«Μη γυρεύεις ομορφιές/δεν υπάρχουνε χαρές σ’ ένα κόσμο χαλασμένο…», έλεγαν οι στίχοι του Σταύρου Κουγιουμτζή από τον δίσκο του «Τρελοί και άγγελοι» το μακρινό 1986. Μια τέτοια σκοτεινή και απαισιόδοξη ματιά για τον κόσμο, ποια αξία μπορεί να έχει άραγε στο παρόν; Μήπως όλα κάνουν κύκλο και κάθε εποχή έχει «τόσο τα άσχημα όσο και τα ωραία της», όπως συχνά λέγεται; Γι’ αυτό, θα έλεγαν πολλοί –στους δύσκολους αναμφίβολα καιρούς μας– ας έχουμε μια εγρήγορση, δίχως όμως να φθάνουμε στην κινδυνολογία και την ισοπέδωση από υπερβολικό φόβο ή μελαγχολία. Είναι όμως στ’ αλήθεια δυνατό ν’ ανατείλει από κάπου η ομορφιά (ως Ήλιος της Δικαιοσύνης) μέσα στη βία, τον παροξυσμό, την κανονικοποίηση της αναισχυντίας που μας επιβάλλεται από τα αυτοκρατορικά καμώματα εκ δυσμών, πείθοντας ουκ ολίγους ότι μια τέτοια ωμότητα δεν πρέπει να μας ενοχλεί ή να μας ανησυχεί καθώς διευρύνεται;
«Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο, αν η ασχήμια δεν καταστρέψει την ομορφιά», θ’ αποκριθεί ο Κουγιουμτζής, αυτή τη φορά από την αυτοβιογραφία του («Ανοικτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια»), μ’ έναν ρεαλισμό που δεν εμποδίζει την άνθιση της ελπίδας, διαλεγόμενος με τη γνωστή απόφανση του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Όμως κινδυνεύουμε πάντα, αν κρατήσουμε μόνο τη μεστή και εύστοχη ρήση, που εύκολα μπορεί να γίνει ένα ακόμα βιαστικό σύνθημα προς ευγενή κατανάλωση σε καιρούς που αυτά κυριαρχούν στον δημόσιο χώρο, να μην πούμε τίποτε το ουσιαστικό. Έχει λοιπόν μεγάλη σημασία και η ανατομία του προβλήματος που εντελώς προφητικά από το 1998 ο ίδιος καλλιτέχνης πραγματοποίησε γράφοντας:
«[…] Γίναμε υπηρέτες της τεχνολογίας και των προϊόντων της. Στην προσπάθειά μας για καλύτερη ζωή, ξεχάσαμε τι είναι ζωή.
Θα μου πείτε πως όλα αυτά είναι γνωστά. Ναι! Είναι γνωστά. Εμένα όμως τι με νοιάζει; Εγώ δεν έχω καμιά κάψα για πρωτοτυπίες – τουλάχιστον όχι αυτού του είδους. Και το «αγαπάτε αλλήλους» είναι γνωστό εδώ και δυο χιλιάδες χρόνια, όμως εμείς δεν αγαπήσαμε ούτε τ’ άντερά μας. Είναι γνωστά λέει. Όλα είναι γνωστά στον σημερινό κόσμο. Εκείνα που είναι κάπως άγνωστα είναι η δημοκρατία και ο φασισμός. Αυτά μας μπερδεύουν» (Ανοικτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια).
