ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...
ΚΛΕΙΣΙΜΟ

Βαλεντίνο: Το εμβληματικό «κόκκινο», η Τζάκι και η Σοφία Λόρεν

Ως ιδρυτής του ομώνυμου οίκου έφτασε στην κορυφή της υψηλής ραπτικής, δημιούργησε έναν διεθνή επιχειρηματικό κολοσσό και άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη μόδα

Kathimerini.gr

Με τον θάνατο του Βαλεντίνο Γκαραβάνι, που έγινε γνωστός παγκοσμίως ως Valentino και είχε αποσυρθεί από την ενεργό δράση το 2007, κλείνει οριστικά ένα ιστορικό κεφάλαιο της υψηλής ραπτικής.

Ο θρυλικός Ιταλός σχεδιαστής έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 93 ετών, όπως ανακοίνωσε το ίδρυμά του. Την τελευταία του πνοή την άφησε στην κατοικία του στη Ρώμη, περιτριγυρισμένος από τους οικείους του.

Ως ιδρυτής του ομώνυμου οίκου έφτασε στην κορυφή της haute couture (υψηλή ραπτική), δημιούργησε έναν διεθνή επιχειρηματικό κολοσσό και άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη μόδα, εισάγοντας το εμβληματικό «κόκκινο του Valentino», χρώμα-σήμα κατατεθέν του οίκου.

Στο πάνθεον της μόδας

Ο Βαλεντίνο κατατασσόταν δίπλα στον Τζόρτζιο Αρμάνι και τον Καρλ Λάγκερφελντ ως ένας από τους τελευταίους μεγάλους σχεδιαστές μιας εποχής που προηγήθηκε της πλήρους εμπορευματοποίησης της μόδας και της μετατροπής της σε παγκόσμια βιομηχανία, διοικούμενη από λογιστές και στελέχη μάρκετινγκ, μαζί με τους δημιουργούς.

Ο Λάγκερφελντ πέθανε το 2019, ενώ ο Αρμάνι έφυγε από τη ζωή τον Σεπτέμβριο.

Ο Βαλεντίνο Γκαραβάνι ακολούθησε και μαζί του κλείνει ένα κεφάλαιο που ξεπερνά τη μόδα και αγγίζει την ίδια την έννοια του στυλ, της κομψότητας και της εποχής που ταυτίστηκε με το όνομά του.

Δεν χρειάστηκε ποτέ να είναι κανείς μυημένος στη μόδα για να καταλάβει ποιος ήταν ο Βαλεντίνο.

Η φήμη του υπερέβη τάσεις, γενιές και γούστα.

Από το 1959, όταν ίδρυσε τη maison του στη Ρώμη, μέχρι την αποχώρησή του το 2007, η φιλοσοφία του παρέμεινε σταθερή και απλή: «Τι θέλουν οι γυναίκες; Να είναι όμορφες».

Αυτό υπηρέτησε με συνέπεια, πολύ πριν από τις πασαρέλες, τα κόκκινα χαλιά και τη βιομηχανία του θεάματος.

Γεννημένος στη Βογκέρα το 1932, ο Βαλεντίνο έδειξε από νωρίς έλξη προς την ομορφιά. Καθοριστική στιγμή υπήρξε μια επίσκεψη, έφηβος ακόμη, στην Όπερα της Βαρκελώνης, όπου -όπως ο ίδιος αφηγούνταν- είδε δεκάδες γυναίκες ντυμένες στα κόκκινα και συνειδητοποίησε τη δύναμη του χρώματος.

Μετά τις σπουδές στο Μιλάνο, μετακόμισε το 1949 στο Παρίσι, όπου φοίτησε στην École des Beaux-Arts και εκπαιδεύτηκε στους οίκους των Ζαν Ντεσσές και Γκι Λαρός.

Παρά το δύσκολο κλίμα για τους Ιταλούς δημιουργούς της εποχής, ξεχώρισε γρήγορα, κερδίζοντας και το Woolmark Prize.

Το 1959 επέστρεψε στην Ιταλία και εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, τότε κέντρο της ιταλικής υψηλής ραπτικής.

Το 1960 γνώρισε τον Τζιανκάρλο Τζαμμέτι. Η συνάντησή τους εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο σταθερούς και καθοριστικούς δεσμούς στη μόδα: ο Βαλεντίνο αφοσιώθηκε στη δημιουργία, ο Τζαμμέτι στη διοίκηση και τη στρατηγική. 

