Η σημερινή Ευρώπη διαθέτει δύο πυρήνες. Ο οικονομικοπολιτικός πυρήνας της είναι η Ε.Ε. και ο πολιτικοστρατιωτικός είναι το ΝΑΤΟ. Και οι δύο εδρεύουν στις Βρυξέλλες, αλλά για δεκαετίες συνομιλούσαν ελάχιστα μεταξύ τους. Η ισχύς της Ευρώπης πηγάζει, όμως, από αυτόν τον διπλό πυρήνα. Στη σύνοδο κορυφής της Συμμαχίας, οι ηγέτες της πρέπει να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι ο δεύτερος πυρήνας της Ευρώπης χρειάζεται επειγόντως ανοικοδόμηση.
Και οι δύο οργανισμοί έχουν διευρυνθεί δραματικά από την ίδρυσή τους: το ΝΑΤΟ, από 12 κράτη-μέλη το 1949, διαθέτει σήμερα 32, ενώ η Ε.Ε., από έξι μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το 1957, έχει σήμερα 27. Είκοσι τρεις ευρωπαϊκές χώρες, που αντιπροσωπεύουν τα δύο τρίτα του συνολικού ΑΕΠ της Ε.Ε., ανήκουν σήμερα και στους δύο πυρήνες. Εκεί, όμως, που η διαρκής αλλαγή υπήρξε το σήμα κατατεθέν της Ε.Ε., το ΝΑΤΟ διακρίθηκε για τη θεσμική του σταθερότητα. Το ΝΑΤΟ ήταν πάντα μια ηγεμονική συμμαχία, υπό την κυριαρχία ΗΠΑ, ακόμη και με 32 μέλη. Αυτό, όμως, άλλαξε το 2025 με την επάνοδο του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η οποία έθεσε εν αμφιβόλω το ίδιο το μέλλον της Συμμαχίας.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της Ιστορίας, η Ε.Ε. βασίστηκε στην ύπαρξη του άλλου πυρήνα. Σχεδόν όλες οι χώρες στην πρώτη γραμμή των απειλούμενων ανατολικών συνόρων, από την Εσθονία στον Βορρά μέχρι τη Βουλγαρία στον Νότο, έγιναν μέλη της Συμμαχίας πριν ενταχθούν στην Ε.Ε. (μόνο η αδέσμευτη Φινλανδία και η Σουηδία έκαναν το αντίθετο). Σήμερα, το Μαυροβούνιο και η Αλβανία είναι ήδη μέλη του ΝΑΤΟ και ελπίζουν να ενταχθούν και στην Ε.Ε.
Αυτές τις δεκαετίες, η υπό αμερικανική αιγίδα στρατιωτική συμμαχία προστάτευσε την ειρηνικά αναπτυσσόμενη οικονομικοπολιτική Ευρώπη εναντίον ενδεχόμενης σοβιετο/ρωσικής επιβουλής. Λιγότερο εμφανώς, προστάτευσε την Ευρώπη από την επιστροφή ενδοευρωπαϊκών αντιπαλοτήτων με ρίζες στο απώτερο παρελθόν, γύρω από την ισχύ και την ηγεσία. Η εξωτερική απειλή έχει κάνει πάλι την εμφάνισή της με αποφασιστικό τρόπο, ενώ οι παλαιές ευρωπαϊκές έριδες απέκτησαν και αυτές τις σύγχρονες εκδοχές τους. Πίσω από τις γαλλικές και πολωνικές ανησυχίες για τον γερμανικό επανεξοπλισμό και την έμφαση που αυτός δίνει στην αυτόνομη άμυνα της Γερμανίας κρύβονται τα φαντάσματα ιστορικών φοβιών γύρω από τη γερμανική στρατιωτική ηγεμονία.
Υστερα από 18 μήνες κυβέρνησης Τραμπ, είναι ξεκάθαρο ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να βασίζεται πια στις ΗΠΑ για την άμυνά της. Αυτό θα μπορούσε άραγε να αλλάξει με έναν νέο πρόεδρο; Ενδεχομένως. Η Ευρώπη θα ήταν, όμως, ανόητη να ποντάρει σε κάτι τέτοιο. Στο μεταξύ, σημαντικός είναι ο κίνδυνος ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν να επιτεθεί σε έδαφος του ΝΑΤΟ πριν από την ημέρα αυτή.
Γνωρίζοντας ότι ο Τραμπ ενδέχεται να μη σπεύσει σε βοήθεια της Ευρώπης και διαπιστώνοντας ότι η Ευρώπη έχει αρχίσει να επανεξοπλίζεται σοβαρά, ο περιχαρακωμένος Ρώσος δικτάτορας μπορεί να πιστέψει ότι αυτή είναι η τελευταία και καλύτερη ευκαιρία του να αποδείξει ότι το ΝΑΤΟ είναι μια χάρτινη τίγρη.
