Γράφρει ο Κωνσταντίνος Σαράντης
Tον Ντάγκλας Στιούαρτ τον έμαθα, όπως και ο υπόλοιπος κόσμος, όταν εμφανίστηκε από το πουθενά το 2020 κερδίζοντας το βραβείο Booker με το πρώτο του βιβλίο, Σάγκι Μπέιν. Μέσα σε μία στιγμή, ο 44χρονος τότε Σκωτσέζος συγγραφέας έγινε ένας σταρ της λογοτεχνικής σκηνής της Ευρώπης. Ακολούθησε ο Νεαρός Μάνγκο και, φέτος, το Τζον γιος του Τζον, για το οποίο ο Στιούαρτ είναι και πάλι υποψήφιος για το Booker. Προ ημερών το βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (όπως και τα προηγούμενα) και τώρα, ένα φθινοπωρινό απόγευμα Τετάρτης, στην οθόνη του υπολογιστή μου βλέπω τον ίδιο τον Στιούαρτ να πίνει αχνιστό καφέ σε μια μπεζ πολυκαιρισμένη κούπα. Πίσω του απλώνεται αγουροξυπνημένη η Νέα Υόρκη. «Επιτέλους, βρίσκομαι στο σπίτι μου έστω και για λίγες μέρες. Είμαι σε περιοδεία από τον Απρίλιο, οπότε το μόνο που περιμένω αυτή τη στιγμή είναι η απονομή των βραβείων Booker [σ.σ. στις 9 Νοεμβρίου], για να μπει μια τελεία, όποια κι αν είναι η κατάληξη», μου λέει μαζί με την πρώτη γουλιά. Μέχρι να τελειώσει τον καφέ του, έχουμε προλάβει να μιλήσουμε για λογοτεχνία, για βραβεία και για τη μόδα. Γέμισε μια δεύτερη κούπα και συνεχίσαμε να μιλάμε για ταξίδια, κουίρ ταυτότητες, τη σκωτσέζικη επαρχία. Αυτά, λοιπόν, είναι όσα έμαθα για τον Ντάγκλας Στιούαρτ ένα απόγευμα, ανάμεσα σε δύο καφέδες.
«Δεν γνώρισα τον πατέρα μου (…). Πάντα ήλπιζα ότι θα τον είχα στη ζωή μου, αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν θα ήμουν ο γιος που εκείνος θα ήθελε»
Έχουν περάσει πλέον έξι χρόνια από όταν κερδίσατε το Booker για το Σάγκι Μπέιν. Πόσο έχει αλλάξει η ζωή σας από τότε;
Θεέ μου, έχει αλλάξει εντελώς. Μέχρι και τη στιγμή που κέρδισα το Booker, εργαζόμουν στη μόδα [σ.σ. αντιπρόεδρος στον οίκο Jack Spade]. Πάντα πίστευα ότι ένας συγγραφέας πρέπει να εργάζεται. Είτε αυτό σημαίνει να γράφει κριτικές είτε να διδάσκει σε κάποιο πανεπιστήμιο, πρέπει να έχει μια δουλειά, γιατί η αλήθεια είναι πως δεν γράφουμε μυθιστορήματα με τέτοια συχνότητα ώστε να μπορούμε να ζήσουμε από αυτά. Πίστευα, λοιπόν, ότι κάποια στιγμή θα επέστρεφα στη μόδα. Το Booker μού έδωσε την ευκαιρία να αφοσιωθώ σε αυτό που πραγματικά ήθελα να κάνω. Έτσι, όλα άλλαξαν: ο κοινωνικός μου κύκλος, η ζωή μου, ο τρόπος με τον οποίο περνώ κάθε λεπτό της ημέρας μου, τα πάντα.
Σας λείπει καθόλου η μόδα;
Μερικές φορές μού λείπει ο κόσμος της μόδας, η εγρήγορση και οι πλάκες. Τώρα, ως συγγραφέας, περνώ όλη την ημέρα μόνος μου. Δεν μου λείπει, όμως, ως επάγγελμα. Νιώθω ότι η μόδα έχει αλλάξει. Όταν ήμουν νέος, πίστευα ότι μπορούσα να αφηγηθώ ιστορίες μέσα από αυτήν. Τότε υπήρχε η δυνατότητα να επικοινωνήσεις κάτι σε έναν άνθρωπο που θα φορούσε ή θα αγόραζε τα σχέδιά σου. Πλέον είναι μόνο πράγματα, πράγματα, πράγματα.
