Γιάννης Σουλιώτης
«Ξέπλυμα» μέσω Δανίας, Ισλανδίας και Νήσων Κέιμαν, συμβάσεις εκατομμυρίων για μπιτς μπαρ υπογεγραμμένες από αχυρανθρώπους και μια έφοδος σε strip club, που ματαιώθηκε λόγω «διαρροής», συνθέτουν το πλούσιο παρασκήνιο της έρευνας που οδήγησε στη σύλληψη του επιχειρηματία Αγγελου Γιαννακόπουλου και ακόμη 58 ατόμων, για φορολογική απάτη ύψους 100 εκατ.
Η έρευνα για τη δράση του ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2026, με τα στελέχη της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος να προσπαθούν να συγκεντρώσουν στοιχεία ικανά να αποδείξουν ότι πίσω από ένα δίκτυο εκατοντάδων εταιρειών-κελυφών με αχυρανθρώπους σε ρόλο ιδιοκτητών και νόμιμων εκπροσώπων βρίσκεται ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας.
Πολλές από τις εταιρείες που ήλεγχε ο ιδιοκτήτης, μέσω ενός δικτύου 100 και πλέον παρένθετων προσώπων, κήρυτταν πτώχευση όταν έπρεπε να καταβάλουν φόρους
Ο τελευταίος είχε κεντρίσει την προσοχή των διωκτικών και φορολογικών αρχών, αφού πολλές από τις εταιρείες που ήλεγχε, μέσω ενός δικτύου 100 και πλέον παρένθετων προσώπων, κήρυτταν πτώχευση όταν έπρεπε να καταβάλουν στο Δημόσιο φόρους και δασμούς.
Ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας είχε υπό τον έλεγχό του την αλυσίδα φούρνων «Το Χωριάτικο». Ηλεγχε ακόμη ξενοδοχεία, νυχτερινά κέντρα, αλλά και strip club σε Αττική και Μύκονο. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα strip club που λειτουργεί στη λεωφόρο Συγγρού και εμφανίζεται να ανήκει σε ηλικιωμένο άνδρα από τη Σαλαμίνα.
Σε καταγεγραμμένη τηλεφωνική συνομιλία ο ηλικιωμένος άνδρας ακούγεται να ζητάει από υπάλληλο του καταστήματος αμοιβή 1.000 ευρώ, καθότι φέρεται να αντιμετωπίζει πρόβλημα βιοπορισμού. Ως αχυρανθρώπους το δίκτυο χρησιμοποίησε ακόμη ανύπαρκτα πρόσωπα από την Κεντρική Ευρώπη, αλλά και δύο άνδρες που είχαν προ ετών πεθάνει.
Η επιχείρηση σύλληψής του ήταν προγραμματισμένη να ξεκινήσει τα ξημερώματα της Δευτέρας. Ο ίδιος, ωστόσο, φέρεται να πληροφορήθηκε ότι βρισκόταν σε κλοιό και το πρωί της Κυριακής επιχείρησε να διαφύγει στην Αλβανία.
Συνελήφθη τελικά στα Ιωάννινα, ενώ οι πληροφορίες αναφέρουν ότι το προηγούμενο διάστημα είχε βρει καταφύγιο στο Ντουμπάι, απ’ όπου επέστρεψε αφού πρώτα οι αστυνομικοί του έστησαν παγίδα χρησιμοποιώντας για τον σκοπό αυτό κάποιο συγγενικό του πρόσωπο.
Αν και η αρχική έρευνα αφορούσε και το αδίκημα της μαστροπείας, το γεγονός ότι η αστυνομία υποχρεώθηκε να δράσει πρωινές ώρες χθες και να μην κάνει εφόδους σε strip club του επιχειρηματία φέρεται να στέρησε τη δυνατότητα σχηματισμού δικογραφίας για το αδίκημα της εμπορίας ανθρώπων.
Η Ρόδος
Αποκαλυπτικό του τρόπου δράσης του δικτύου είναι το παράδειγμα της Ρόδου, όπου εξάλλου συνελήφθησαν 14 από τους 59 διωκόμενους στην υπόθεση. Αστυνομικές πηγές σημειώνουν ότι ο επιχειρηματίας είχε καταφέρει να ελέγχει στο νησί συνολικά 35 μπιτς μπαρ και νυχτερινά κέντρα.
Ενεργούσε σε συνεννόηση και με τη συνδρομή τοπικού επιχειρηματία-συνεταίρου του, που επίσης συνελήφθη κατηγορούμενος για συμμετοχή στην απάτη.