Θα τολμήσω να σημειώσω, υποκλινόμενος στην καθαρότητα της σκέψης ενός Κουγιουμτζή, πως το κλειδί στα λόγια του είναι αυτή η δύσκολη και τσαλακωμένη λέξη που ακούει στο όνομα αγάπη, αυτή που είναι συνώνυμη και ταυτόσημη –πόσο συχνά το ξεχνάμε στα λόγια και στην πράξη– μ’ έναν ολόκληρο Θεό. Είναι τούτος ο Θεός που αυτές τις μέρες η Εκκλησία θυμάται ότι σταυρώθηκε, όχι απλώς επειδή ήταν δίκαιος και αδικήθηκε, γιατί ήταν αγαθός και παρεξηγήθηκε. Αλλά, γιατί ήρθε να φέρει μια αγαπητική-ερωτική και συνεπώς αντιεξουσιαστική επ-ανάσταση ταυτίζοντας την εξουσία με την υπηρεσία, την ηγεσία με την όντως ταπείνωση της σκληρής εργασίας για τον συνάνθρωπο που υποφέρει, που αναζητεί διακαώς θεραπεία και αναστάσιμο νόημα για ν’ αντέξει το βάρος και την ευθύνη του βίου. «Ο πρώτος ουν υμών έστω πάντων διάκονος, ο δε άρχων ως ο αρχόμενος, ο προκριθείς δε ως ο έσχατος», τονίζει η εκκλησιαστική ποίηση των ημερών, μα ποιος την ακούει άραγε, ποιος την εξηγεί, ποιος την καταλαβαίνει;
Και για να επιστρέψω στον Κουγιουμτζή: αν ο φασισμός είναι η απόλυτη καταστρατήγηση τόσο της δημοκρατίας, όσο –προφανώς– και της αγάπης, αυτή η τελευταία (ασκητική, δύσκολη και ενίοτε σχεδόν άπιαστη) σ’ έναν κόσμο που περιχαρακώνεται σε σέκτες ημετέρων και ξένων, Χριστιανών, Εβραίων και Μουσουλμάνων και άλλες ουκ ολίγες, είναι η μόνη που μπορεί να ενώνει τα διεστώτα. Αλλιώς, «συνηθίζουμε την ασχήμια του τέρατος», καταπώς θα έλεγε ο πολύς Μάνος Χατζιδάκις, κι αυτό «παναπεί ότι του μοιάζουμε» (Τα σχόλια του Τρίτου).
Η ερωτικότατη Κική Δημουλά, παροτρύνει στο ποίημά της «Έλεος» τον Χριστό, «την κακουργία του όξους αφόπλισέ την./Ούτε από το έλεος να καταδεχτείς» για να καταλήξει στο αφοπλιστικό: «Θα το αντέξεις δεν είσαι μόνος/ Όλους μια δίψα μας σταυρώνει» (Δημόσιος Καιρός). Ποια δίψα λοιπόν μας σταυρώνει στον σημερινό κόσμο; Ιδού το ερώτημα. Σίγουρα πάντως η αληθινή δίψα δεν εξαντλείται σε μια φωτογραφία πόνου που καπηλευόμαστε διαδικτυακά με αναίσχυντες πολυλογίες για εύκαιρες συγκινησιακές εξάρσεις. Μα είμαι βέβαιος πως η δίψα ενός Ντίνου Χριστιανόπουλου για τους ξεχασμένους πλησίον που θα οδηγήσει σε «ενός λεπτού σιγή/για τους απεγνωσμένους» (Ποιήματα), πόσο μάλλον στο δημουλικό «ενός λεπτού μαζί» της ομότιτλης συλλογής, το οποίο, έστω πρόσκαιρα, παραβιάζει σύνορα και διαβρώνει τείχη, έχει μιαν αλήθεια που αφυπνίζει και εμπνέει. Σίγουρα ενέπνευσε τον Χρυσόστομο Σταμούλη (φίλο και των δύο) και μας άφησε κληρονομιά τα ακόλουθα λόγια αστείρευτης δίψας, οδηγό για την προσδοκώμενη Ανάσταση:
«Προσδοκώ ανάσταση νεκρών, μα και ανάσταση ζωντανών. Ανάσταση από τον θάνατο της πλεονεξίας και της υποκρισίας. Προσδοκώ ανάσταση της ελευθερίας, της ευαισθησίας και της ανθρωπινότητας, μα κυρίως του έρωτα και της αγάπης. Της πράξης και του ονείρου. Εκεί που το ανέραστο και το διεκπεραιωτικό δεν θα έχουν θέση. Προσδοκώ ανάσταση των τσαλακωμένων και των ανυπεράσπιστων, των αδυνάτων, των αδυνάμων και των περιθωριοποιημένων. Ανάσταση της ευθύνης, έτσι ώστε να αρχιτεκτονηθεί ξανά η σκόρπια ζωή» (Mind the Gap. Κείμενα για μια θεολογία στο ύψος της αγάπης).
Παναγιώτης Θωμά (δρ. θεολογίας [Α.Π.Θ.], εκπαιδευτικός, συγγραφέας.












