ΚΥΠΕ
Πρέπει άμεσα να διοριστεί ανεξάρτητος ή ανεξάρτητοι ποινικοί ανακριτές είτε από την Κύπρο είτε από το εξωτερικό, δήλωσαν στο ΚΥΠΕ οι δικηγόροι Χρίστος Κληρίδης, και Σίμος Αγγελίδης, σχετικά με τις εκθέσεις για το βιβλίο «Κράτος Μαφία». Ο δικηγόρος Αχιλλέας Δημητριάδης, εισηγήθηκε όπως το Υπουργικό Συμβούλιο διορίσει και ως σύμβουλους τους επιθεωρητές που έκαναν το πόρισμα, επισημαίνοντας την γνώση τους περί του αντικειμένου.
Οι κύριοι Κληρίδης και Αγγελίδης ρωτήθηκαν από το ΚΥΠΕ για την άποψή τους για την υπόθεση, μετά την ανακοίνωση του Εισαγγελικού Συμβουλίου της Νομικής Υπηρεσίας για την άμεση διαβίβαση στην Αστυνομία και στο Υπουργικό Συμβούλιο της Έκθεσης της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς και της Τελικής Έκθεσης των Λειτουργών Επιθεώρησης για την έρευνα, που αφορά το βιβλίο «Κράτος Μαφία», με στόχο την ταχύτερη δυνατή έναρξη ποινικής διερεύνησης πιθανών αδικημάτων.
Ρωτήθηκαν αν θα πρέπει να διοριστεί άμεσα ανεξάρτητος ερευνητής, και πώς σχολιάζουν την χθεσινή διάσκεψη Τύπου του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Αναστασιάδη.
Χρίστος Κληρίδης
«Σίγουρα πρέπει να διοριστεί ανεξάρτητος ποινικός, ανακριτής ή ανακριτές. Το κατά πόσον θα είναι Κύπριοι από το εξωτερικό, εξαρτάται βεβαίως από το τι επιδιώκει κάποιος», ανέφερε ο κ. Κληρίδης.
Είπε ότι δεν αποκλείει το ενδεχόμενο διορισμού ξένου «για σκοπούς εντυπώσεων και μόνον για την αμεροληψία και την ανεξαρτησία του ποινικού πορίσματος». Όμως, αν θα γίνει αυτό, πρόσθεσε, «συνιστώ να είναι με την συνεργασία Κύπριου δικηγόρου, ο οποίος γνωρίζει καλύτερα τα θέματα των διαδικασιών, των πρακτικών που αφορούν την ποινική δίκη». Από εκεί και πέρα, η απόφαση πρέπει να παρθεί «κατεπειγόντως», ανέφερε.
«Διότι κάθε μέρα που περνά, βλέπετε πως και η δημοσιότητα που προσλαμβάνει το θέμα δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Άρα, άμα ξεκινήσει μια ποινική ανάκριση, τότε και τα σχόλια και οι ανακοινώσεις και η κομματικοποίηση σε κάποιον βαθμό του όλου θέματος θα πάψουν να υφίστασται, διότι μπαίνουμε πλέον σε μια άλλη διαδικασία, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ποινικές υποθέσεις», είπε ο κ. Κληρίδης.
Σημείωσε ότι για τον ίδιο υπάρχει ένα «πρόβλημα», το οποίο έχει να κάνει με την πιθανή σύσταση από τους ποινικούς ανακριτές για δίωξη «για ορισμένα θέματα ή και για όλα εναντίον του τέως Προέδρου ή και άλλων». Η απόφαση, είπε, σύμφωνα με το κυπριακό Σύνταγμα, αν θα γίνει ποινική δίωξη και η σύνταξη των κατηγορητήριων, τελεί υπό την έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα. Το πρόβλημα το οποίο θα προκύψει, σύμφωνα με τον κ. Κληρίδη είναι ότι ο νυν Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός του είπαν ότι δεν θέλουν να έχουν την οποιαδήποτε ανάμειξη στο όλο θέμα. «Άρα, αν αυτό συμπεριλαμβάνει και τη λήψη της τελικής απόφασης, κατά πόσον θα υπάρξει δίωξη ή όχι, που υποψιάζομαι πως ναι, διότι οι λόγοι για τους οποίους αυτοεξαιρέθηκαν εξακολουθούν να ισχύουν και για τα θέματα αυτά - την απόφαση δηλαδή για την ποινική δίωξη ή όχι, τότε θα υπάρξει πρόβλημα, διότι το χειρότερο που μπορεί να γίνει είναι να έχουμε πόρισμα ποινικών ανακριτών το οποίο να μείνει στα συρτάρια, να μην προωθείται με τον άλφα ή βήτα τρόπο».
