Αλεξάνδρα Βουδούρη
Στην Ουάσιγκτον θα βρεθεί σήμερα ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ για μια πολυήμερη επίσκεψη στις ΗΠΑ [σ.σ έως τις 12 Απριλίου], που όμως πραγματοποιείται εν μέσω της μεγαλύτερης κρίσης στην ιστορία της Συμμαχίας, καθώς το μέλλον της τίθεται εκ νέου ανοιχτά υπό αμφισβήτηση από τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ.
Τρεις μήνες πριν από τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, το ταξίδι του Μαρκ Ρούτε στον Λευκό Οίκο δεν μοιάζει με τυπική διπλωματική επαφή, αλλά με κρίσιμη δοκιμασία για το κατά πόσο η λεγόμενη «διπλωματία της κολακείας» μπορεί τελικά να συγκρατήσει μια συμμαχία που δείχνει ήδη να αποσυντίθεται.
Ο Ολλανδός αξιωματούχος επένδυσε εξαρχής σε μια στρατηγική προσωπικής προσέγγισης προς τον Τραμπ, φτάνοντας στο σημείο να τον αποκαλέσει «Daddy» στην σύνοδο του ΝΑΤΟ στη Χάγη, το 2025. Ωστόσο, τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα αυτής της τακτικής προκαλούν έντονο σκεπτικισμό στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αντί για αποκλιμάκωση, η Ουάσιγκτον απείλησε ανοιχτά με προσάρτηση την Γροιλανδία, διέκοψε τη στρατιωτική στήριξη προς την Ουκρανία, ενώ ο Τραμπ απειλεί εκ νέου με αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμμαχία και παρά τη συλλογική δέσμευση των 31 συμμάχων πέρυσι για αύξηση των αμυντικών τους δαπανών – κατ’ απαίτησή του – έως 5% του ΑΕΠ.
Η ρητορική του Αμερικανού προέδρου είναι, πάντως, εκ νέου ενδεικτική της κλιμάκωσης. «Είμαι πολύ απογοητευμένος από το ΝΑΤΟ… αυτό είναι ένα στίγμα, που δεν θα φύγει ποτέ από το μυαλό μου», δήλωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας με ειρωνεία: «Ξέρετε, έρχονται να με δουν… την Τετάρτη και θα πουν “θα κάνουμε αυτό, θα κάνουμε εκείνο”». Επανέλαβε τη Δευτέρα πως «το ΝΑΤΟ είναι μια χάρτινη τίγρη. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν φοβάται το ΝΑΤΟ», ενώ χαρακτήρισε τους Ευρωπαίους συμμάχους «δειλούς», που θα αντιμετωπίσουν «ένα πολύ κακό μέλλον» λόγω της άρνησής τους να συνδράμουν τις ΗΠΑ στη σύγκρουση με το Ιράν.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Μαρκ Ρούτε καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο αντικρουόμενες πραγματικότητες. Από τη μία, επιχειρεί να διατηρήσει τις ΗΠΑ εντός της συμμαχίας «με κάθε κόστος» και να διασώσει την επικείμενη Σύνοδο στην Αγκυρα. Από την άλλη, αντιμετωπίζει αυξανόμενη δυσφορία από ευρωπαϊκές χώρες, που θεωρούν ότι αυτή η στάση υπονομεύει την ίδια τη φύση του ΝΑΤΟ ως ισότιμης συμμαχίας. Οπως σημειώνουν Ευρωπαίοι αξιωματούχοι, η προσέγγιση αυτή δημιουργεί την εικόνα ενός «αμερικανικού κλαμπ» και όχι μιας ένωσης 32 κρατών.
Παράλληλα, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθύτερη στρατηγική αναθεώρηση. Οι δηλώσεις του Τραμπ και οι μονομερείς του ενέργειες —όπως ο πόλεμος στον Κόλπο, χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους συμμάχους— έχουν ενισχύσει την αίσθηση ότι η εξάρτηση από τις ΗΠΑ αποτελεί πλέον ρίσκο. Ο Φινλανδός πρόεδρος Αλεξάντερ Στουμπ συνοψίζει αυτή τη μεταστροφή με τη φράση «σώστε ό,τι μπορείτε», υποδηλώνοντας ότι η διατλαντική σχέση έχει αλλάξει θεμελιωδώς.
Ωστόσο, η ευρωπαϊκή «στρατηγική αυτονομία» παραμένει περισσότερο διακαής πόθος, παρά πραγματικότητα, καθώς η Ευρώπη εξακολουθεί να εξαρτάται σε κρίσιμους τομείς από τις ΗΠΑ. Η αμερικανική συμβολή καλύπτει περίπου το ένα τρίτο των απαραίτητων δυνατοτήτων για την άμυνα της ηπείρου, ενώ σχέδια έκτακτης ανάγκης βασίζονταν στην ανάπτυξη έως και 300.000 Αμερικανών στρατιωτών.
Παράλληλα και παρότι υπάρχει πλέον νομικό εμπόδιο για μονομερή αποχώρηση των ΗΠΑ -χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου-, κάτι που επετεύχθη στην προηγούμενη διακυβέρνησης του Τζο Μπάιντεν, όμως, διπλωμάτες αναγνωρίζουν ότι στην πράξη ο Τραμπ θα μπορούσε απλώς να αποσύρει δυνάμεις ή να μην συνδράμει, εάν δεχθεί επίθεση μέλος του ΝΑΤΟ. Επομένως, ουσιαστικά θα διέλυε τη Συμμαχία και τις αρχές της.
Η προοπτική μείωσης της αμερικανικής παρουσίας —ενδεχομένως ακόμη και έως το 2027— επιταχύνει τις σχετικές παρασκηνιακές ευρωπαϊκές διεργασίες. Χώρες όπως η Πολωνία εξετάζουν ακόμη και το ενδεχόμενο ανάπτυξης πυρηνικών δυνατοτήτων, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Γερμανία εντείνουν τη συνεργασία τους και τη συμμαχία των λεγόμενων «Ε3» με επίκεντρο την ευρωπαϊκή βοήθεια προς την Ουκρανία, ιδιαίτερα μετά τη λήξη του πολέμου.
Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα για το εάν τελικά μπορεί η Ευρώπη να αντικαταστήσει την αμερικανική πυρηνική ομπρέλα, πόσο γρήγορα μπορεί να αναπτύξει αξιόπιστη αποτροπή και, κυρίως, για το πώς θα αντιδράσει η Ουάσιγκτον σε μια τέτοια αυτονόμηση.
Η μεγαλύτερη ανησυχία δεν είναι στρατιωτική, αλλά και πολιτική. Το ΝΑΤΟ βασίζεται τελικά σε μία μόνο απόφαση: εκείνη του Αμερικανού προέδρου. Σε περίπτωση σύγκρουσης με τη Ρωσία, θα επιλέξει τελικά ο Τραμπ την αντιπαράθεση ή έναν συμβιβασμό με τον Πούτιν;
Καθώς ο Ρούτε περνά σήμερα το κατώφλι του Λευκού Οίκου, η αποστολή του δεν περιορίζεται στη διαχείριση μιας δύσκολης σχέσης. Αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο μιας ιστορικής ρήξης — ενός «διατλαντικού διαζυγίου» που μέχρι πρότινος φάνταζε αδιανόητο, αλλά σήμερα μοιάζει όλο και πιο πιθανό.




























