Kathimerini.gr
Για χρόνια, ο Αμερικανός πρόεδρος, Ντόναλντ Τραμπ επέκρινε τους προκατόχους του για την εμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών σε «ατέρμονους πολέμους» στη Μέση Ανατολή. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Βρετανός ιστορικός και καθηγητής Λόρενς Φρίντμαν στο Foreign Affairs, ο πόλεμος του Τραμπ στο Ιράν «μπορεί να μην διαρκέσει για πάντα», αλλά πλέον μία απόσυρση των ΗΠΑ διαφαίνεται όλο και πιο δύσκολη.
Τις τελευταίες ημέρες, ο Τραμπ έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι μια συμφωνία για τον οριστικό τερματισμό του πολέμου με το Ιράν και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ ήταν σχεδόν έτοιμη. Ιρανοί αξιωματούχοι ανέφεραν επίσης ότι οι δύο πλευρές είναι κοντά σε ένα μνημόνιο κατανόησης το οποίο θα θέσει τέλος στις εχθροπραξίες.
«Ο πόλεμος του Τραμπ κατά του Ιράν έχει ξυπνήσει τα φαντάσματα των στρατιωτικών επεμβάσεων του παρελθόντος»
Ωστόσο, οι όροι αυτής της υποτιθέμενης συμφωνίας ακόμα δεν είναι ξεκάθαροι ενώ υπάρχουν βασικές διαφωνίες σε θέματα όπως το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Με αυτά τα δεδομένα, η αβεβαιότητα των πρώτων ημερών παραμένει και εκφράζονται αμφιβολίες για την επίτευξη συμφωνίας. Στις 25 Μαΐου, αμερικανικές δυνάμεις βομβάρδισαν το νότιο Ιράν με τους Φρουρούς της Επανάστασης να κλιμακώνουν τη ρητορική τους και να προαναγγέλουν αντίποινα.
«Ο πόλεμος του Τραμπ κατά του Ιράν έχει ξυπνήσει τα φαντάσματα των στρατιωτικών επεμβάσεων του παρελθόντος», σχολιάζει στην ανάλυσή του ο ιστορικός με ειδίκευση σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Κατά τη διάρκεια ακροάσεων στο Κογκρέσο στα τέλη Απριλίου, ο δημοκρατικός βουλευτής των ΗΠΑ Τζον Γκαραμέντι χαρακτήρισε τον πόλεμο «βάλτο» που ευθύνεται για «πολιτική και οικονομική καταστροφή σε κάθε επίπεδο». Ο υπουργός Αμυνας, Πιτ Χέγκσεθ απάντησε επιθετικά και κατηγόρησε τον Γκαραμέντι ότι είναι ηττοπαθής και «προσφέρει προπαγανδιστικό αφήγημα στους εχθρούς».
Φωτ.: Reuters
Πάντως, ίσως η εξίσωση της κατάστασης με τις συνθήκες «βάλτου» ίσως να μην ήταν ο πιο δόκιμος χαρακτηρισμός για την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι ΗΠΑ μετά την κοινή επίθεση με το Ισραήλ κατά του Ιράν. Αρχικά, ο συγκεκριμένος όρος συνδέεται συχνά με τον πόλεμο του Βιετνάμ, όπου οι αμερικανικές δυνάμεις είχαν «εγκλωβιστεί» σε έναν αποτυχημένο, εν τέλει, πόλεμο πολλών ετών. Η σύρραξη στο Ιράν δεν φαίνεται να μοιράζεται πολλά κοινά στοιχεία με τους «ατέρμονους πολέμους» που ακολούθησαν τις αμερικανικές εισβολές στο Αφγανιστάν, το 2001, και στο Ιράκ, το 2003. Ακριβώς επειδή οι Αμερικανοί ηγέτες φοβούνται πλέον τέτοιου είδους «βάλτους», διστάζουν να στείλουν σημαντικές χερσαίες δυνάμεις σε καταστάσεις στις οποίες ενδέχεται να μην επιτευχθεί πολιτική λύση αν ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις.
