Του Δρς ΑΝΔΡΕΑ ΠΙΤΤΑ
Υπάρχουν στιγμές που η μνήμη λειτουργεί σα λιμάνι. Ένα ήσυχο επίνειο όπου επιστρέφεις όχι για να μείνεις αλλά για να θυμηθείς ποιος ήσουν. Εκεί μέσα στο φως που απλωνόταν στη θάλασσα και στα ηλιοβασιλέματα που έμοιαζαν να κρατούν λίγο περισσότερο απ’ όσο τους αναλογούσε, βρίσκεται η Λεμεσός της παιδικής μου ηλικίας. Μια πόλη που δεν προσπαθούσε να αποδείξει τίποτα. Είχε μια ήσυχη βεβαιότητα για τον εαυτό της και αυτό αρκούσε.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε μια Λεμεσό που είχε ρυθμό ανθρώπινο. Οι δρόμοι της δεν ήταν απλώς περάσματα, ήταν τόποι συνάντησης. Οι γειτονιές της δεν ήταν απρόσωπες, είχαν φωνή και ιστορίες που περνούσαν από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά. Οι άνθρωποι κοιτάζονταν στα μάτια. Χαιρετούσαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Υπήρχε μια άφατη αίσθηση οικειότητας, μια αδιόρατη συμφωνία ότι ανήκαμε στον ίδιο τόπο. Και οι άνθρωποι περπατούσαν και περπατούσαν πολύ.
Θυμάμαι καλοκαίρια που δεν μετρούνταν με τον χρόνο αλλά με τις στιγμές. Με τον ήλιο, το αλάτι στο δέρμα και εκείνη τη σιωπή κάτω από το νερό. Μέσα στη θάλασσα όπου όλα ησυχάζουν. Θυμάμαι χειμώνες πιο αργούς, όπου η καθημερινότητα είχε χώρο για στοχασμό. Θυμάμαι μια πόλη που δεν βιαζόταν να μεγαλώσει, γιατί ήξερε ποια ήταν. Η Λεμεσός εκείνη με γαλούχησε, μου έμαθε το μέτρο. Μου έμαθε ότι η πρόοδος δεν χρειάζεται θόρυβο για να υπάρξει, ότι η αξία δεν διακηρύσσεται, αποδεικνύεται. Ότι το σημαντικό δεν είναι να φαίνεσαι αλλά να είσαι.
Σήμερα, η πόλη έχει αλλάξει. Και αλλάζει με ρυθμούς που ενίοτε δεν αφήνουν περιθώριο να τους κατανοήσεις πλήρως. Ο ορίζοντάς της έχει μεταμορφωθεί. Κτίρια υψώνονται εκεί όπου άλλοτε απλωνόταν ο ουρανός. Η οικονομική δραστηριότητα είναι έντονη, σχεδόν αδιάκοπη. Η Λεμεσός έχει καθιερωθεί ως το επιχειρηματικό κέντρο της Κύπρου, ένα δυναμικό πεδίο δραστηριότητας όπου το δούναι και λαβείν αποκτά νέα διάσταση, πιο σύνθετη, πιο απαιτητική.
Η πόλη άνοιξε τα σύνορα της. Έμαθε να συνομιλεί με τον κόσμο, να διεκδικεί τη θέση της σε ένα ευρύτερο περιβάλλον. Δημιουργεί ευκαιρίες, προσελκύει ανθρώπους και επενδύσεις. Έγινε πιο εξωστρεφής. Η Λεμεσός έμαθε να κινείται με αυτοπεποίθηση. Να προσαρμόζεται, να εξελίσσεται, να διεκδικεί. Να μη φοβάται την αλλαγή αλλά να τη μετατρέπει σε ευκαιρία. Όμως κάθε κατάκτηση φέρει μαζί της και ένα ερώτημα. Όχι αν προχωρούμε αλλά πώς προχωρούμε. Και κυρίως, τι αφήνουμε πίσω μας.
Η ανάπτυξη είναι θεμιτή. Είναι απαραίτητη. Δεν μπορεί όμως να είναι αυτοσκοπός. Όταν η πόλη μεταβάλλεται τόσο γρήγορα, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να χαθεί κάτι από τον πυρήνα της. Βλέπω σήμερα μια Λεμεσό πιο ανοιχτή στον κόσμο. Ταυτόχρονα, όμως, διακρίνω και μια μετατόπιση στον κοινωνικό της ιστό. Οι άνθρωποι περνούν πιο γρήγορα ο ένας δίπλα από τον άλλο. Η πόλη μεγαλώνει αλλά κάποιες φορές ο άνθρωπος μοιάζει να μικραίνει μέσα της. Δεν είναι νοσταλγία αυτό που λέω. Είναι ανάγκη για ισορροπία. Είναι η ανάγκη να μη χαθεί εκείνο το αόρατο νήμα που ενώνει το παρελθόν με το παρόν και δίνει νόημα στο μέλλον.