Πριν κερδίσετε το Booker, το Σάγκι Μπέιν είχε απορριφθεί από σαράντα εκδότες. Αμφισβητήσατε ποτέ τις επιλογές σας;
Απογοητεύτηκα, στενοχωρήθηκα πολύ και αναρωτήθηκα μήπως είχα αυταπάτες. Δεν με έκανε, όμως, να αλλάξω γνώμη για τις αποφάσεις μου. Είχα μια δουλειά και αρκετά χρήματα ώστε να πληρώνω τους λογαριασμούς μου. Αυτό που φοβόμουν ήταν ότι ο κόσμος δεν θα καταλάβαινε ποτέ την τέχνη μου. Παρά τις απορρίψεις –τις οποίες θεωρώ αναγκαίο κομμάτι της ζωής ενός συγγραφέα– δεν άλλαξα ούτε μία λέξη στο χειρόγραφο, δεν μετακίνησα ούτε ένα κόμμα. Ήξερα ότι είχα δημιουργήσει ακριβώς αυτό που ήθελα και ότι κάποια στιγμή θα έβρισκε τον δρόμο του, απλώς δεν ήξερα πώς.
Και να που τώρα είστε ξανά υποψήφιος για το Booker.
Νομίζω ότι θα ήταν κάπως υπερβολικό να έχω κερδίσει για το πρώτο και το τρίτο μου βιβλίο. Προς το παρόν, ανυπομονώ απλώς να πιω ένα ποτήρι σαμπάνια. Τη χρονιά που κέρδισα, βρισκόμασταν στην πανδημία κι όλα αυτά συνέβησαν ενώ ήμουν κλεισμένος στο σπίτι μου. Οπότε τώρα ανυπομονώ απλώς να πάω στο πάρτι.

Σας έχουν λείψει τα πάρτι;
Πολύ, και το πάρτι του Booker είναι θρυλικό. Συγκεντρώνονται όλοι οι συγγραφείς που εκτιμάς και άνθρωποι από ολόκληρη τη λογοτεχνική κοινότητα, οπότε θα έχει πλάκα.
Στον χώρο σας, σας αποκαλούν συχνά «late bloomer». Σας ενοχλεί;
Υπήρξε μια περίοδος που ένιωθα μεγάλη λύπη γι’ αυτό, επειδή πίστευα ότι είχα ξεκινήσει αργά. Σίγουρα δεν έχω χρόνο για χάσιμο, αφού ξεκίνησα να γράφω στα 44 μου, η αλήθεια όμως είναι ότι το σημαντικότερο που μπορεί να κάνει ένας συγγραφέας είναι να ζήσει –και να έχει ζήσει– μια γεμάτη ζωή. Συνειδητοποιώ ότι όλα όσα πέρασα, είτε αφορούν τα παιδικά μου χρόνια και την ανατροφή μου στη Γλασκώβη είτε τα χρόνια μου στη μόδα και την εμπειρία τού να ζήσω ως νέος άνδρας στη Νέα Υόρκη, ήταν απαραίτητα ώστε να γίνω ο συγγραφέας που είμαι σήμερα. Η ιδιότητα του συγγραφέα είναι μια συνεχής πορεία. Όλα όσα ζεις και βιώνεις είναι αυτά που σε οδηγούν τελικά στη σελίδα. Δεν μετανιώνω για καμία στιγμή της ζωής μου. Ο κόσμος έχει εμμονή με τη νεότητα. Εγώ, όμως, δεν ένιωσα ποτέ πραγματικά νέος.
Γιατί αυτό;
Από πολύ μικρός έπρεπε να φροντίζω τη μητέρα μου, η οποία ήταν άρρωστη και εξαρτημένη. Ακόμη και στα έξι, στα επτά ή στα οκτώ μου χρόνια, ένιωθα πολύ μεγαλύτερος από τα άλλα παιδιά. Είχα αναλάβει ευθύνες που κανένα παιδί δεν θα έπρεπε να έχει. Νομίζω ότι αυτό με ακολούθησε σε όλη μου τη ζωή. Εξαιτίας της φτώχειας μέσα στην οποία μεγάλωσα, ένιωθα αποκομμένος από τον κόσμο γύρω μου.
Μια και αναφέρετε τη σημασία των βιωμάτων, περάσατε δεκαέξι εβδομάδες στα νησιά της Σκωτίας πριν γράψετε το νέο σας βιβλίο.