«Χρειάζεται προνοητικότητα από τώρα για να αντιμετωπιστεί αυτό το πρόβλημα», είπε ο κ. Κληρίδης.
Σχολιάζοντας την χθεσινή διάσκεψη Τύπου του τέως Πρόεδρου της Δημοκρατίας, ο κ. Κληρίδης είπε ότι ο ίδιος δεν είναι υπέρ των δημοσίων συνεντεύξεων «είτε εν δυνάμει υπόπτων, είτε υπόπτων, είτε κατηγορουμένων».
«Ό,τι έχουν να πουν θα το πουν εκεί που πρέπει στο αρμόδιο δικαστήριο. Συνεπώς και το παράπονο ότι δεν λήφθησαν συγκεκριμένες καταθέσεις επί των θεμάτων που καλύπτονται από το πόρισμα, αυτό μπορεί να το πει στους ποινικούς ανακριτές και θα διαφανεί επίσης πώς και εάν επηρέασε την έκβαση του πορίσματος της Επιτροπής», πρόσθεσε.
Από εκεί και πέρα όμως, τίθεται το ερώτημα, είπε ο κ. Κληρίδης, κατά πόσο ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, μπήκε στην ουσία και αν είπε ακριβώς εκείνο που θα έλεγε εάν τον ρωτούσαν για τα συγκεκριμένα εφτά ή τόσα θέματα. «Δυστυχώς επί της ουσίας των θεμάτων που ήγηρε, δεν τοποθετήθηκε συγκεκριμένα με λεπτομέρειες και με τεκμήρια ο τέως Πρόεδρος», πρόσθεσε. «Περιορίστηκε σε γενικόλογες τοποθετήσεις και αοριστίες», είπε.
Σημείωσε ότι αν ο στόχος της διάσκεψης ήταν να κλονιστεί το πόρισμα επί των συγκεκριμένων θεμάτων που αφορούσαν τον τέως Πρόεδρο, «δεν νομίζω να επετεύχθη αυτό, κάθε άλλο. Δημιουργήθηκαν περισσότερα ερωτηματικά παρά οι απαντήσεις που δόθησαν».
Σίμος Αγγελίδης
Ερωτηθείς από το ΚΥΠΕ, ο κ. Αγγελίδης είπε πως η διαδικασία προβλέπει ότ, αυτή τη στιγμή το Υπουργικό Συμβούλιο πρέπει άμεσα να προχωρήσει με βάση το Άρθρο 4 της ποινικής δικονομίας και να διορίσει ανεξάρτητο ή ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές είτε από Κύπρο είτε από το εξωτερικό, είτε να γίνει συνδυασμός και των δύο, «που φαίνεται να ήταν μια συνταγή που πέτυχε, με συγκεκριμένες αρμοδιότητες, ούτως ώστε να υπάρξει πλήρης διερεύνηση όλων εκείνων τα οποία καταγράφονται εν πρώτοις, ως ευρήματα της Αρχής».
«Εκείνο όμως στο οποίο θα πρέπει να είναι όλοι ιδιαίτερα προσεκτικοί είναι πως θα πρέπει ο διορισμός των συγκεκριμένων ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών να διασφαλίζει το ότι θα είναι εκείνοι που θα έχουν το βασικό πρόσταγμα αλλά και τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσει η οποιαδήποτε ποινική διερεύνηση του θέματος», είπε. «Τούτο διότι σαφώς θα πρέπει να συνεργάζονται τόσο με την Νομική Υπηρεσία αλλά και με την Αστυνομία, αλλά θα πρέπει εκείνοι να προΐστανται της όλης διαδικασίας και να έχουν το γενικό πρόσταγμα και τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρήσει η διαδικασία», πρόσθεσε.