Ίσως γιατί οι πόλεις αλλάζουν μέσα από τον τρόπο που τις βιώνουν οι άνθρωποί τους. Και μαζί με όλα αυτά ανακύπτει ένα ακόμη ζήτημα, πιο σιωπηλό αλλά βαθιά ουσιαστικό. Η δυνατότητα των ίδιων των Λεμεσιανών να συνεχίσουν να ζουν στην πόλη τους. Γιατί μια πόλη δεν ανήκει σε εκείνους που την ανακαλύπτουν περιστασιακά, αλλά σε εκείνους που τη διαμόρφωσαν. Όταν το κόστος ζωής αυξάνεται και η καθημερινότητα καθίσταται ολοένα και πιο απαιτητική, υπάρχει ο κίνδυνος οι άνθρωποι της πόλης να αισθανθούν ξένοι μέσα στον ίδιο τους τον τόπο. Να μη μπορούν πια να ακολουθήσουν τον ρυθμό της. Να μην έχουν θέση σε αυτήν όπως την είχαν κάποτε.
Να μη φτάσουμε στο σημείο όπου οι Λεμεσιανοί αναγκάζονται να φύγουν. Όχι γιατί το επιθυμούν αλλά γιατί δεν μπορούν πια να ζήσουν εδώ. Γιατί η Λεμεσός δεν υπήρξε ποτέ μόνο μια πόλη εμπορίου και επιχειρηματικής δραστηριότητας. Υπήρξε και κάτι βαθύτερο. Ένας τόπος που γεννούσε σκέψη, που έδινε χώρο στο πνεύμα, στην τέχνη και στην έκφραση. Σε αυτή την πόλη έζησε και δημιούργησε ο μεγάλος μας ποιητής Βασίλης Μιχαηλίδης, χαρίζοντας λόγο που παραμένει ζωντανός, γιατί η γλώσσα του ήταν αληθινή.
Από αυτή την πόλη ξεκίνησε ο μεγάλος Μιχάλης Κακογιάννης που μετάφερε στον κόσμο το φως και το ήθος από την πόλη του. Η Λεμεσός ήταν η πόλη των ποιητών και των πρώτων ζωγράφων, εδώ γεννήθηκε το μαλλιαρό περιοδικό η Αβγή του Χουρμούζιου και του Δημητριάδη (1924), εδώ γεννήθηκε ο Μάριος Τόκας που έδωσε στη μουσική λυρισμό και ευγένεια, εδώ μεγαλούργησε και ο Σόλων Μιχαηλίδης καλλιεργώντας τους Λεμεσιανούς με το μουσικό του έργο και τη διδασκαλία του. Αυτή η διττή φύση είναι που την έκανε ξεχωριστή.
Η πρόκληση δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στην ανάπτυξη και στην ταυτότητα. Είναι να τις συνθέσουμε. Να δημιουργήσουμε μια πόλη που προχωρά χωρίς να αποκόπτεται από τον εαυτό της. Γιατί η ταυτότητα μιας πόλης δεν είναι κάτι στατικό. Είναι μια διαρκής σχέση που ανανεώνεται μέσα από τους ανθρώπους της. Γιατί, τελικά, η αξία μιας πόλης δεν μετριέται μόνο με αριθμούς. Μετριέται με τον τρόπο που ζουν οι άνθρωποί της.
Η Λεμεσός αλλάζει. Και αυτό είναι καλό. Αρκεί να μη ξεχάσουμε, να μη χαθεί η ψυχή της μέσα στην πρόοδό της. Γιατί τότε, ό,τι κι αν κερδίσουμε θα είναι λιγότερο από αυτό που χάσαμε. Γιατί η Λεμεσός δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε. Είναι αυτό που κουβαλάμε μέσα μας. Και αυτό είναι που αξίζει να διαφυλάξουμε.
«Η πρόκληση δεν είναι να επιλέξουμε ανάμεσα στην ανάπτυξη και στην ταυτότητα. Είναι να τις συνθέσουμε. Να δημιουργήσουμε μια πόλη που προχωρά χωρίς να αποκόπτεται από τον εαυτό της».




























