Το περασμένο καλοκαίρι, ο Τζο Γουίλσον, Ρεπουμπλικανός βουλευτής της Νότιας Καρολίνας, παρακολούθησε ψηφιακά στο γραφείο του στο Καπιτώλιο επενδυτές από τη Μέση Ανατολή που του εξήγησαν τα σχέδιά τους για την ανάπτυξη ακινήτων στις ακτές της Συρίας. Ενα λιμάνι για κρουαζιερόπλοια, μια λέσχη πόλο, μια έκθεση αυτοκινήτων της Bugatti, ένα πολυτελές γήπεδο γκολφ, και όλα αυτά σε μια χώρα που έχει προσφάτως καταστραφεί από τον εμφύλιο. Οσο, όμως, ο πανίσχυρος Σύρος επιχειρηματίας Μοχαμάντ Αλ Καγιάτ παρουσίαζε τις προτάσεις του, τα αδέλφια του κέρδιζαν συμβόλαια αξίας 12 δισ. δολ. για την ανοικοδόμηση σημαντικών τμημάτων της κατεστραμμένης οικονομίας της Συρίας. Οι Καγιάτ ήθελαν μια χάρη από το Κογκρέσο και ζητούσαν τη στήριξη του προέδρου Τραμπ: να αρθούν σε μόνιμη βάση οι κυρώσεις που επέβαλε η Ουάσιγκτον στη Συρία πριν από την πώση του προέδρου Μπασάρ αλ Ασαντ στα τέλη του 2024.
Τότε ο κ. Γουίλσον, που επίσης υπήρξε νομικός σύμβουλος σε εταιρείες ακινήτων και έχει υποστηρίξει την άρση των κυρώσεων, εξέφρασε την εκτίμηση πως ήξερε με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να πείσουν τον πρόεδρο Τραμπ: «Προτείνετέ του ένα γήπεδο γκολφ με το όνομά του». Ο Μοχαμάντ Αλ Καγιάτ σχεδίαζε ήδη να προτείνει ένα συγκρότημα ξενοδοχείων με τη φίρμα Τραμπ. Και την ίδια στιγμή, οι δύο μεγαλύτεροι αδελφοί του διαπραγματεύονταν μια κοινοπραξία με την Ιβάνκα Τραμπ, τη μεγαλύτερη κόρη του προέδρου, και τον σύζυγό της, Τζάρεντ Κούσνερ, με σκοπό τη χρηματοδότηση ενός ξενοδοχείου στην Αλβανία αξίας πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτό το μείγμα προσωπικών και διπλωματικών υποθέσεων αποτελεί πάγια τακτική στις χώρες της Μέσης Ανατολής όπου παραδοσιακά μια μικρή ομάδα παραγόντων κερδίζει από τον κυρίαρχο ρόλο της στην κοινωνία. Εχει, όμως, γίνει και ο τρόπος με τον οποίο κινείται η Ουάσιγκτον στη δεύτερη θητεία του Τραμπ.
Συζητήσεις για επιχειρηματικές συμφωνίες που αφορούν την οικογένεια του προέδρου αναμειγνύονται με σημαντικές πολιτικές αποφάσεις ή με διαπραγματεύσεις μεταξύ χωρών. Παράλληλα, αυτή η εμπλοκή ανάμεσα στις επιχειρηματικές συμφωνίες και τις σχέσεις χωρών αντανακλούν το πόσο ισχυρός έχει γίνει ο Ντόναλντ Τραμπ. Προκειμένου να καταφέρουν κάτι στην πρωτεύουσα της χώρας πρέπει να φροντίσουν να μην εκνευρίσουν έναν ευέξαπτο και εκδικητικό πρόεδρο και καλύτερα θα ήταν να τον ευχαριστήσουν. Εχουν υπάρξει στο παρελθόν πρόεδροι, Δημοκρατικοί και Ρεπουμπλικανοί, που έχουν λάβει μέτρα για να αποφύγουν και την ελάχιστη υποψία σύγκρουσης συμφερόντων, αλλά στον κόσμο του Ντόναλντ Τραμπ ισχύει το αντίθετο. Η οικογένεια Τραμπ έχει δείξει απροκάλυπτα ότι προτίθεται να κάνει μπίζνες σε όλον τον κόσμο. Η τακτική τους αυτή έχει δημιουργήσει ένα στρεβλό σύστημα στο πλαίσιο του οποίου οι επενδυτές δωρίζουν εκατομμύρια στα σχέδια του προέδρου ή επενδύουν από κοινού με την οικογένεια του Τραμπ ελπίζοντας πως έτσι θα επιτύχουν τους πολιτικούς τους στόχους ακόμη και όταν δεν υποβάλουν επισήμως αίτημα.
Βεβαίως, τα στελέχη του Λευκού Οίκου έχουν κατηγορηματικά διαψεύσει οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα σε συνομιλίες της οικογένειας Τραμπ για επιχειρηματικές συμφωνίες και τις επιλογές του προέδρου στην εξωτερική πολιτική του προς τη Συρία. Ο Ντέιβιντ Γουόρινγκτον, σύμβουλος του Λευκού Οίκου, υπογράμμισε σε ανακοίνωσή του ότι «ο πρόεδρος Τραμπ εκτελεί τα συνταγματικά του καθήκοντα με ηθικό τρόπο και οποιοσδήποτε υπαινιγμός περί του αντιθέτου είναι είτε προϊόν παραπληροφόρησης είτε κακόπιστος». Και από την πλευρά της η οικογένεια Καγιάτ υποστηρίζει πως η επιχειρηματική συνεργασία τους ουδεμία σχέση έχει με τις προσπάθειες της χώρας τους για άρση των εναντίον της κυρώσεων. Νομικοί σύμβουλοι και των δύο πλευρών έχουν ταχθεί υπέρ της άρσης των κυρώσεων προκειμένου να δώσουν στη Συρία τη δυνατότητα να αντλήσει τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια που απαιτούνται για την ανόρθωση της κατεστραμμένης χώρας. Ο ίδιος ο κ. Τραμπ έχει ταχθεί υπέρ της άρσης των κυρώσεων στις αρχές της δεύτερης θητείας του και τις είχε άρει προσωρινά την άνοιξη του περασμένου έτους.




