Ο κ. Αγγελίδης σημείωσε ακόμη ότι θα πρέπει και οι αρμοδιότητες οι οποίες θα δοθούν στα άτομα που θα διοριστούν ως ποινικοί ανακριτές να είναι αρκετά διευρυμένες, ούτως ώστε να μπορούν να διερευνήσουν πλήρως ολόκληρη την δεκαετία. «Και ο λόγος είναι ο εξής: προφανώς εξετάζοντας και μελετώντας τα τεκμήρια των τριών χιλιάδων σελίδων ως αυτά θα έχουν προσκομιστεί πλέον στο Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί να προκύπτουν και άλλα ζητήματα τα οποία προφανώς θα πρέπει να έχουν την αρμοδιότητα να τα διερευνήσουν μέχρι τέλους», πρόσθεσε. Συνεπώς, συνέχισε, «αυτή τη στιγμή δεν είναι θέμα δικαίωσης είτε του κ. Αναστασιάδη είτε του κ. Δρουσιώτη, αλλά ο λαός σε ένα κράτος δικαίου αναμένει να υπάρξει μια πλήρης, διαφανής και ενδελεχής έρευνα η οποία θα καταδείξει την αλήθεια του τι διεμείφθη την δεκαετία που αφορά τον κ. Αναστασιάδη».
Κληθείς να σχολιάσει τη χθεσινή δημοσιογραφική διάσκεψη του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, ο κ. Αγγελίδης σημείωσε ότι «έρχεται σε σύγκρουση με εκείνα στα οποία ο ίδιος προηγουμένως είχε αναφερθεί όπου υπήρχε η πλήρης εμπιστοσύνη στη διαδικασία κ.ο.κ. ή στοιχεία και ανακοινώσεις επίσημες που ο ίδιος εξέδωσε κατά το παρελθόν ειδικά από το 2023 και μετά. Από εκεί και πέρα προσπάθησε να αποδομήσει την ανακοίνωση της Αρχής», ανέφερε.
Εκείνο όμως το οποίο πρέπει να γίνει αντιληπτό, είπε, είναι ότι αυτή τη στιγμή υπάρχει ένα εύρημα, «σωστά ή λάθος, περιέχει εκείνα τα οποία περιέχει και πλέον τόσο ο Πρόεδρος όσο και οι υπόλοιποι, οι οποίοι ονοματίζονται εκεί, αλλά και κάποιοι άλλοι οι οποίοι ενδεχομένως περιέχονται στο πόρισμα αλλά δεν έχουν δοθεί τα ονόματά τους καθότι δεν ήταν Πολιτικώς Εκτεθειμένα Πρόσωπα (ΠΕΠ), και ήταν μόνο τα ΠΕΠ τα οποία έχουν ανακοινωθεί τα ονόματα τους, πρέπει να αντιληφθούν ότι όλοι αυτοί είναι υποκείμενα έρευνας».
«Κανείς εξ αυτών δεν μπορεί να έχει την οποιαδήποτε διαφορετική μεταχείριση αλλά σαφέστατα θα πρέπει να έχουν και όλες τις διασφαλίσεις που προβλέπει η νομοθεσία και το Σύνταγμα, δηλαδή όλα τους τα δικαιώματα θα πρέπει να διασφαλιστούν πλήρως ούτως ώστε η έρευνα, η οποία θα ακολουθήσει να είναι ορθή, χωρίς να υπάρχει κάποιο διαδικαστικό κώλυμα ή πρόβλημα για να μπορεί ακριβώς να αποδοθεί η ευθύνη», πρόσθεσε.
Σημείωσε ακόμη ότι το δικαίωμα του κ. Αναστασιάδη για ακρόαση δεν έχει επηρεαστεί, «αντιθέτως, ακριβώς σε αυτό το στάδιο που θα ξεκινήσουν οι ποινικές ανακρίσεις εκεί πλέον θα μπορεί ο ίδιος να θέσει και να εκθέσει τη θέση του, έχοντας όλα τα δικαιώματα που έχει ο κάθε Κύπρος πολίτης, και πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι ουδείς είναι υπεράνω του νόμου και ουδείς είναι υπεράνω του Συντάγματος».
