ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Αισθήματα χωρίς επιχειρήματα

Κάθε προσπάθεια να συστήσει κανείς την ποίηση σε μικρούς ή μεγάλους συνοδεύεται σήμερα από την επωδό της κρατούσας αντιποιητικής συνθήκης

Kathimerini.gr

Κάθε προσπάθεια να συστήσει κανείς την ποίηση σε μικρούς ή μεγάλους συνοδεύεται σήμερα από την επωδό της κρατούσας αντιποιητικής συνθήκης. Δεν είναι πάντοτε σαφές τι εννοεί κανείς με αυτό: Oτι είναι είδος αντιδημοφιλές – σε σύγκριση με την πεζογραφία ή με παλαιότερες εποχές; Oτι ο κόσμος είναι κακός και άγριος και η ποίηση ένα ευγενικό, ντελικάτο λουλούδι που χρειάζεται πράσινους αγρούς και κελαρυστά ρυάκια για να ανθίσει; Υπάρχει μια δόση αλήθειας σε όλα αυτά, υπάρχει ωστόσο και κάμποση αυτοσκηνοθεσία και πόζα. Αυτή η μελοδραματική αχλύς, λίγο μομφή και λίγο θρύλος, συχνά θολώνει την ανάγνωση και τη συζήτηση περί την ποίηση.

Δύο καταξιωμένες συγγραφείς βιβλίων για παιδιά επιχειρούν στο υπό συζήτηση βιβλίο κάτι διαφορετικό: στήνουν μια μορφή διαλόγου μεταξύ τους, στο πλαίσιο του οποίου ανταλλάσσουν σκέψεις που αφορούν τη σχέση τους με συγκεκριμένα ποιήματα (τα οποία παρατίθενται ολόκληρα ή αποσπασματικά). Σκοπός είναι να στρέψουν το ενδιαφέρον των παιδιών (αλλά και της αναγνώστριας/του αναγνώστη γενικά) στην ποίηση, με αφορμή τη δική τους εμπειρία και με «τεκμήριο» τα συγκεκριμένα ποιήματα ή ποιητικά αποσπάσματα. Ο διάλογος εικονογραφείται και το καλαίσθητο αποτέλεσμα, στο οποίο βέβαια μας έχουν συνηθίσει οι εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, υποστηρίζεται επιπλέον από μιαν ιδιότυπη βιβλιοδεσία. Στο τέλος του βιβλίου υπάρχει ένα διδακτικό-εργαστηριακό παράρτημα, κάτι σαν «πειραματιστείτε κι εσείς με την ποίηση» και «δοκιμάστε να γράψετε το δικό σας ποίημα».

Aλλο πράγμα

Θα ξεκινήσω από αυτό το τελευταίο: είναι εντελώς (μα εντελώς) άλλο πράγμα να μυείς κάποιον στην ανάγνωση της ποίησης και άλλο (μα εντελώς άλλο!) να επιχειρείς κάτι σαν εργαστήριο δημιουργικής γραφής –και μάλιστα ποιητικής γραφής– και μάλιστα με παιδιά! Πώς και γιατί αυτά τα δύο συνδυάζονται εν προκειμένω, ανενδοίαστα, σαν να προκύπτει το ένα από το άλλο; Τι απίστευτο τσουβάλιασμα συντελείται μέσα στο κεφάλαιο που επιγράφεται «εννέα τρόποι για να γράψεις ποίηση χωρίς να γίνεις ποιητής»; Hδη ο τίτλος είναι ολισθηρός – δεν χρειάζεται δα να είσαι και ποιητής για να παίξεις με τις λέξεις, μας λέει! Ο καθένας μπορεί να το κάνει! Στις λίγες σελίδες που ακολουθούν ξεπετιέται στα γρήγορα το πρόβλημα της τεχνητής νοημοσύνης, προτείνονται «δημιουργικές» ιδέες που εκτείνονται από τα «καλλιγραφήματα» μέχρι την «blackout» ή «erasure ή «found poetry»(!) Ο πρώτος που πειραματίστηκε με τα καλλιγραφήματα ήταν, διαβάζουμε, ο Νικηφόρος Βρεττάκος το 1961 – στα ελληνικά, εννοείται, αλλά παραλείπεται αυτή η ασήμαντη λεπτομέρεια.

Η χαοτική προσέγγιση διέπει και το πρώτο μέρος του βιβλίου, που περιέχει τον διάλογο των συν-συγγραφέων για τη σχέση τους με την ποίηση. Ποιήματα δύσκολα, πυκνά προτείνονται ως απλή, τάχα, υπόθεση, αφού οι συν-συγγραφείς τα επενδύουν με κάποιο μύθο. Ο δε μύθος (τους) συγκροτείται από ένα ακαθόριστο μείγμα αισθηματολογίας και ζηλωτισμού. «Eχεις πίστη στην ποίηση»; διαβάζουμε – το παράδειγμα είναι ενδεικτικό. Για να μη μας μείνει αμφιβολία, η εικονογράφηση μας δείχνει έναν ξιφομάχο, με την πολεμική του εξάρτυση, να μάχεται με ένα βιβλίο ποίησης στο χέρι. Πιο κάτω πληροφορούμαστε ότι (η ποίηση) «είναι ένα ψίχουλο ψυχής που έπεσε στο χαρτί και έμεινε εκεί».

Εμπειρίκος και Σεφέρης

Δεν τη γλιτώνει ούτε η γνωστή, κατά Εμπειρίκο, «ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου». Αλίμονο όμως: ενώ ο στίχος αυτός, μέσα στο συγκεκριμένο ποίημα, πολύ εύγλωττα και πετυχημένα ιστορεί τους τρόπους και τη μοίρα της ποίησης, δίνοντας ένα άριστο δείγμα ακριβολογίας, εικονοποιίας και ρυθμού, οι συγγραφείς «δίνουν πόνο» με αφορμή αυτό ειδικά το ποίημα: «Αστραπή και κεραυνός έπεσαν πάνω μου· τινάχτηκα από τη θέση μου. – Ποίηση δεν είναι μόνο λέξεις. Είναι ηλεκτρική εκκένωση», διαβάζουμε. Το ύφος αυτών των διατυπώσεων, που χωρίς καν να εξαντλήσει κανείς την αυστηρότητά του θα τις χαρακτήριζε ποιητικίζουσες, μάλλον αποτρεπτικά θα λειτουργούσε προς μελλοντικές/ούς αναγνώστ(ρι)ες. Ο οίστρος παίρνει ενίοτε μπάλα και τους ίδιους τους ποιητές. Ετσι, κατά τις συγγραφείς, ο Σεφέρης «βροντοφωνάζει»: «Είπες εδώ και χρόνια: “Κατά βάθος είμαι ζήτημα φωτός”». Υπάρχει, αναρωτιέμαι, λέξη πιο αταίριαστη για αυτόν ειδικά τον ποιητή από το «βροντοφωνάζει»;

Καλύτερα να ανθολογεί κανείς απλώς ποιήματα που θεωρεί ελκυστικά. Ή και να συστήνει ένα μόνο ποίημα, π.χ. ένα εικονογραφημένο ποίημα-βιβλίο. Θα βρουν τον δρόμο οι μικροί/ές αναγνώστ(ρι)ες, όπως τον βρίσκουμε όλοι.

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Βιβλίο: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