Από την Τζάκι Κένεντι έως τη Σοφία Λόρεν

Το 1962 ο οίκος έκανε αίσθηση στο Παλάτσο Πίττι της Φλωρεντίας, αλλά το πραγματικό σημείο καμπής ήρθε το 1967, με τη θρυλική «λευκή συλλογή» – μια τολμηρή επιλογή σε μια εποχή γεμάτη χρώμα και ψυχεδέλεια, που κατέληξε σε θρίαμβο.

Από εκεί και πέρα, οι μεγαλύτερες προσωπικότητες του διεθνούς στερεώματος έγιναν πελάτισσες και φίλες του.

Η Τζάκι Κένεντι φόρεσε Βαλεντίνο τόσο στην κηδεία του Τζον Κένεντι όσο και στον γάμο της με τον Ωνάση.

Η ικανότητά του να ντύνει διαφορετικούς σωματότυπους και χαρακτήρες με την ίδια επιτυχία έγινε παροιμιώδης. Έξι ηθοποιοί κέρδισαν Όσκαρ φορώντας δημιουργίες του – από τη Σοφία Λόρεν μέχρι την Τζούλια Ρόμπερτς.

Παρά τη λήξη της προσωπικής του σχέσης με τον Τζαμμέτι το 1970, οι δυο τους παρέμειναν αχώριστοι, δημιουργώντας μια «οικογένεια επιλογής» που τους συνόδευε σε όλη τους τη ζωή.

Ο Βαλεντίνο έζησε ανάμεσα στη Ρώμη και το Παρίσι, με βάση την Place Vendôme, ενσαρκώνοντας όσο λίγοι την υψηλή ραπτική.

Το 1998 πούλησε τον οίκο του, παραμένοντας ενεργός στη δημιουργική του πορεία.

Το 2007 αποχαιρέτησε τις πασαρέλες με μια μεγαλειώδη τριήμερη γιορτή στη Ρώμη.

Μέχρι τα τελευταία χρόνια παρέμεινε παρών, παρακολουθώντας τη συνέχεια του οίκου και αναγνωρίζοντας τα πρόσωπα που θα τον διαδεχθούν.

Η συγκινητική στιγμή, το 2019 στο Παρίσι, όταν οι μοδίστρες του οίκου έτρεξαν να τον αγκαλιάσουν μετά την επίδειξη του Πιερπάολο Πιτσιόλι, συμπύκνωσε όσα υπήρξε: δημιουργός, δάσκαλος, σημείο αναφοράς.

Ο αγαπημένος των πριγκιπισσών και των βασιλισσών

Ο Βαλεντίνο δεν έντυσε απλώς γυναίκες της υψηλής κοινωνίας· έντυσε τη σύγχρονη βασιλική εικόνα. Από ευρωπαϊκές αυλές μέχρι σύγχρονους βασιλικούς γάμους, οι δημιουργίες του έγιναν συνώνυμο κομψότητας, διαχρονικότητας και ελεγχόμενης πολυτέλειας.

Στις πιο εμβληματικές στιγμές της βασιλικής μόδας των τελευταίων δεκαετιών, το όνομα Valentino επανέρχεται σταθερά.

Πριγκίπισσες, βασίλισσες και δούκισσες τον επέλεγαν όχι μόνο για τη φήμη του, αλλά για την ικανότητά του να προσαρμόζει την υψηλή ραπτική στο αυστηρό πρωτόκολλο των ανακτόρων, χωρίς να αφαιρεί προσωπικότητα από εκείνη που φορούσε το ρούχο.

Η βασίλισσα Σοφία της Ισπανίας υπήρξε ίσως η πιο πιστή του πελάτισσα. Για δεκαετίες, ο Valentino διαμόρφωσε μεγάλο μέρος της δημόσιας εικόνας της, σχεδιάζοντας φορέματα για κρατικές τελετές, δεξιώσεις αλλά και καθημερινές εμφανίσεις.

Πολλά από αυτά τα ρούχα πέρασαν αργότερα στη ντουλάπα της βασίλισσας Λετίθια, σε μια σπάνια, σχεδόν θεσμική, συνέχεια βασιλικού στιλ.

Στον κόσμο των βασιλικών γάμων, η υπογραφή του Valentino υπήρξε καθοριστική. Η Μαρί-Σαντάλ Μίλερ άνοιξε τον δρόμο το 1995, φορώντας ένα εξαιρετικά περίτεχνο νυφικό υψηλής ραπτικής.

Ακολούθησαν η Μάξιμα της Ολλανδίας και η πριγκίπισσα Μαντλέν της Σουηδίας, με δημιουργίες που συνδύαζαν ρομαντισμό, αυστηρή αρχιτεκτονική γραμμή και σαφή αναφορά στην παράδοση της αυλής.

