ΚΥΠΕ
Η Νομική Υπηρεσία πρέπει να αιτιολογήσει τη μη δίωξη προσώπων στα οποία αποδίδονται ευθύνες στο πόρισμα των ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών για την υπόθεση Στυλιανού, δήλωσε στο ΚΥΠΕ ο νομικός Σίμος Αγγελίδης, τονίζοντας ότι πρέπει να επεξηγηθεί ποιο ήταν το δημόσιο συμφέρον που οδήγησε στη λήψη της συγκεκριμένης απόφασης.
«Παρακολουθούμε και δεν προτρέχουμε να εξάγουμε συμπεράσματα, αλλά ως πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας θεωρώ ότι δικαιούμαστε και ζητούμε άμεσα ενημέρωση και πλήρη αιτιολογία, η οποία να είναι επαρκής για να μην συνεχίσουν να υπάρχουν οι σκιές οι οποίες υπάρχουν», ανέφερε.
Στη συνέχεια, είπε ότι «συγκεκριμένοι ανεξάρτητοι ανακριτές, ο κ. Ανδρέου και ο κ. Πογιατζή, κατέληξαν σε συγκεκριμένο πόρισμα, στο οποίο απέδιδαν ευθύνες σε 35 αστυνομικούς, συμπεριλαμβανομένου και του νυν Αρχηγού».
Όπως ανέφερε, «τελικά διαμορφώθηκε κατηγορητήριο στο οποίο διώκεται μόνο ένας αστυνομικός, λόγω επίκλησης δημοσίου συμφέροντος από τη Νομική Υπηρεσία».
«Θα πρέπει να επεξηγηθεί ποιο είναι αυτό το δημόσιο συμφέρον που ενώ φαίνεται μέσα από συγκεκριμένο πόρισμα να υπήρχαν επαρκή στοιχεία για να ξεκινήσει μία τέτοια διαδικασία, κρίθηκε σκόπιμο να μην προχωρήσει καμία τέτοια διαδικασία», σημείωσε ο κ. Αγγελίδης.
Πρόσθεσε ότι αυτό ισχύει «πόσο δε μάλλον ειδικά σε σχέση με τον Αρχηγό, ο οποίος αντιλαμβάνομαι από αυτά τα οποία έχουν διαρρεύσει στα ΜΜΕ, ανακρίθηκε ως ύποπτος για έξι σοβαρά αδικήματα».
«Υπήρξαν 31 ερωτήσεις στις οποίες δεν έδωσε κάποια ουσιαστική απάντηση, διατηρώντας το δικαίωμα της σιωπής και δίνοντας μετά μία δική του γραπτή δήλωση σε σχέση με τα δεδομένα ως ο ίδιος τα θεωρεί», ανέφερε σε σχέση με τον Αρχηγό της Αστυνομίας.
Παράλληλα, ανέφερε ότι «ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός Γενικός θα πρέπει να εξηγήσουν με ποιο τρόπο κατέληξαν ότι δεν θα έπρεπε να υπάρξουν οι διώξεις των ατόμων ως αυτές καταγράφονται μέσα από το πόρισμα των δύο ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών».
«Υπενθυμίζω δε μάλιστα ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με βάση το άρθρο 131 του Συντάγματος, έχει την εξουσία και να διορίζει αλλά και να παύει τον οποιοδήποτε Αρχηγό της Αστυνομίας», ανέφερε.
Όπως πρόσθεσε, αυτό «επιβεβαιώθηκε και το 2023 από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, σε προσφυγή που έγινε από τον κύριο Παπαγεωργίου».
Επιπλέον, σημείωσε ότι «θα πρέπει να γίνουν όλες εκείνες οι κινήσεις άμεσα, ούτως ώστε να αποκατασταθεί το χαμένο κύρος των θεσμών, να δοθούν πειστικές εξηγήσεις και βεβαίως είναι καιρός να αναληφθούν και ευθύνες».
«Για οποιοδήποτε έχει δυνατότητα να αποφασίσει για συγκεκριμένα πράγματα, οφείλει να κρίνεται και από τις πράξεις του και από τις παραλείψεις του», ανέφερε.
«Όποιος έχει εξουσίες οφείλει να εξηγήσει με ποιο τρόπο τις άσκησε. Και όποιος έχει αρμοδιότητα εκ του Συντάγματος, επίσης οφείλει να δώσει λύσεις εκεί και όπου του επιτρέπει το σύνταγμα», σημείωσε ο κ. Αγγελίδης.