Ήταν η περίοδος που περίμενα να εκδοθεί το Σάγκι Μπέιν. Είχα αποταμιεύσει κάποια χρήματα και είχα απομακρυνθεί για λίγο από τη μόδα, αλλά δεν ήξερα τι ακριβώς να περιμένω. Στην πραγματικότητα, κατά τη διάρκεια του ενάμιση χρόνου που μεσολαβεί συνήθως μέχρι να εκδοθεί ένα μυθιστόρημα, δεν έχεις πολλά να κάνεις πέρα από το να περιμένεις. Έτσι σκέφτηκα να πάω στις Εξωτερικές Εβρίδες (Δυτικές Νήσοι). Είχα εκπαιδευτεί στην υφαντουργία και ήθελα να γνωρίσω τους υφαντές της περιοχής. Αρχικά σκόπευα να μείνω για δώδεκα εβδομάδες. Δεν ήξερα αν θα ανακάλυπτα μια σπουδαία ιστορία ή αν θα έγραφα ένα μυθιστόρημα· ίσως απλώς να γνώριζα καλύτερα τη χώρα μου. Νοίκιασα, λοιπόν, ένα μικρό αυτοκίνητο και ξεκίνησα από το νότιο άκρο του αρχιπελάγους. Όλα συνέβησαν γύρω από το τραπέζι της κουζίνας. Πήγαινα στο σπίτι κάποιου, μου έφτιαχνε ένα φλιτζάνι τσάι ή ίσως μου ετοίμαζε κάτι να φάω και συζητούσαμε για δυο-τρεις ώρες. Όταν ολοκληρώθηκε αυτή η εμπειρία, είχα καταγράψει στο κινητό μου περισσότερες από εκατό ώρες συνομιλιών.
Τι σας έμεινε από αυτές;
Η επιφυλακτικότητα των ανθρώπων. Όταν ζεις δίπλα στους ίδιους γείτονες για όλη σου τη ζωή –και ίσως για πολλές γενιές–, προσέχεις πολύ τι λες. Μαθαίνεις να ζυγίζεις τα λόγια σου. Πολλοί κάνουν το λάθος να θεωρούν ότι τα νησιά είναι ρομαντικοί τόποι, μέρη στα οποία μπορείς να αποδράσεις. Δεν είναι έτσι. Η ζωή στα νησιά απαιτεί δουλειά και θυσίες. Και τα προβλήματα που υπάρχουν στις πόλεις –το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, η ενδοοικογενειακή βία– υπάρχουν και εκεί. Απλώς δεν μας αρέσει να μιλάμε γι’ αυτά, επειδή χαλούν την ειδυλλιακή εικόνα που έχουμε γι’ αυτούς τους τόπους· φαντάζομαι το ίδιο ισχύει και για την Ελλάδα. Σκεφτόμουν ότι ίσως έγραφα μια ιστορία για έναν νεαρό άνδρα που επέστρεφε στο σπίτι του, σε έναν πολύ μικρό οικισμό. Ύστερα, όμως, έφτασα στη νήσο Χάρις, όπου σε αντίθεση με τα υπόλοιπα νησιά υπήρχε μια πολύ αυστηρή πρεσβυτεριανή εκκλησία. Οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν ότι ο λόγος του Θεού είναι αλάνθαστος. Δεν ζούμε, σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, σε μια εποχή στην οποία οι γυναίκες μπορούν να θεωρούνται ελεύθερες ή οι ομοφυλόφιλοι να γίνονται αποδεκτοί. Αυτό ήταν κάπως τρομακτικό, αν σκεφτείς πως μιλάμε για το 2019.