Αντίθετα, στην επίθεσή τους εναντίον του Ιράν, οι ΗΠΑ βασίζονται σε πυραύλους, αεροπορική ισχύ και οπλικά συστήματα που υποστηρίζονται από συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Ο τρόπος αυτός διεξαγωγής μιας σύγκρουσης, ωστόσο, έχει περιορισμούς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν απλώς να πάρουν ό,τι θέλουν, όπως έκαναν όταν είχαν εισβάλει στη Βαγδάτη και ανέτρεψαν την κυβέρνηση του Σαντάμ Χουσεΐν.
Η μεγάλη απογοήτευση για την κυβέρνηση Τραμπ σήμερα, είναι ότι το ιρανικό καθεστώς εξακολουθεί να αρνείται να συμμορφωθεί -όπως αποδεικνύεται από τον τελευταίο γύρο διαπραγματεύσεων- και δεν είναι προφανής ο τρόπος με τον οποίο η Τεχεράνη θα μπορούσε να εξαναγκαστεί σε υποχώρηση. «Οι αλαζονικές δηλώσεις του Χέγκσεθ δεν μπόρεσαν να κρύψουν το γεγονός ότι οι βασικοί στόχοι της Επιχείρησης Epic Fury -συγκεκριμένα, η επίτευξη αλλαγής καθεστώτος και η εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν- δεν είχαν επιτευχθεί. Και με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, η συνολική κατάσταση είναι χειρότερη από ό,τι πριν από την έναρξη της επιχείρησης», σημειώνει ο Φρίντμαν.
«Η στρατηγική του Τραμπ μπορεί να μην καταλήξει σε μακροχρόνιο πόλεμο, αλλά έχει ήδη αποτύχει ως βραχύβιος πόλεμος», συνεχίζει. Αυτό γιατί, όπως σημειώνει, η στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ δεν οδήγησε στη νίκη που ισχυρίζονταν όσοι ηγήθηκαν αυτής.
Η πλάνη του σύντομου πολέμου
«Από αυτή την άποψη, μοιράζεται κάποια χαρακτηριστικά με τους πολέμους που ανέλυσα σε ένα δοκίμιο στο Foreign Affairs πέρυσι, στο οποίο προειδοποίησα για την “πλάνη του σύντομου πολέμου“: την πεποίθηση ότι τα στρατιωτικά και τεχνολογικά πλεονεκτήματα θα επέτρεπαν σε ένα κράτος να νικήσει έναν εχθρό με την ταχύτητα. Οι μεγάλες δυνάμεις, σημείωσα, “έχουν την τάση να υποθέτουν ότι η σημαντική στρατιωτική τους υπεροχή θα συντρίψει γρήγορα τους αντιπάλους τους”» τονίζει ο Φρίντμαν.
Από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022 έως την ξαφνική επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν φέτος, η στρατηγική αυτή βασίζεται στην υπόθεση ότι η ταχεία δράση με τεράστια ισχύ μπορεί να εξουδετερώσει τους αντιπάλους και να εξασφαλίσει γρήγορη επιτυχία στο πεδίο της μάχης. Η τεχνητή νοημοσύνη καθιστά αυτή την προοπτική ακόμη πιο δελεαστική, καθώς υπόσχεται να επιτρέψει ακόμη ταχύτερη λήψη αποφάσεων και εκτέλεση στον πόλεμο.
Ωστόσο, όπως διαπίστωσε η Ρωσία στην Ουκρανία, οι πόλεμοι δεν τελειώνουν συχνά τόσο εύκολα. «Η σύγκρουση με το Ιράν δείχνει ότι η Ουάσιγκτον έχει πέσει θύμα της πλάνης του “σύντομου πολέμου”, εστιάζοντας υπερβολικά στην ισχύ των μέσων της, ενώ δεν είναι σε θέση να πετύχει τους στόχους της», καταλήγει ο Φρίντμαν.




