Ερωτηθείς σχετικά με το ζήτημα της άρσης ασυλίας του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας, ο κ. Αγγελίδης εξέφρασε την άποψη ότι, «δεν υπάρχει θέμα ασυλίας του τέως Προέδρου σε αυτή τη φάση καθότι έχει τελειώσει η θητεία του και διερευνάται για θέματα τα οποία δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Πρόεδρου και στην άσκηση των καθηκόντων του, αλλά γίνεται έλεγχος κατά πόσον έχει διαπράξει κάποια ποινικά ή άλλα αδικήματα τόσο ο ίδιος όσο και άτομα τα οποία είχαν σχέση μαζί του, είτε συγγενική είτε κάποια άλλη οικονομική διασύνδεση».
Σημείωσε ακόμη ότι και ο ίδιος ο κ. Αναστασιάδης εξήγησε με σαφήνεια ότι ακόμα κι αν εγείρεται τέτοιο ζήτημα ο ίδιος δεν θα διαφωνήσει στη διαδικασία να αρθεί αυτή η ασυλία.
Ερωτηθείς για πιθανή απόφαση για άρση της ασυλίας, ο κ. Αγγελίδης είπε ότι υπάρχει συγκεκριμένη πρόνοια η οποία προβλέπεται δυνάμει του Άρθρου 45 του Συντάγματος και ότι απόφαση αν θα διωχθεί ποινικώς θα πρέπει να αφορά σε αδίκημα ατιμωτικό ή ηθικής αισχρότητος και αυτό μπορεί να γίνει παρά μόνο με άδεια του Προέδρου του Ανώτατου Δικαστηρίου και αφού καταχωρήσει τέτοια διαδικασία ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.
Σε ερώτηση πώς θα γίνει αυτό με την αυτοεξαίρεση του Γενικού Εισαγγελέα από την υπόθεση, ο κ. Αγγελίδης σημείωσε ότι είναι το ίδιο θέμα που εγείρεται και σε σχέση με τον διορισμό σε μελλοντικό στάδιο του πιθανού ποινικού κατήγορου.
Εν όψει της εξαίρεσης τόσο του Γενικού όσο και του Βοηθού Γενικού αλλά και της κ. Κλεόπα που είναι προϊσταμένη του Τομέα Ποινικού Δικαίου, ανέφερε, αυτήν την αρμοδιότητα φαίνεται ότι θα την ασκήσει το Εισαγγελικό Συμβούλιο, «χωρίς σε αυτή τη φάση κάποιος να μπορεί να αναφέρει με βεβαιότητα ότι δύναται να γίνει αυτό το πράγμα». Σημείωσε ότι επειδή αυτό αναμένεται να συμβεί σε βάθος χρόνου, «δηλαδή όταν και εφόσον ολοκληρωθεί η ποινική διερεύνηση, στο μεσοδιάστημα μπορεί κάλλιστα να υπάρξει τροποποίηση τόσο του νόμου, πόσο μάλλον δε και του Συντάγματος για να επιτρέπεται παραδείγματος χάρη μιας τέτοιας μορφής διαδικασία να καταχωρείται και να προωθείται από κατήγορο τον οποίο ενδεχομένως να διορίζει ανεξάρτητη αρχή. Κάτι το οποίο αυτή τη στιγμή δεν επιτρέπεται και δεν προβλέπεται», είπε.
Σε παρατήρηση ότι αυτή είναι μια μεγάλη διαδικασία, ο κ. Αγγελίδης ανέφερε ότι δεν είναι μεγάλη διαδικασία, αλλά αφορά στο αν τα κόμματα έχουν την διάθεση και διαπιστώνουν ότι υπάρχει κάτι στρεβλό, «το οποίο νομίζω όλη η κοινωνία διαπιστώνει, και αυτό δεν αφορά μομφή προς τον οποιοδήποτε, αλλά το γεγονός ότι βρισκόμαστε σε μια σπαζοκεφαλιά και σε διάφορα διλήμματα στα οποία κανονικά δεν θα έπρεπε να βρισκόμαστε».
«Υπάρχουν και άλλες λύσεις βεβαίως. Επαφίεται στον κάθε έναν πώς θέλει να παραμείνει η υστεροφημία του, και εδώ αναφέρομαι γενικότερα σε κάθε εμπλεκόμενο καθότι αναφέρονται διάφορα ονόματα», είπε ο κ. Αγγελίδης.