Και πώς φτάσατε τελικά στην ιστορία του βιβλίου;
Μια μέρα καθόμουν στην κουζίνα μιας γυναίκας και συνειδητοποίησα ότι σε όλους αυτούς τους οικισμούς υπήρχαν πολλοί ηλικιωμένοι οι οποίοι δεν είχαν παντρευτεί ποτέ. Αυτό μου έκανε εντύπωση, επειδή επρόκειτο για έναν τόσο παραδοσιακό τόπο, ο οποίος στηριζόταν στις μεγάλες οικογένειες. Τη ρώτησα, λοιπόν, γιατί συνέβη αυτό. Η γυναίκα μού απάντησε: «Ε, μάλλον δεν βρήκαν τη γυναίκα τους». Ήταν ένας πολύ διακριτικός τρόπος να πει ότι δεν ήταν δική μας δουλειά να ξέρουμε. Της είπα ότι πρέπει να είναι πολύ δύσκολο να βρεις την αγάπη και ότι θα ήταν ακόμη πιο δύσκολο αν κάποιοι από αυτούς τους ανθρώπους ήταν ομοφυλόφιλοι. Μόλις το είπα, εκείνη τραβήχτηκε προς τα πίσω και με κοίταξε αποσβολωμένη. Αυτό με έκανε να σκεφτώ όλες τις επιθυμίες που είχαν μείνει ανεκπλήρωτες. Συνειδητοποίησα τότε ότι η ιστορία δεν αφορούσε έναν νεαρό ομοφυλόφιλο άνδρα που εγκαταλείπει το σπίτι του για να σπουδάσει. Αφορούσε όλους εκείνους τους ανθρώπους της εργατικής τάξης που ζούσαν γύρω μας επί αιώνες. Ανθρώπους που δεν μπορούσαν να φύγουν από τον τόπο καταγωγής τους, επειδή ήταν δεμένοι με τη γη, το χωριό ή την οικογένειά τους. Εκεί, λοιπόν, στο τραπέζι της κουζίνας αυτής της γυναίκας, το βιβλίο άρχισε να παίρνει μορφή. Σκέφτηκα πως η ιστορία δεν αφορά τον γιο· ποτέ δεν αφορούσε τον γιο· πάντα αφορούσε τον πατέρα του.
Διάβασα σε μια συνέντευξή σας πως κι εσείς ο ίδιος δεν ζήσατε έναν εφηβικό έρωτα. Αυτό το στοιχείο πέρασε και στο βιβλίο;
Νομίζω ότι μεγάλο μέρος όσων γράφω αφορά την προσπάθειά μου να κατανοήσω ζωές που δεν έζησα ο ίδιος. Δεν είχα ποτέ έναν εφηβικό έρωτα, επειδή, όταν ήμασταν νέοι, ως queer άνθρωποι φοβόμασταν πάρα πολύ. Κρυβόμασταν ακόμη και μέσα στην ίδια μας την κοινότητα. Τώρα, όταν κοιτάζω πίσω, ξέρω ότι υπήρχαν κι άλλοι ομοφυλόφιλοι στο σχολείο μου. Έτσι, στερήθηκα τον πρώτο έρωτα. Το ίδιο ισχύει και για την έννοια του πατέρα. Δεν γνώρισα τον πατέρα μου και γι’ αυτό προσπαθούσα να φανταστώ πώς θα ήταν αυτή η σχέση. Ταυτόχρονα, όμως, καταλάβαινα ότι ο δικός μου πατέρας ήταν προϊόν του τόπου και της εποχής του. Ήταν εξαιρετικά αρρενωπός και βαθιά προκατειλημμένος – αυτό το γνωρίζω. Πάντα ήλπιζα ότι θα τον είχα στη ζωή μου, αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν θα ήμουν ο γιος που εκείνος θα ήθελε. Είναι ένα πολύ περίπλοκο συναίσθημα να το κουβαλάς.
Ο Καλ (από το βιβλίο) έχει ακόμη μία ομοιότητα μαζί σας: την υφαντουργία.
Κατά κάποιον τρόπο, αυτό είναι ένα βιβλίο για τους ανθρώπους που αγαπούν υπερβολικά πολύ ένα αντικείμενο ή μια τέχνη – είμαι μάλλον «σπασικλάκι». Η ύφανση αποτελεί για μένα μια οργανωτική αρχή όταν σκέφτομαι τις ιστορίες. Είναι, επίσης, μια μεταφορά για τον τρόπο με τον οποίο χτίζονται οι χαρακτήρες. Ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Τζον είναι υφαντής, ενώ ο Καλ απορρίπτει την ύφανση και θέλει να γίνει πλέκτης, σχετίζεται με την προσωπικότητα και τη δομή τους. Η ύφανση βασίζεται σε ένα μοτίβο που έχει ήδη καθοριστεί. Μπορεί να είναι τουίντ ή ψαροκόκαλο, αλλά δεν μπορείς να παρεκκλίνεις από το σχέδιο. Αποτελεί μια εξαιρετική μεταφορά για έναν θρησκευόμενο άνθρωπο, επειδή δεν αφορά ποτέ αποκλειστικά τον εαυτό του. Το πλέξιμο, αντίθετα, βασίζεται σε ένα μόνο νήμα που μπορείς να το κάνεις ό,τι θέλεις. Αφορά την αναζήτηση του δικού σου δρόμου στον κόσμο και τη δημιουργία κάτι καινούργιου καθώς προχωράς.