Ξεκαθάρισε επίσης ότι «το δικαστήριο δεν έχει ουδεμία σχέση με το οποιοδήποτε διαμορφωμένο κατηγορητήριο».
«Εκείνος ο οποίος δυνάμει του Συντάγματος έχει την πλήρη εξουσία για να ασκεί κάθε δίωξη, η οποία κατά την κρίση του αφορά το δημόσιο συμφέρον ή να διατάσσει την οποιαδήποτε διακοπή αυτής, είναι ο Γενικός Εισαγγελέας», διευκρίνισε.
Στο ίδιο πλαίσιο, πρόσθεσε ότι «είναι με βάση τις οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέως που κατατίθενται και εκκινούν ή διακόπτονται οποιεσδήποτε ποινικές διαδικασίες εναντίον οποιουδήποτε».
Ο κ. Αγγελίδης ανέφερε ακόμη ότι «θα ήταν σίγουρα καλύτερο να υπήρχαν δημοσιοποιημένες οι αποφάσεις του Γενικού Εισαγγελέα με πλήρη αιτιολογία και ποιο είναι το δημόσιο συμφέρον, το οποίο σε κάθε περίπτωση όχι μόνο σε αυτή, τυχόν επικαλείται».
Όπως είπε, αυτό θα επέτρεπε «να κρίνεται και κατά πόσο η επίκλησή του ήταν πράγματι εύλογη και επιτρεπτή».
Παράλληλα, σημείωσε ότι «βεβαίως, είναι η απόλυτη δική του κρίση, η οποία δεν ελέγχεται, αλλά σίγουρα οφείλει ως μέρος και ως υψηλότατος ανεξάρτητος αξιωματούχος να δίνει επεξήγηση για τις πράξεις του».
«Αυτό θα ήταν το δέον, όχι διότι υποχρεούται από το Σύνταγμα», συμπλήρωσε.
Σύμφωνα με τον κ. Αγγελίδη, «το πρόβλημα είναι ότι δεν δίνεται ποτέ κάποια αιτιολογία».
Όπως είπε, «θα έπρεπε σε μια κοινωνία δημοκρατική, τουλάχιστον να αιτιολογούνται οι αποφάσεις για να μπορεί ο καθένας να γνωρίζει στη βάση ποιων δεδομένων λήφθηκε αυτή η απόφαση της μη δίωξης ή και δίωξης ενίοτε συγκεκριμένου ατόμου».
Παράλληλα, σημείωσε ότι «σίγουρα βεβαίως μπορεί να υπάρχουν και περιπτώσεις όπου θα υπάρχουν εξαιρέσεις όταν εκεί υπάρχουν θέματα εθνικής ασφάλειας».
«Εκεί σαφέστατα θα πρέπει πάνω από όλα να προστατεύσουμε τα υπέρτερα δεδομένα», πρόσθεσε.
Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι «από κει και πέρα, εάν δεν υπάρχουν θέματα εθνικής ασφάλειας, θεωρώ ότι θα ήταν ορθότερη πρακτική ο Γενικός ή ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας όποτε αποφασίζουν να δίνουν πλήρη επεξήγηση».
Όπως είπε, αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό «ειδικά όταν υπάρχει περί του αντιθέτου πόρισμα ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών που καταλήγει ότι πρέπει να διωχθούν συγκεκριμένα άτομα, να δίνεται πλήρης επεξήγηση με βάση ποια στοιχεία και ποιο δημόσιο συμφέρον δεν προχωρούν στην δίωξη εκείνων των ατόμων».
«Επίσης εγείρεται και το επιπλέον ζήτημα. Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους συγκεκριμένους θεσμούς ενισχύεται, διότι ακριβώς φαίνεται ότι οι ανεξάρτητοι ποινικοί ανακριτές καταλήγουν σε ευρήματα, τα οποία θα οδηγούσαν πιθανώς σε δίωξη, χωρίς να σημαίνει κατ' ανάγκη ότι θα υπάρχει καταδίκη, αλλά αυτή η διαδικασία σταματά από τον Βοηθό ή τον Γενικό Εισαγγελέα», κατέληξε ο κ. Αγγελίδης.




























