Γιώργος Σκαφιδάς
Καθώς ο χρόνος μετράει αντίστροφα προς τις 22 Απριλίου και την εκπνοή της συμφωνηθείσας εκεχειρίας, εν μέσω αντικρουόμενων δηλώσεων και αντεγκλήσεων, τα ερωτήματα πληθαίνουν, οι εκκρεμότητες παραμένουν και η ανησυχία αναζωπυρώνεται. Πόσο κοντά είναι –πραγματικά– σε μια συμφωνία Αμερικανοί και Ιρανοί; Ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι η Τεχεράνη «είχε συμφωνήσει σε όλα». Ο Αμερικανός πρόεδρος ισχυρίστηκε, συγκεκριμένα, ότι οι Ιρανοί συμφώνησαν να μεταφερθεί στις ΗΠΑ το υψηλά εμπλουτισμένο ουράνιο που έχουν στην κατοχή τους. «Οι δικοί μας, μαζί με τους Ιρανούς, θα συνεργαστούν για να το πάρουν και μετά θα το μεταφέρουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε ο ηγέτης των ΗΠΑ. Μόλις λίγες ώρες αργότερα, ωστόσο, ήρθε η κατηγορηματική διάψευση από την πλευρά της Τεχεράνης. «Το εμπλουτισμένο ουράνιο είναι τόσο ιερό για εμάς όσο το ιρανικό έδαφος και δεν πρόκειται να μεταφερθεί πουθενά. Η μεταφορά ουρανίου στις ΗΠΑ δεν ήταν ποτέ μία από τις επιλογές», ανέφερε σε δήλωσή του εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών.
Αυτό το μοτίβο, των δηλώσεων δηλαδή της μιας πλευράς που διαψεύδονται κατηγορηματικά από την άλλη και αντιστρόφως, δείχνει να αποτελεί πια τον «κανόνα» στο μέτωπο των αμερικανοϊρανικών σχέσεων. «Πυρά, αναστροφές και απειλές σημάδεψαν ένα χαοτικό Σαββατοκύριακο στο Ορμούζ», σημειώνει σε ανάλυσή του το πρακτορείο Bloomberg για το Σαββατοκύριακο που πέρασε, με το βλέμμα στραμμένο κυρίως στις κινήσεις των πλοίων. «Πυρά, αναστροφές και απειλές» είχαμε και στο μέτωπο της επικοινωνίας και των διαπραγματεύσεων.
Τα αντίποινα
Η Τεχεράνη ανακοίνωσε την περασμένη Παρασκευή, διά του ΥΠΕΞ Αμπάς Αραγκτσί, το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, ένα άνοιγμα το οποίο όμως λίγο αργότερα η ίδια αναίρεσε επικαλούμενη ως αιτία τον εκ μέρους των ΗΠΑ συνεχιζόμενο ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών και πλοίων. Χθες, οι Ιρανοί απειλούσαν τις ΗΠΑ με αντίποινα για το ρεσάλτο στο υπό ιρανική σημαία πλοίο «Touska». Αλλά και ο Τραμπ από τη δική του πλευρά την περασμένη εβδομάδα κάλεσε τους Ισραηλινούς να σταματήσουν να βομβαρδίζουν τον Λίβανο και προανήγγειλε θετικές εξελίξεις στο μέτωπο του Ιράν, το οποίο όμως εν συνεχεία υποτροπίασε. Οταν το Axios ανέφερε ότι οι ΗΠΑ εξετάζουν το ενδεχόμενο να προσφέρουν ως αντάλλαγμα στους Ιρανούς, για την απομάκρυνση του εμπλουτισμένου ουρανίου, το «ξεπάγωμα» περιουσιακών στοιχείων ύψους 20 δισ. δολ., ο Τραμπ διέψευσε κατηγορηματικά κάθε τέτοιο ενδεχόμενο. «Οχι, δεν πληρώνουμε ούτε δέκα σεντς», είπε, προτού αρχίσει να απειλεί και πάλι την Τεχεράνη με νέους βομβαρδισμούς εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία, μια συμφωνία την οποία όμως ο ίδιος είχε λίγο νωρίτερα παρουσιάσει ωσάν γενόμενη.
Καθώς οι διαπραγματεύσεις συνεχίζονταν παρασκηνιακά και με τη διαμεσολάβηση του Πακιστάν, προφανώς ήταν λογικό οι αντιμαχόμενες πλευρές να πιέζουν προωθώντας τις δικές της κόκκινες γραμμές η κάθε μία.
Η τρέχουσα κρίση είναι, ωστόσο, διαφορετική από άλλες φαινομενικώς παρόμοιες διενέξεις του πρόσφατου παρελθόντος κυρίως για δύο λόγους: ο ίδιος ο Τραμπ και το προσωπικό του «παρορμητικό» στυλ πολιτικής από τη μία πλευρά και η βαθιά καχυποψία των Ιρανών έναντι των ΗΠΑ από την άλλη διαφοροποιούν σημαντικά την τρέχουσα κρίση. Πώς διαχειρίζεσαι αποτελεσματικά μια δύναμη που είναι «απαραίτητη, πιεστική και απρόβλεπτη ταυτόχρονα», διερωτώνται αναλυτές μέσα από τις σελίδες των New York Times, με το βλέμμα στραμμένο στις ΗΠΑ του Τραμπ. Ιρανοί αξιωματούχοι, όπως ο πρόεδρος Πεζεσκιάν, επιμένουν να παρουσιάζουν την ηγεσία Τραμπ ως «αναξιόπιστη». Σύμφωνα με τη δική τους αφήγηση, κατά τις διπλωματικές επαφές που είχαν Αμερικανοί και Ιρανοί στη Γενεύη τον περασμένο Φεβρουάριο είχε σημειωθεί πρόοδος που θα έπρεπε «κανονικά» να είχε αποτρέψει τον πόλεμο. Σχεδόν δύο μήνες μετά, ΗΠΑ και Ιράν αναζητούν έξοδο από τη σύγκρουση, με την καχυποψία όμως να λειτουργεί ως (βασικό) εμπόδιο.




