Κάτι που μου έκανε εντύπωση από την αρχή του βιβλίου είναι ότι δίνετε στον αναγνώστη το δικαίωμα να γνωρίζει τα πάντα.
Είναι φθηνό και εύκολο τέχνασμα να αποκρύπτεις πράγματα από τον αναγνώστη, να κάνεις κάποιον να διαβάσει ένα ολόκληρο μυθιστόρημα και στο τέλος να του αποκαλύπτεις πως ο πρωταγωνιστής ήταν, για παράδειγμα, ομοφυλόφιλος. Αυτό που συνειδητοποίησα αρκετά νωρίς καθώς έγραφα το βιβλίο, ήταν ότι δεν επρόκειτο για κάτι που θα συνέβαινε στη ζωή των χαρακτήρων. Το ζήτημα ήταν ότι οι άνδρες είχαν δεσμευτεί στη σιωπή τους και στις αποφάσεις που είχαν πάρει. Ο Τζον δεν μπορεί να προχωρήσει. Συχνά θεωρούμε ότι μπορείς να μιλήσεις ανοιχτά για τη σεξουαλικότητά σου. Για πολλούς queer ανθρώπους, όμως, δεν υπάρχει καν η δυνατότητα να το κάνουν. Σε ποιον να το αποκαλύψεις; Δεν υπάρχει καν μια «ντουλάπα» από την οποία μπορείς να βγεις, γιατί αυτό προϋποθέτει ότι υπάρχει ένας κόσμος έξω από την ντουλάπα. Έτσι, το μυθιστόρημα αφορούσε τη σιωπή των ανδρών.
Ταυτόχρονα, όμως, στο βιβλίο σας είναι πολύ έντονη και η παρουσία των γυναικών.
Εκείνες μπορούν και βλέπουν τα πάντα. Καθώς σε κοιτάζουν, κοιτάζουν και μέσα σου. Χρειαζόμουν, λοιπόν, άνδρες σιωπηλούς και γυναίκες που θα μπορούσαν να μαντεύουν με μεγάλη ακρίβεια τι συνέβαινε και να γνωρίζουν την αλήθεια. Ήθελα να δημιουργήσω έναν κόσμο όπου αυτές οι δύο πραγματικότητες θα συγκρούονταν. Παρόλο που οι άνδρες δεν μιλούν για τα συναισθήματά τους, αν ασκούν μια τεχνική ή μια χειρωνακτική εργασία και τους ρωτήσεις γι’ αυτήν, μπορούν να μιλούν για ώρες. Στο μυθιστόρημα η γλώσσα αυτή είναι το χρώμα. Έχουν περάσει όλη τους τη ζωή συνδυάζοντας χρώματα, βάφοντας υφάσματα και παρατηρώντας τα χρώματα του τοπίου. Όταν ο Τζον τηλεφωνεί στον Καλ στην αρχή του βιβλίου και του λέει ότι τα πόδια της γιαγιάς του είναι μελανά σαν μοσχαρίσιο συκώτι, ο Καλ δεν σκέφτεται ότι ο πατέρας του λέει ψέματα ή ότι κάνει λάθος. Σκέφτεται: «Τι απαίσιο χρώμα». Καταλαβαίνει ακριβώς τι εννοεί. Αυτή η λεπτομέρεια κινεί ολόκληρο το μυθιστόρημα.
Ένα μεγάλο μέρος του έργου σας αφορά την προσπάθεια των παιδιών να καταλάβουν τους γονείς τους.
