Kathimerini.gr
Από την απόπειρα της επίθεσης με drone στο αεροδρόμιο της Λειψίας μέχρι την επίθεση στα σύνορα Πολωνίας – Ουκρανίας κοντά σε τρένο που μετέφερε τους Μπόρις Τζόνσον και Ντέιβιντ Πετρέους. Πότε γίνεται συμβατικός ένας υβριδικός πόλεμος; Και ποια θα πρέπει να είναι η αντίδραση της Ευρώπης απέναντι στις ασύμμετρες επιθέσεις της Ρωσίας;
Η εκτίμηση που κυριαρχεί ανάμεσα στους Ευρωπαίους αναλυτές είναι ότι η Μόσχα στην πραγματικότητα επιδιώκει να εκφοβίσει την Ευρώπη, ώστε να περιορίσει και ιδανικά να εγκαταλείψει τη στήριξή της προς την Ουκρανία. Το Κρεμλίνο επιθυμεί να στείλει μήνυμα στους Ευρωπαίους πολίτες ότι η στρατιωτική βοήθεια των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων προς το Κίεβο φέρνει τον πόλεμο πιο κοντά στις ίδιες τις χώρες τους, επιχειρώντας να καλλιεργήσει την αντίληψη ότι η υποστήριξη προς το Κίεβο συνεπάγεται σημαντικό πολιτικό και οικονομικό κόστος, ακόμη και τον κίνδυνο βίαιων ενεργειών. Στο πλαίσιο αυτό, η Μόσχα συνδυάζει ολοένα και περισσότερο τις υβριδικές επιχειρήσεις με την προπαγάνδα και τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις για το ενδεχόμενο άμεσης αντιπαράθεσης με το ΝΑΤΟ.

H Ευρώπη από την πλευρά της έχει κάνει κάποια βήματα στην αναγνώριση της απειλής που σηματοδοτεί ο υβριδικός πόλεμος της Ρωσίας. Η Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ έχουν αναπτύξει μηχανισμούς για να μοιράζονται πληροφορίες και να συντονίζουν κυρώσεις, καθώς αρχίζουν να αναγνωρίζουν ότι μια σειρά από κυβερνοεπιθέσεις, δολιοφθορές, ενέργειες παραπληροφόρησης, παρεμβολές σε κρίσιμες υποδομές και εισβολές με drones αποτελούν μέρος μιας συντεταγμένης ρωσικής εκστρατείας με απρόβλεπτες διαστάσεις. Oμως η Ευρώπη απέχει από την επίτευξη μιας πραγματικά ενοποιημένης πολιτικής απέναντι στο πρόβλημα, το οποίο εξακολουθεί να διαχειρίζεται κατά βάσιν σε εθνικό επίπεδο, αντιμετωπίζοντας συχνά ορισμένα αντίστοιχα περιστατικά ως μεμονωμένα.
Επανεξοπλισμός
«Αυτό είναι ένα από τα ευρύτερα ζητήματα που αφορούν τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης. Η Ε.Ε. αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες και ανασυγκροτεί τις στρατιωτικές της δυνατότητες, όμως ο επανεξοπλισμός δεν μπορεί να περιορίζεται στην αντικατάσταση εξοπλισμών ή στην αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών. Απαιτεί επίσης την ικανότητα συλλογικής αντίληψης των απειλών, απορρόφησης των επιπτώσεων από πιθανές διαταραχές, προστασίας των κρίσιμων υποδομών και ταχείας δράσης πέρα από τα εθνικά σύνορα. Η ανθεκτικότητα και η προσαρμοστικότητα αποκτούν πλέον εξίσου μεγάλη σημασία με την παραδοσιακή στρατιωτική ισχύ», τονίζει στην «Κ» η Τσίπορα Φριντ, ανώτερη συνεργάτις στο Hudson Institute, η οποία υπογραμμίζει έναν πολύ συγκεκριμένο κίνδυνο: «Υπάρχει εδώ ένα σημαντικό παράδοξο. Στην προσπάθειά μας να αποφεύγουμε διαρκώς την κλιμάκωση, μπορεί τελικά να επιτρέπουμε στη Ρωσία να ελέγχει η ίδια την κλίμακα της κλιμάκωσης. Εάν η Μόσχα γνωρίζει ότι μια κυβερνοεπίθεση θα αντιμετωπιστεί διαφορετικά από μια πράξη δολιοφθοράς, τη δολιοφθορά διαφορετικά από μια εισβολή drone και την εισβολή drone διαφορετικά από μια άμεση στρατιωτική επίθεση, τότε μπορεί να δρα ακριβώς στον χώρο που υπάρχει ανάμεσα σε αυτές τις κατηγορίες. Η Ευρώπη θα πρέπει να καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε επίθεση κατά της ευρωπαϊκής ασφάλειας, των υποδομών και της κυριαρχίας θα έχει συνέπειες, ανεξάρτητα από το εάν το μέσο που χρησιμοποιείται είναι ένας πύραυλος, ένα drone, μια κυβερνοεπιχείρηση ή μια συγκαλυμμένη ομάδα δολιοφθοράς».