Μέσω εταιρειών «φαντασμάτων», που ανήκαν σε αχυρανθρώπους, ο επιχειρηματίας συμμετείχε σε πλειοδοτικούς διαγωνισμούς για τη μίσθωση συγκεκριμένων πόστων στις παραλίες του νησιού.
Τα ακίνητα ανήκαν στην κτηματική υπηρεσία, ωστόσο την ευθύνη για την εκμετάλλευσή τους είχε η δημοτική αρχή. Ενώ η τιμή εκκίνησης του διαγωνισμού ήταν, π.χ., 50.000 ευρώ, το δίκτυο κατέθετε προσφορά ύψους 500.000 ευρώ «καθαρίζοντας» τον ανταγωνισμό. Υπέγραφε τριετή σύμβαση για την εκμετάλλευση του μπιτς μπαρ, καταβάλλοντας όμως μόνο την πρώτη δόση του τιμήματος.
Οταν ο δήμος ζητούσε τα οφειλόμενα, οι εμπλεκόμενοι πτώχευαν την ανάδοχο εταιρεία και δημιουργούσαν νέα, με την οποία χτυπούσαν τον νέο διαγωνισμό. Δεν έχει περάσει απαρατήρητο ότι σε αρκετές περιπτώσεις η δημοτική αρχή διεκδίκησε τα οφειλόμενα στο τέλος της τριετούς σύμβασης και όχι νωρίτερα. Με τη συγκεκριμένη υπόθεση συσχετίζεται άλλωστε και η δέσμευση στα τέλη Αυγούστου από το Λιμενικό 950.000 ευρώ σε μετρητά.
Τα χρήματα είχαν βρεθεί στην κατοχή συνεργάτη του διωκόμενου επιχειρηματία και κατά πληροφορίες αφορούσαν εισπράξεις από επιχειρήσεις που διατηρούσε στο νησί της Ρόδου. Εκτός από μετρητά είχαν κατασχεθεί τερματικά POS και 30 γραμμάρια κοκαΐνη. Σε εκείνη την έρευνα είχε κατασχεθεί και μια ατζέντα με χειρόγραφες σημειώσεις, με το λεγόμενο «μαύρο ταμείο» της οργάνωσης καθώς και κινητά τηλέφωνα, στα οποία έγινε άρση τηλεφωνικού απορρήτου.
Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», σε αρκετές από τις επιχειρήσεις που είχε υπό τον έλεγχό του ο διωκόμενος επιχειρηματίας, τα POS ήταν συνδεδεμένα απευθείας με τράπεζες του εξωτερικού, όπως για παράδειγμα της Δανίας, της Ισλανδίας, αλλά και πιστωτικά ιδρύματα σε περιοχές όπως οι Νήσοι Κέιμαν.
Με τη συμμετοχή συγκεκριμένων μελών του κυκλώματος τα χρήματα επέστρεφαν στην Ελλάδα με τη μορφή εμβασμάτων, έχοντας μέσα από αυτή την κυκλική διαδρομή νομιμοποιηθεί, και επενδύονταν κυρίως σε real estate, με τις πληροφορίες να αναφέρουν ότι ο επιχειρηματίας είχε αγοράσει μεγάλες εκτάσεις για παράδειγμα στη Μύκονο. Σε τραπεζικούς λογαριασμούς δύο γυναικών που φέρεται να συνδέονται με τον διωκόμενο Αγγελο Γιαννακόπουλο βρέθηκαν κατατεθειμένα 4 εκατομμύρια ευρώ, ενώ ακόμη δύο εκατομμύρια βρέθηκαν σε λογαριασμούς που διατηρούν νομικά πρόσωπα σχετιζόμενα με το δίκτυο.
Ο Αγγελος Γιαννακόπουλος είχε και στο παρελθόν διωχθεί για μαστροπεία και σεξουαλική εκμετάλλευση αλλοδαπών, κυρίως γυναικών. Οι πληροφορίες τον ήθελαν να διατηρεί ερείσματα στις διωκτικές αρχές της χώρας, ενώ την άνοιξη του 2025 είχε καταθέσει ως μάρτυρας σε υπόθεση εναντίον του εκβιασμού με εμπλεκόμενο τον διωκόμενο για βαριά κακουργήματα και ανθρωποκτονίες ομογενή από την πρώην Σοβιετική Ενωση, γνωστό με το παρωνύμιο «Εντικ».




