Ένα από τα δυσκολότερα πράγματα που μπορεί να κληρονομήσει κανείς είναι ένας γονιός που δεν έζησε τη δική του ζωή. Περνάμε μεγάλο μέρος της ζωής μας προσπαθώντας να κατανοήσουμε τον εαυτό μας. Εγώ, όμως, πιστεύω ότι θα ήταν καλύτερο να αφιερώναμε χρόνο στην προσπάθεια να κατανοήσουμε τους γονείς μας. Εκείνοι μάς διαμόρφωσαν. Αν μπορούσαμε να καταλάβουμε ποιοι ήταν πραγματικά, θα κατανοούσαμε και τον εαυτό μας με έναν τρόπο που συχνά μας διαφεύγει. Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τον Καλ και τον Τζον. Ο Καλ αισθάνεται ότι ο πατέρας του του στέρησε το μέλλον του. Ο Τζον, από την άλλη, αισθάνεται ότι ο γιος του του στέρησε το παρελθόν του. Έτσι, η αγάπη μέσα σε μια οικογένεια μπορεί να γίνει κάτι που κρατάει τους ανθρώπους παγιδευμένους.
Το βιβλίο διαδραματίζεται τη δεκαετία του ’90. Τι θυμάστε από εκείνη την εποχή;
Ήθελα το βιβλίο να διαδραματίζεται σε έναν αναλογικό κόσμο, πριν το διαδίκτυο γίνει μέρος της καθημερινότητάς μας. Ήθελα αυτή η οικογένεια να αντιπροσωπεύει την τελευταία στιγμή ενός κόσμου που χάνεται. Υπάρχει, όμως, και ένας άλλος λόγος. Η μοναξιά ήταν διαφορετική τότε. Ήταν η εποχή του AIDS. Αν ήσουν queer, ένιωθες ότι η απομόνωσή σου ήταν απόλυτη. Δεν ήξερες αν υπήρχαν άλλοι άνθρωποι σαν εσένα στον κόσμο. Ήθελα αυτή να είναι η εμπειρία του Καλ. Πιστεύω ότι η queer κοινότητα είναι εξίσου μοναχική σήμερα, αλλά με άλλο τρόπο. Πολλοί στρέφονται στο διαδίκτυο και στις εφαρμογές γνωριμιών και αντιμετωπίζουν τους άλλους σαν συναλλαγές. Καθώς προσπαθούσα να ανακαλύψω την ουσία της ιστορίας, θέλησα να χρησιμοποιήσω εκείνους τους παλιούς τρόπους επικοινωνίας, όπως οι προσωπικές αγγελίες. Το έκανα κι εγώ όταν ήμουν νέος. Απαντούσα σε αγγελίες που έβλεπα στο πίσω μέρος των εφημερίδων. Έγραφα σε νεαρούς άνδρες επιστολές που έμοιαζαν σχεδόν με βικτωριανά μυθιστορήματα, παρόλο που ήξερα ότι πιθανότατα δεν θα τους συναντούσα ποτέ. Έγραφα σελίδες ολόκληρες, για χρόνια. Έστελνες σε αυτούς τους αγνώστους φωτογραφίες σου από τον γάμο της θείας σου ή από το πρωινό των Χριστουγέννων και νομίζω ότι αυτό σε έκανε πιο ευάλωτο απ’ ό,τι αν έστελνες μια απλή φωτογραφία του προσώπου ή του σώματός σου. Και ήθελα να καταγράψω αυτή την εμπειρία.
Κλείνοντας, δεν μπορώ παρά να σταθώ στα τραγούδια που έχετε συμπεριλάβει στο βιβλίο και να σας ρωτήσω τι ακούτε αυτόν τον καιρό.
Αυτή είναι η πιο δύσκολη ερώτηση. Έχω κυριολεκτικά εμμονή με το καινούργιο άλμπουμ της Charli XCX (Music, Fashion, Film). Επίσης, είμαι τεράστιος θαυμαστής των CHVRCHES, ενός συγκροτήματος από τη Γλασκώβη. Ετοιμάζουν νέο άλμπουμ και μου επέτρεψαν να ακούσω ένα μικρό δείγμα πριν από την κυκλοφορία του, και είναι καταπληκτικό. Ζούμε σε μια εποχή όπου τα πάντα μοιάζουν να έχουν δημιουργηθεί από κάποια μηχανή: Από τις εικόνες μέχρι τα μυθιστορήματα, όλα δίνουν την εντύπωση του τεχνητού, οπότε είναι ωραίο να βρίσκεις κάτι που σου θυμίζει τη σημασία του ανθρώπου.
Θα το περιμένω, λοιπόν, όπως και τη νίκη σας.
Από το στόμα σου και στου Θεού το αυτί.
Εσείς πιστεύετε στον Θεό, κύριε Στιούαρτ;
Συγγραφέας είμαι!




