Η σχέση του με την πριγκίπισσα Νταϊάνα ξεπερνούσε το καθαρά επαγγελματικό επίπεδο. Ο Valentino υπήρξε φίλος της και συνοδοιπόρος σε μια περίοδο που εκείνη επαναπροσδιόριζε δημόσια την εικόνα της. Φορέματα τολμηρά για τα δεδομένα της εποχής, έντονα χρώματα και γραμμές που τόνιζαν την αυτονομία της, έφεραν την υπογραφή του.

Ακόμη και σε στιγμές ιστορικής ρήξης, οι δημιουργίες του λειτουργούσαν ως σύμβολα. Η Φαράχ Ντιμπά, τελευταία αυτοκράτειρα του Ιράν, φόρεσε παλτό Valentino όταν εγκατέλειψε τη χώρα της το 1979, επιλέγοντας να φύγει με αξιοπρέπεια και στιλ. Δεκαετίες αργότερα, επανεμφανίστηκε σε επίσημες εκδηλώσεις φορώντας ξανά δημιουργίες του, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονικότητά τους.

Στη νεότερη γενιά, από τη Μέγκαν Μαρκλ μέχρι την Καρολίνα του Μονακό και τη Μπεατρίς Μπορομέο, ο Valentino παρέμεινε σημείο αναφοράς.

Αλλοτε με couture δημιουργίες, άλλοτε με επαναχρησιμοποίηση παλαιότερων κομματιών, οι βασιλικές εμφανίσεις του 21ου αιώνα συνέχισαν να αντλούν κύρος από το όνομά του.

Η ιστορία του Οίκου Valentino

Ο οίκος του Βαλεντίνο αποτελεί έναν από τους πιο εμβληματικούς πυλώνες της ιταλικής και παγκόσμιας υψηλής ραπτικής.

Η ιστορία του είναι άρρηκτα δεμένη με την προσωπικότητα, το αισθητικό όραμα και τη φιλοδοξία του ιδρυτή του, αλλά και με τις μεγάλες μεταβολές που γνώρισε η μόδα ως βιομηχανία από τη δεκαετία του 1960 έως σήμερα.

Ο οίκος ιδρύθηκε το 1960, όταν ο Βαλεντίνο άνοιξε το πρώτο του ατελιέ στη Via Condotti στη Ρώμη, με την οικονομική στήριξη του πατέρα του και τη διοικητική συμβολή του Τζιανκάρλο Τζαμμέτι, ο οποίος σύντομα θα εξελισσόταν σε καθοριστικό στρατηγικό εταίρο.

Η επιλογή της Ρώμης δεν ήταν τυχαία: εκείνη την περίοδο η ιταλική πρωτεύουσα αποτελούσε κέντρο της διεθνούς κοσμικής ζωής και της αναδυόμενης ιταλικής μόδας.

Από την αρχή, στόχευσε στην υψηλή ραπτική, με έμφαση στην τελειότητα της γραμμής, την πολυτέλεια των υλικών και μια αυστηρά θηλυκή αισθητική. Η διεθνής αναγνώριση ήρθε γρήγορα.

Το 1962, ο οίκος πραγματοποίησε το διεθνές του ντεμπούτο στη Φλωρεντία, τότε πρωτεύουσα της ιταλικής μόδας. Η παρουσίαση αυτή καθιέρωσε τον Valentino ως έναν από τους κορυφαίους δημιουργούς της εποχής. Σταδιακά, ο οίκος άρχισε να προσελκύει πελάτισσες από τον χώρο του κινηματογράφου, της πολιτικής και των βασιλικών οικογενειών.

Το 1998, σε μια κομβική στιγμή, ο οίκος πωλήθηκε έναντι 300 εκατ. δολαρίων στην ιταλική επενδυτική εταιρεία HdP, που συνδεόταν με τον όμιλο Ανιέλι.

Η μετάβαση αυτή σηματοδότησε την είσοδο του Valentino στη λογική των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων.

Το 2002, ο οίκος πέρασε στον όμιλο Marzotto έναντι 210 εκατ. δολαρίων, σε μια περίοδο όπου τα έσοδά του ξεπερνούσαν τα 180 εκατ. δολάρια.

Η αλλαγή ιδιοκτησίας συνοδεύτηκε από εντάσεις και συζητήσεις για το μέλλον του brand, καθώς η μόδα άρχιζε να λειτουργεί ολοένα και περισσότερο με όρους βιομηχανίας.

Πηγή: La Repubblica, Corriere, Reuters

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Showbiz: Τελευταία Ενημέρωση

X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