Τι θα μπορούσε να κάνει στην πράξη η Ευρώπη προκειμένου να αντιμετωπίσει αυτήν τη νέα κατάσταση στην αλληλεπίδραση με τη Ρωσία; «Η Ευρώπη χρειάζεται σαφέστερα όρια αποτροπής για ενέργειες που δεν φτάνουν στο επίπεδο ενεργοποίησης του άρθρου 5. Δεν θα πρέπει κάθε πράξη δολιοφθοράς ή κυβερνοεπίθεση να προκαλεί στρατιωτική απάντηση, όμως η Μόσχα θα πρέπει να γνωρίζει ότι συγκεκριμένες μορφές εχθρικής δραστηριότητας θα επιφέρουν προβλέψιμες και συντονισμένες συνέπειες. Οι συνέπειες αυτές μπορεί να είναι ασύμμετρες. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να απαντά στη δολιοφθορά με δολιοφθορά. Μπορεί να επιβάλλει κόστος μέσω αυστηρότερων κυρώσεων και δευτερογενών κυρώσεων, μέτρων κατά του “σκιώδους στόλου” και όσων σε τρίτες χώρες διευκολύνουν τη δράση του, της εξάρθρωσης ρωσικών δικτύων πληροφοριών, κυβερνομέτρων και ευρύτερης οικονομικής πίεσης. Η Ευρώπη θα πρέπει να αντιμετωπίζει την υβριδική κλιμάκωση της Ρωσίας όχι ως λόγο για μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα, αλλά ως λόγο για ενίσχυση της πίεσης προς τη Μόσχα», επισημαίνει στην «Κ» ο Μαξίμ Μπεζνοσιούκ, ερευνητής στο Κέντρο για την Παγκόσμια Ευρώπη του GLOBSEC, υπογραμμίζοντας: «Η Ευρώπη θα πρέπει επίσης να γίνει πολύ πιο ενεργή στο πεδίο της πληροφόρησης. Η προστασία των ευρωπαϊκών κοινωνιών από τη ρωσική παραπληροφόρηση είναι αναγκαία, αλλά δεν αρκεί. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις θα πρέπει να διαμορφώσουν στρατηγικές επικοινωνίας που θα απευθύνονται στους Ρώσους πολίτες, αναδεικνύοντας τη διαφθορά, τις στρατιωτικές απώλειες και το οικονομικό κόστος του πολέμου, συνεχίζοντας παράλληλα να στηρίζουν ανεξάρτητα ρωσόφωνα μέσα ενημέρωσης. Το σημαντικότερο είναι ότι η Ευρώπη θα πρέπει να καταστήσει την υβριδική εκστρατεία της Ρωσίας στρατηγικά αυτοϋπονομευόμενη. Εάν ο Πούτιν χρησιμοποιεί δολιοφθορές, εξαναγκασμό και υπονομευτικές ενέργειες προκειμένου να εκφοβίσει τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και να τις ωθήσει να περιορίσουν τη στρατιωτική στήριξη προς το Κίεβο, τότε η ρωσική κλιμάκωση θα πρέπει, αντιθέτως, να ενισχύει τα επιχειρήματα υπέρ της μεγαλύτερης υποστήριξης προς την Ουκρανία».
Καίρια πλήγματα
Πράξεις δολιοφθοράς, κυβερνοεπιθέσεις, εισβολές με drones εις βάρος κρίσιμων υποδομών. Δεν υπάρχει ένα απολύτως σαφές και μηχανικά προσδιορίσιμο όριο πάνω από το οποίο ο υβριδικός πόλεμος μετατρέπεται ξαφνικά σε συμβατικό πόλεμο. Η Ρωσία εκμεταλλεύεται σκοπίμως ακριβώς αυτήν την ασάφεια, η οποία της επιτρέπει να δρα κάτω από το σημείο όπου θα μπορούσε να προκαλέσει μια άμεση στρατιωτική απάντηση, ασκώντας έτσι ουσιαστική πίεση στους στενότερους συμμάχους της Ουκρανίας. Ομως, ο χαρακτηρισμός μιας ενέργειας ως «υβριδικής» δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αυτή παραμένει πάντα κάτω από το κατώφλι ενεργοποίησης της συλλογικής άμυνας. Μια επαρκώς σοβαρή επίθεση, ιδίως εάν προκαλέσει σημαντικές ανθρώπινες απώλειες, εκτεταμένες καταστροφές ή σοβαρή διατάραξη κρίσιμων υποδομών, θα μπορούσε να προσομοιάζει σε κάτι μεγαλύτερο από μια περιορισμένη επιχείρηση στα όρια της γκρίζας ζώνης, δρομολογώντας δυνητικά άλλης μορφής εξελίξεις.




























