Γιώργος Σκαφιδάς
Η αμερικανική ηγεσία «έχει τα δικά της» αυτήν την περίοδο, που δεν τα λες και λίγα. Ο εν εξελίξει πόλεμος στο Ιράν από τη μία πλευρά, που παραμένει ανοιχτός ως πληγή έπειτα από περίπου έξι εβδομάδες συγκρούσεων προκαλώντας απώλειες και πληθωριστικές αναταράξεις, και από την άλλη οι επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο, το πρώτο μεγάλο εκλογικό τεστ της νέας προεδρίας Τραμπ, που προμηνύονται δύσκολες για τη ρεπουμπλικανική παράταξη, θα έπρεπε –κανονικά– να μονοπωλούν το ενδιαφέρον της αμερικανικής διοίκησης.
Ειδικά δε εάν συνδυαστούν με τις κακές δημοσκοπικές επιδόσεις του ιδίου του Τραμπ, ο οποίος έχει ήδη, έπειτα από μόλις ενάμιση χρόνο θητείας, ισοφαρίσει το χειρότερο ποσοστό δημοτικότητας του προκατόχου του, Τζο Μπάιντεν, αυτές οι δύο προκλήσεις, που σε ένα βαθμό συνδέονται και αλληλοτροφοδοτούνται, θα έπρεπε να προκαλούν συναγερμό στις τάξεις της αμερικανικής διοίκησης. Εάν βρισκόταν αντιμέτωπη με κάτι ανάλογο, μια ευρωπαϊκή ηγεσία το πιο πιθανό είναι ότι θα κατέφευγε σε επιλογές «εσωστρέφειας». Η διοίκηση Τραμπ όπως φαίνεται, ωστόσο, διαφέρει.
Οταν θα εκπνέει σήμερα το βράδυ το νέο τελεσίγραφο που έστειλε ο Τραμπ στο Ιράν, ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς δεν θα βρίσκεται σε κάποιο κέντρο επιχειρήσεων από το οποίο θα παρακολουθεί τις εξελίξεις πίσω στις ΗΠΑ, αλλά στη Βουδαπέστη, την οποία είχε επισκεφθεί τον περασμένο Φεβρουάριο και ο Αμερικανός ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο. Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος ήταν προγραμματισμένο να μεταβεί το διήμερο 7 και 8 Απριλίου στην Ουγγαρία. Αποστολή του: να παράσχει προεκλογική στήριξη στον Βίκτορ Ορμπαν μόλις λίγα 24ωρα πριν από τις βουλευτικές εκλογές της ερχόμενης Κυριακής, 12 Απριλίου.
Το γεγονός ότι η MAGA πτέρυγα του αμερικανικού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος επιλέγει να στηρίξει σε τόσο υψηλό επίπεδο, διά του Αμερικανού αντιπροέδρου, και μάλιστα διά ζώσης, τον Ορμπαν φανερώνει τη σημασία που αυτή δίνει στην εν λόγω εκλογική αναμέτρηση.
Στην εξουσία 16 χρόνια
Ο –62χρονος πια– Ορμπαν βρίσκεται στην πρωθυπουργία της Ουγγαρίας τα τελευταία 16 χρόνια, από τον Μάιο του 2010 κι έπειτα, έχοντας επικρατήσει σε τέσσερις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις και μάλιστα κατά τρόπο σαρωτικό: το 2010 με 52,7%, το 2014 με 44,1%, το 2018 με 47,9% και το 2022 με 52,5%, ενώ εκείνος είχε διατελέσει πρωθυπουργός και παλαιότερα, την τετραετία 1998-2002. Στα μάτια της δεξιάς πτέρυγας του αμερικανικού Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ωστόσο, ο Ορμπαν δεν είναι απλώς άλλος ένας δεξιός ή εθνικολαϊκιστής ηγέτης, αλλά ένας ηγέτης «πρότυπο».
Οταν η αμερικανική Δεξιά του MAGA και παλαιότερα του «Tea Party» ήταν στην αντιπολίτευση, ο Ορμπαν έδειχνε από την Ουγγαρία τον δρόμο, κοντράροντας την Ε.Ε. και τις Βρυξέλλες, επαναφέροντας στο προσκήνιο τις καλούμενες «παραδοσιακές αξίες», εργαλειοποιώντας προς άγραν ψήφων το μεταναστευτικό, υπερτονίζοντας την «απειλή» της woke ατζέντας και κάνοντας πράξη ένα μοντέλο «ανελεύθερης δημοκρατίας» ή «χριστιανικής ελευθερίας», το οποίο άλλοι επέκριναν ως «υβριδικό καθεστώς εκλογικής απολυταρχίας» και άλλοι εγκωμίαζαν ως υπόδειγμα εφαρμοσμένου «εθνικού συντηρητισμού».