Η ανοικοδόμηση του δεύτερου ευρωπαϊκού πυρήνα είναι, λοιπόν, σημαντική και επείγουσα. Η Ε.Ε. έχει κρίσιμο ρόλο να διαδραματίσει στην αύξηση και στον συντονισμό της χρηματοδότησης του εξοπλισμού της Ευρώπης, όπως άρχισε να κάνει με πρωτοβουλίες όπως η SAFE (Δράση Ασφάλειας για την Ευρώπη) και το Ευρωπαϊκό Ταμείο Αμυνας. Οσο περισσότερα κεφάλαια συγκεντρώσει, τόσο πιο αποτελεσματική θα είναι η συμβολή της Ευρώπης.
Θα ήταν, όμως, επικίνδυνη ψευδαίσθηση να φαντασθεί κανείς ότι η Ε.Ε. μπορεί να γίνει ο στρατιωτικοπολιτικός πυρήνας της Ευρώπης, με το άρθρο 42.7 του συμφώνου αμοιβαίας άμυνας να μπορεί να αντικαταστήσει το άρθρο 5 της συνθήκης του ΝΑΤΟ. Αντίθετα, οι δύο θεσμοί με έδρα τις Βρυξέλλες πρέπει να συνειδητοποιήσουν τους διακριτούς ρόλους τους και να τους εφαρμόσουν: δύο βαθιά συμπληρωματικοί και αμοιβαία ενισχυόμενοι πυρήνες.
Για τη στρατιωτική άμυνα της Ευρώπης, το σημείο εκκίνησης πρέπει να είναι ο εξευρωπαϊσμός του ΝΑΤΟ. Ευρώπη και Καναδάς (αυτή η σπουδαία χώρα) πρέπει να συνεργασθούν –στο μέτρο του δυνατού– με τις ΗΠΑ και με στόχο την ενίσχυση του συμβατικού οπλισμού της Ευρώπης, αλλά και των δυνάμεων πυρηνικής αποτροπής της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Την ίδια στιγμή, το ΝΑΤΟ χρειάζεται επειγόντως επιτελικά σχέδια για αποκλειστικά ευρωπαϊκή άμυνα, υπό ευρωπαϊκή διοίκηση εναντίον κάθε πιθανής ρωσικής επιθετικής ενέργειας, και αυτό σε περίπτωση που ο Τραμπ επιλέξει να αφήσει αβοήθητη την Ευρώπη. Η ρωσική επιθετικότητα μπορεί να εκδηλωθεί είτε με τη μορφή ενισχυμένων υβριδικών επιθέσεων ή ακόμη και με απόπειρα ένοπλης διείσδυσης σε περιοχή από το Σβάλμπαρντ μέχρι και τη Μαύρη Θάλασσα.
Στο σενάριο της «μοναχικής Ευρώπης», η άμεση αντίδραση μικρών αμυντικών σχηματισμών, όπως η Ενιαία Εκστρατευτική Δύναμη Βρετανίας – Βόρειων Χωρών – Βαλτικής, ίσως αποδειχθεί κρίσιμη. Η συνεχιζόμενη στρατιωτική και οικονομική στήριξη της Ουκρανίας, η οποία έχει μεταφέρει τον πόλεμο στα ρωσικά μετόπισθεν, παραμένει υψίστης σημασίας. Η Ουκρανία απέδειξε ότι το υψηλό πολεμικό φρόνημα και η ηρωική επινοητικότητα μπορούν να ξεπεράσουν ανυπέρβλητα εμπόδια. Τέτοια ευρωκεντρικά επιτελικά σχέδια θα έπρεπε να είναι ευπρόσδεκτα από την κυβέρνηση Τραμπ.
Οι επιτελείς της άμυνας θα πρέπει να διαμορφώσουν τις λεπτομέρειες, ιδανικά υπό συνθήκες πλήρους μυστικότητας. Αυτό, όμως, που πρέπει να γίνει σαφές, στη σύνοδο της Αγκυρας και πέρα από αυτή, είναι η πολιτική βούληση των Ευρωπαίων ηγετών να αντιμετωπίσουν τόσο τις βραχυπρόθεσμες όσο και τις μακροπρόθεσμες προκλήσεις. Μόνο εάν η Ευρώπη επιδείξει ατσάλινη θέληση να αμυνθεί θα καταστεί δυνατή η αποτελεσματική ανάσχεση του Πούτιν.
* O κ. Τίμοθι Γκάρτον Ας είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.




























