Γράφει η Ελένη Σαμπάνη
Εφυγε από τη ζωή χθες, Τρίτη, σε ηλικία 80 ετών, η Ντόλι Πάρτον, από τις πιο εμβληματικές μορφές της κάντρι μουσικής και της ποπ κουλτούρας και μία από τις πιο αγαπητές προσωπικότητες του αμερικανικού θεάματος. Την είδηση του θανάτου της έκανε γνωστή ο ανιψιός της Μπράιαν Σίβερ με δημοσίευσή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η Πάρτον αφήνει πίσω της μια μεγάλη μουσική κληρονομιά, με τραγούδια που άφησαν το στίγμα τους στην παγκόσμια μουσική σκηνή. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν το «Jolene», που κυκλοφόρησε το 1973 και έγινε μία από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της, και το «I Will Always Love You», το οποίο έγραψε και ηχογράφησε την ίδια χρονιά. Το τραγούδι έγινε παγκοσμίως γνωστό όταν η Γουίτνεϊ Χιούστον το ερμήνευσε στην ταινία «The Bodyguard», το 1992.
Η Ντόλι Πάρτον γεννήθηκε το 1946 στα Απαλάχια Ορη του Τενεσί. Από παιδί μιας πολυμελούς φτωχής, αγροτικής οικογένειας, εξελίχθηκε σε σταρ, της οποίας η πορεία εκτείνεται σε περισσότερες από έξι δεκαετίες και είναι γεμάτη επιτυχίες, βραβεία και διακρίσεις. Γνωστή ως «βασίλισσα της κάντρι», πούλησε περισσότερους από 100 εκατομμύρια δίσκους διεθνώς και έγραψε πάνω από 3.000 τραγούδια, πολλά από τα οποία ηχογραφήθηκαν από καλλιτέχνες όπως η Τίνα Τέρνερ και οι White Stripes.
Εγραψε πάνω από 3.000 τραγούδια, έφτιαξε τη δική της επιχειρηματική αυτοκρατορία, υπήρξε φιλάνθρωπος και μία από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες της Αμερικής
Στη διάρκεια της καριέρας της τιμήθηκε με 11 βραβεία Grammy, ενώ κορυφαία αναγνώριση του έργου της αποτέλεσε η εισαγωγή της τόσο στο Country Music Hall of Fame όσο και στο Rock and Roll Hall of Fame. Ελαβε επίσης σημαντικές διακρίσεις για τη συνολική προσφορά της στην τέχνη και στον πολιτισμό, επιβεβαιώνοντας τη θέση της ως μιας από τις πιο επιδραστικές γυναίκες στην ιστορία της αμερικανικής μουσικής.
Από μικρή ηλικία έδειξε το ταλέντο της τόσο στο τραγούδι όσο και στη στιχουργική. Οταν ήταν μόλις 5 ετών έγραψε το πρώτο της κομμάτι, με τίτλο «Little Tiny Tasseltop», το οποίο σύμφωνα με τους New York Times ήταν εμπνευσμένο από μια κούκλα με μαλλιά στο χρώμα του καλαμποκιού. Στα 10 της άρχισε να εμφανίζεται σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, μεταξύ των οποίων και το «Cas Walker Farm and Home Hour». Ο θείος της Μπιλ Οουενς, μαζί με τον οποίο έγραψε πολλά τραγούδια, τη βοήθησε να κλείσει τις πρώτες εμφανίσεις της και της αγόρασε την πρώτη κιθάρα της.
Το 1962, δύο χρόνια προτού αποφοιτήσει από το λύκειο (το πρώτο μέλος της πολυμελούς οικογένειάς της που το κατόρθωσε), υπέγραψε το πρώτο της συμβόλαιο ως τραγουδοποιός, με την εταιρεία Tree International Publishing (σήμερα μέρος της Sony Music Publishing). Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 έγινε ευρύτερα γνωστή μέσα από την τηλεοπτική εκμπομπή κάντρι μουσικής «The Porter Wagoner Show», στην οποία την είχε καλέσει ο παρουσιαστής Πορτ Βάγκονερ όταν άκουσε το τραγούδι της «Dumb Blonde». Σύντομα ακολούθησαν οι μεγάλες επιτυχίες, όπως τα «Coat of Many Colors» και «9 to 5», που την καθιέρωσαν ως τραγουδίστρια και τραγουδοποιό. Από το 1966 ήταν παντρεμένη με τον Καρλ Ντιν, με τον οποίο έμεινε μαζί σχεδόν έξι δεκαετίες, μέχρι τον θάνατό του το 2025.
Η επιτυχία της δεν περιορίστηκε στη μουσική. Η Πάρτον συμμετείχε και σε αρκετές ταινίες («9 to 5», «The best little whorehouse in Texas», «Rhinestone» κ.ά.), ενώ είχε δημιουργήσει και τη δική της επιχειρηματική αυτοκρατορία, με κορυφαίο εγχείρημα το θεματικό πάρκο Dollywood. Ανέπτυξε και ιδιαίτερα πλούσια φιλανθρωπική δράση, μεταξύ άλλων μέσω της Imagination Library, η οποία πρόσφερε εκατομμύρια βιβλία σε παιδιά. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι στην αρχή της πανδημίας η Πάρτον είχε δωρίσει 1 εκατ. δολάρια στο Vanderbilt University Medical Center, ποσό που είχε αξιοποιηθεί στις έρευνες για το εμβόλιο κατά του κορωνοϊού.




