«Πρέπει να ανακτήσουμε τους θεσμούς στην Ουάσιγκτον και στις Βρυξέλλες», έλεγε χαρακτηριστικά ο Ορμπαν το καλοκαίρι του 2022, από το βήμα της διάσκεψης Πολιτικής Δράσης των Συντηρητικών (CPAC) στο Ντάλας του Τέξας, κατατάσσοντας μεταξύ των «εχθρών» του τους «προοδευτικούς», τους «κομμουνιστές», τους «οπαδούς της παγκοσμιοποίησης», τις drag queens, τους «παράνομους μετανάστες» και τον Τζορτζ Σόρος.
Εισαγωγή λύσεων
Ειδικά μετά την ήττα του Τραμπ στις προεδρικές του 2020, πολλοί Αμερικανοί συντηρητικοί άρχισαν να αναζητούν στο εξωτερικό πολιτικές «λύσεις» τις οποίες θα μπορούσαν να «εισαγάγουν» στις ΗΠΑ. Αρκετοί εξ αυτών, όπως για παράδειγμα ο Στιβ Μπάνον, άρχισαν να επισκέπτονται συχνά την Ουγγαρία και να περνούν μεγάλα διαστήματα εκεί. Ακόμη και η διάσκεψη CPAC, που διεξάγεται ετησίως στις ΗΠΑ ήδη από τη δεκαετία του 1970 συσπειρώνοντας «συντηρητικούς ακτιβιστές», μετακόμισε στην Ουγγαρία μετά το 2022, ενώ αμερικανικές και ουγγρικές δεξαμενές σκέψεις ενίσχυαν τη μεταξύ τους συνεργασία αναλαμβάνοντας από κοινού πρωτοβουλίες και δράσεις (ενδεικτική η Geopolitical Summit των Danube Institute και Heritage Foundation, όπως και η ατζέντα της διάσκεψης Budapest Global Dialogue).
Η πλευρά όσων συσπειρώθηκαν γύρω από τον Τραμπ επένδυσε και βασίστηκε στο πολιτικό φαινόμενο που ακούει στο όνομα Ορμπαν, γεγονός το οποίο εξηγεί την αξία που δίνει τώρα η αμερικανική ηγεσία στις επερχόμενες ουγγρικές εκλογές.
Εάν ο 62χρονος Ούγγρος πρωθυπουργός ηττηθεί την ερχόμενη Κυριακή στην έδρα του, για πρώτη φορά έπειτα από 16 χρόνια, το πλήγμα θα είναι βαρύ όχι μόνο για τον ίδιο, αλλά και για το κίνημα MAGA, περίπου επτά μήνες πριν από τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές για το Κογκρέσο. Εάν ο Ορμπαν ηττηθεί, θα είναι σαν να ηττάται παράλληλα στο πρόσωπό του και ο «τραμπισμός». Ο Στιβ Μπάνον είχε δηλώσει εξάλλου προ ετών ότι «ο Ορμπαν είναι ο αυθεντικός Τραμπ».
Σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, πάντως, το μέλλον διαγράφεται εκλογικά δυσοίωνο για τον 62χρονο Ορμπαν, καθώς το κόμμα του, Fidesz, έρχεται δεύτερο και μάλιστα με διαφορά ακόμη και άνω των δέκα ποσοστιαίων μονάδων. Με βάση τα νυν δεδομένα, την κούρσα παρουσιάζεται να οδηγεί η νεοϊδρυθείσα κεντροδεξιά παράταξη Tisza του 45χρονου ευρωβουλευτή Πέτερ Μάγιαρ, ο οποίος έχει ωστόσο κάτι ιδιαίτερο: προέρχεται και αυτός από τις τάξεις του ορμπανικού Fidesz, από το οποίο όμως τα τελευταία περίπου δύο χρόνια πήρε σημαντικές αποστάσεις σε επίπεδο πολιτικής και ρητορικής.
Θα μπορούσε, άραγε, να αλλάξει κάτι μέσα στα επόμενα 24ωρα; Οι «Κασσάνδρες» δεν αποκλείουν ακόμη και το ενδεχόμενο να δούμε στην Ουγγαρία προεκλογική «προβοκάτσια» με αιχμή κυρίως το Ουκρανικό, το οποίο άλλωστε πρωταγωνίστησε στην προεκλογική εκστρατεία.




