Αχιλλέας Δημητριάδης
Ο δικηγόρος Αχιλλέας Δημητριάδης, ερωτηθείς από το ΚΥΠΕ για το ζήτημα, ανέφερε ότι η ουσία βρίσκεται σε τέσσερα σημεία - ανεξάρτητος ποινικός ανακριτής, ανεξάρτητος δημόσιος κατήγορος ή εισαγγελέας, τροποποίηση του νόμου για την Αρχή κατά της Διαφθοράς, για να έχει ανακριτικές εξουσίες και τροποποίηση του Συντάγματος εάν το προαναφερόμενο δεν επιτρέπεται «και αν θέλουμε να δώσουμε και δικαίωμα» να κάνει και ποινικές κατηγορίες η Αρχή.
Ο κ. Δημητριάδης, ο οποίος έκανε δηλώσεις στο ΚΥΠΕ αμέσως μετά την ανακοίνωση του Κυβερνητικού Εκπροσώπου για πρόθεση του Υπουργικού Συμβουλίου για διορισμό ανακριτικής ομάδας, το συντομότερο δυνατό, είπε ότι αυτό είναι κάτι «πολύ σημαντικό και θετικό». «Καλό θα ήταν να σκεφτούν να βάλουν και ως σύμβουλους τους επιθεωρητές που έκαναν το πόρισμα», ύστερα από έρευνες δύο χρόνων, είπε, επισημαίνοντας τη γνώση του αντικειμένου από αυτούς.
Σημείωσε ότι θα πρέπει επιπρόσθετα να διοριστεί και ανεξάρτητος ιδιώτης εισαγγελέας ή δημόσιος κατήγορος. Όπως στις άλλες υποθέσεις, η Αστυνομία σε συνεργασία με την Εισαγγελία παίρνει συμβουλές πώς προχωρά, έτσι και ο ιδιώτης εισαγγελέας ή δημόσιος κατήγορος, είπε, θα συμβουλεύει την ανεξάρτητη ομάδα ανακριτών τί να κάνουν, πώς να στοιχειοθετήσουν την υπόθεση και πώς θα σχηματιστεί το κατηγορητήριο.
Το τρίτο σημείο στο οποίο αναφέρθηκε ο κ. Δημητριάδης, αφορά στον νόμο για την Αρχή κατά της Διαφθοράς, ο οποίος, είπε, είναι «ξεδοντιασμένος από το 2022». «Το ήξερε η Βουλή. Παρόλα ταύτα άφησε μία ξεδοντιασμένη Αρχή, η οποία δεν μπορεί να πάρει ανακριτική κατάθεση. Λάθος. Τώρα θα μας πάρει ακόμα δύο χρόνια, θα ξοδέψουμε άλλο 1,3 εκατομμύριο, θα ξοδέψουμε και φαιά ουσία να γράψουμε ακόμα τρεις χιλιάδες σελίδες», είπε ο κ. Δημητριάδης.
Άρα, πρέπει να αλλάξει ο νόμος, είπε κάνοντας αναφορά στο τέταρτο σημείο. Σημείωσε ότι αν χρειάζεται ο νόμος να αλλάξει και το Σύνταγμα για να δοθεί στην Αρχή και εισαγγελική εξουσία, «δηλαδή να κάνουν και κατηγορίες όπως μπορούμε κάλλιστα να το κάνουμε, να τροποποιηθεί και το Σύνταγμα».
Ο κ. Δημητριάδης ανέφερε ότι η Κυβέρνηση κατέθεσε 54 νομοσχέδια στη Βουλή, και διερωτήθηκε γιατί δεν κατέθεσε ένα και για τροποποίηση του Άρθρου 113 του Συντάγματος, κάτι, που όπως είπε, ήταν και προεκλογική δέσμευση του Πρόεδρου της Δημοκρατίας.
Ερωτηθείς για το πώς θα γίνει διορισμός ανεξάρτητου δημόσιου κατήγορου ή εισαγγελέα με την αυτοεξαίρεση του Γενικού Εισαγγελέα, ο κ. Δημητριάδης είπε ότι μπορεί να τον διορίσει το Εισαγγελικό Συμβούλιο, το οποίο έβαλε στη θέση του ο Γ. Εισαγγελέας.



























