ΠΗΓΗ: Reuters
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ κατέθεσε εκ νέου χθες, Τετάρτη αγωγή δυσφήμισης ζητώντας αποζημίωση τουλάχιστον 10 δισ. δολ. από τη Wall Street Journal, εξαιτίας δημοσιεύματος που αφορούσε τις σχέσεις του με τον Τζέφρι Επσταϊν. Προηγούμενη εκδοχή της αγωγής είχε απορριφθεί από δικαστήριο λόγω νομικών κενών.
Η αγωγή αποτελεί μία από τις πολλές δικαστικές ενέργειες που έχει κινήσει προσωπικά ο Τραμπ κατά ειδησεογραφικών οργανισμών, στο πλαίσιο αυτού που επικριτές του χαρακτηρίζουν ευρύτερη εκστρατεία πίεσης προς τα μέσα ενημέρωσης.
Σύμφωνα με το νέο δικόγραφο, η εφημερίδα που ανήκει στον Ρούπερτ Μέρντοχ έπληξε τη φήμη του Τραμπ μέσω άρθρου που περιέγραφε ευχετήρια κάρτα γενεθλίων προς τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα Τζέφρι Επσταϊν. Το δημοσίευμα ανέφερε μάλιστα ότι η κάρτα έφερε την υπογραφή του Αμερικανού προέδρου.
Ο Τραμπ και οι δικηγόροι του υποστηρίζουν ότι η κάρτα είναι πλαστή, ακόμη και μετά τη δημοσιοποίησή της από βουλευτές που ερευνούν την υπόθεση Επσταϊν.
Στην τροποποιημένη αγωγή, ο Τραμπ ζητεί αποζημίωση τουλάχιστον 10 δισ. δολ., ποσό ίσο με εκείνο που διεκδικούσε και στην προηγούμενη προσφυγή.
«Κατά τον χρόνο δημοσίευσης, οι εναγόμενοι επέδειξαν απερίσκεπτη αδιαφορία ως προς το εάν οι δυσφημιστικές δηλώσεις ήταν αληθείς ή/και απέφυγαν σκόπιμα να ανακαλύψουν την αλήθεια», αναφέρουν οι δικηγόροι του στην αναθεωρημένη προσφυγή.
Οι αγωγές
Η αγωγή, που κατατέθηκε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο του Μαϊάμι, στρέφεται κατά του Ρούπερτ Μέρντοχ, της Dow Jones, της News Corp και του διευθύνοντος συμβούλου της, Ρόμπερτ Τόμσον, καθώς και κατά των δύο δημοσιογράφων της Wall Street Journal, Χαντίτζα Σαφντάρ και Τζόζεφ Παλατσόλο. Ο Τραμπ υποστηρίζει ότι τον δυσφήμισαν, προκαλώντας του «συντριπτική» οικονομική και ηθική βλάβη.
Η Dow Jones έχει ανακοινώσει ότι έχει «απόλυτη εμπιστοσύνη» στην εγκυρότητα και την ακρίβεια του ρεπορτάζ της Wall Street Journal και ότι θα υπερασπιστεί σθεναρά την υπόθεση στο δικαστήριο.
Ο Τζέφρι Επσταϊν, χρηματιστής που είχε καταδικαστεί για σεξουαλικά εγκλήματα, πέθανε σε κελί φυλακής της Νέας Υόρκης το 2019. Η υπόθεσή του τροφοδότησε θεωρίες συνωμοσίας, ιδιαίτερα δημοφιλείς σε μέρος της εκλογικής βάσης του Τραμπ, σύμφωνα με τις οποίες η κυβέρνηση συγκάλυπτε τις σχέσεις του Επσταϊν με ισχυρούς και πλούσιους παράγοντες.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι διέκοψε τις σχέσεις του με τον Επσταϊν προτού τα νομικά προβλήματα του τελευταίου γίνουν δημόσια γνωστά το 2006.
Ο ομοσπονδιακός δικαστής Ντάριν Π. Γκέιλς, διορισμένος από τον πρώην πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, απέρριψε τον Απρίλιο την αρχική αγωγή του Τραμπ, κρίνοντας ότι δεν πληρούσε το νομικό κριτήριο του «δόλου» που απαιτείται σε υποθέσεις δυσφήμισης δημοσίων προσώπων. Το κριτήριο αυτό απαιτεί αποδείξεις ότι ο εναγόμενος δημοσίευσε πληροφορίες είτε γνωρίζοντας είτε οφείλοντας να γνωρίζει ότι ήταν ψευδείς.
Ο Τραμπ έχει επίσης καταθέσει αγωγές δυσφήμισης και άλλες προσφυγές κατά διαφόρων μέσων ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων οι New York Times, το BBC και η εφημερίδα Des Moines Register της Αϊόβα. Ολα τα Μέσα αρνούνται οποιαδήποτε παρανομία.
Παράλληλα, η κυβέρνηση Τραμπ έχει προχωρήσει σε περιορισμούς της πρόσβασης δημοσιογράφων σε κυβερνητικές υπηρεσίες και έχει απειλήσει με χρήση ρυθμιστικών εξουσιών κατά Μέσων που θεωρεί επικριτικά απέναντί της, προκαλώντας νομικές αντιδράσεις Μέσων ενημέρωσης.
Ο Λευκός Οίκος υποστηρίζει ότι ο Τραμπ είναι «ο πιο ανοιχτός και εύκολα προσεγγίσιμος πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ», τονίζοντας ότι η κυβέρνησή του έχει διευκολύνει την πρόσβαση των μέσων ενημέρωσης σε αυτόν με πρωτοφανείς τρόπους.




























