και τι αντίκτυπο θα έχει η εκλογή του στις προεδρικές;
3) Τι επίπτωση θα έχει στην ίδια την κυβέρνηση, την κυβερνησιμότητα της χώρας και τις φιλοδοξίες του Προέδρου Χριστοδουλίδη για δεύτερη θητεία το αποτέλεσμα;
4) Θα έχει ο ΔΗΣΥ ένα ποσοστό τέτοιο που θα αποτελεί βάση μιας υποψηφιότητας για τις προεδρικές, θα συνεχίσει το πολιτικό εκκρεμές ή θα συρθεί στον Νίκο Χριστοδουλίδη; Θα καταφέρει να ηγηθεί συνεργασιών με τον ίδιο πολιτικό πρωταγωνιστή και «σημαιοφόρο»;
5) Θα συνεχίσει το ΑΚΕΛ να είναι ο άλλος πόλος χωρίς τον οποίο δεν μπορεί κανείς να περάσει στον δεύτερο γύρο; Θα καταφέρει να πρωταγωνιστεί στο μέτωπο που θα αντιπαραταχθεί με τους «δεξιούς» στις προεδρικές και την προεδρία της Βουλής;
6) Θα καταφέρει το ΔΗΚΟ να «διασώσει» τον παλιό «ενδιάμεσο χώρο» με ένα ποσοστό πάνω από 10%; Και πΏς θα εξελιχθεί το φλερτ με τον ΔΗΣΥ, σε συνδυασμό με την παρουσία του στην Κυβέρνηση;
7) Πόσο θα αντέξουν τα σχήματα της αμφισβήτησης την πολιτική και οργανωτική πίεση που δέχονται αυτές τις ημέρες από τις παραδοσιακές δυνάμεις; Και πόσο θα καταφέρουν με την παρουσία τους να αυξήσουν τη συμμετοχή στις εκλογές που τους ευνοεί;
8) Θα συνεχίσει το ΕΛΑΜ να μετεξελίσσεται σε πιο «συστημικό» κόμμα, επιχειρώντας να γίνει Συναγερμός στη θέση του Συναγερμού, βοηθώντας στην εκλογή Προέδρου Βουλής και στηρίζοντας Χριστοδουλίδη από την πρώτη Κυριακή;
9) Θα καταφέρει το «Άλμα» να πάρει διψήφιο ποσοστό και να επανασυγκολλήσει γέφυρες που ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης έσπασε κατά τη διάρκεια μιας προεκλογικής που περιστρεφόταν κυρίως γύρω από τον εαυτό του; Θα μπορεί να είναι υποψήφιος το 2028;
10) Θα καταφέρει η Άμεση Δημοκρατία μια έκπληξη έστω μικρότερη από εκείνη των ευρωεκλογών; Θα είναι πάνω από 7,2% για να μπει στην Τρίτη κατανομή; Και θα αξιοποιήσει την παρουσία της στη Βουλή με τρόπο που θα της προσδίδει μέλλον ή θα καταλήξει σε ένα κοινωνικό πυροτέχνημα;
11) Θα μπει το Βολτ στη Βουλή και με πόσους; Θα εξυπηρετεί μια παρουσία του το πολιτικό του αφήγημα, τη λύση του Κυπριακού και τον εκσυγχρονισμό του κράτους, ή θα γίνει ο κομπάρσος και ο φτωχός συγγενείς των αμφισβητούντων;
12) Ποιοι από τους ΕΔΕΚ, Οικολόγους και ΔΗΠΑ θα καταφέρουν την είσοδο στη Βουλή, κάτι που θα επηρεάσει και τους συσχετισμούς αλλά και – πολύ περισσότερο – την κατανομή των εδρών μεταξύ των μεγάλων;
Σε κάποια από αυτά τα ερωτήματα, θα έχουμε απάντηση την Κυριακή. Πολλά όμως θα μείνουν – φοβάμαι – αναπάντητα μετά την κάλπη. Και από την Κυριακή το βράδυ το πολιτικό σκηνικό θα είναι πιθανόν πολύ πιο σκληρό και δύσκολο από αυτό που προεκλογικά έχουμε βιώσει.




























