Από ΓΙ-ΛΙΝΓΚ ΛΙΟΥ / THE NEW YORK TIMES
Το 2025, μια ομάδα ερευνητών ΑΙ από τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Ευρώπη επινόησε τον όρο «σταδιακή αποδυνάμωση» για να περιγράψει ένα μέλλον στο οποίο η ολοένα και πιο ικανή τεχνητή νοημοσύνη θα διαβρώνει αθόρυβα την ανθρώπινη δράση. Η τεχνολογία θα καθοδηγεί τους βασικούς θεσμούς μας χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ανθρώπινες αξίες. Αν και θεωρήθηκε ως μελλοντικός κίνδυνος, για κάποιον που παρακολουθεί στενά τις ΗΠΑ και την Κίνα έμοιαζε ήδη με μια διάγνωση της σημερινής εποχής. Οι εργαζόμενοι και των δύο χωρών αισθάνονται διαρκώς την επιτήρηση της τεχνολογίας. Η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται πλέον για την πρόσληψη και την απόλυση εργαζομένων. Παρακολουθεί την παρουσία στην εργασία, επισημαίνει τις «αδρανείς ώρες» και επιβάλλει πειθαρχία.
Αντί να αντιμετωπίζουμε όμως τις προκλήσεις της τεχνητής νοημοσύνης μεμονωμένα, γιατί να μη φέρουμε κοντά ανθρώπους από όλους τους τομείς της κοινωνίας για να ανακτήσουμε την εξουσία πάνω στις ζωές μας; Μπορούμε να επιδιώξουμε τη συνεργασία, όπως έχουν ήδη αρχίσει να κάνουν οι επιστήμονες και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής. Στο περιθώριο του παγκόσμιου συνεδρίου για την τεχνητή νοημοσύνη στη Σαγκάη το περασμένο καλοκαίρι, επιστήμονες από όλο τον κόσμο συναντήθηκαν για να αντιμετωπίσουν κρίσιμους κινδύνους της τεχνητής νοημοσύνης, ζητώντας διεθνή συνεργασία ώστε να διασφαλιστεί ότι τα προηγμένα συστήματα παραμένουν ευθυγραμμισμένα με τις ανθρώπινες αξίες. Οι εργαζόμενοι μπορούν να ενωθούν για να αντισταθούν στις τοξικές εργασιακές κουλτούρες στις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας που θυσιάζουν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια για το κέρδος.
Αν κάνει κανείς ένα βήμα πίσω, είναι εύκολο να δει τη στρεβλωτική επίδραση της αναμέτρησης ΗΠΑ – Κίνας. Είναι μια ιστορία που χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει έναν αγώνα δρόμου, χωρίς προστατευτικά κιγκλιδώματα. Εστιάζοντας στην αντιπαλότητά μας έχουμε γίνει τυφλοί απέναντι στην ευαλωτότητά μας. Αντί να εστιάζουμε στο ποιος θα περάσει πρώτος τη γραμμή τερματισμού, πρέπει να συνεργαστούμε για να βοηθήσουμε τους ανθρώπους που έχουν μείνει πίσω και στις δύο χώρες.




























