Kathimerini.gr
Εκτακτες διαβουλεύσεις για το ενδεχόμενο να διοχετευθούν στην αγορά επιπλέον αποθέματα ντίζελ πραγματοποιούνται στην Ευρώπη, καθώς οι ΗΠΑ αυξάνουν την πίεση προς τις ευρωπαϊκές χώρες να χρησιμοποιήσουν μέρος των στρατηγικών αποθεμάτων τους.
Ο Ευρωπαίος επίτροπος Ενέργειας Νταν Γιόργκενσεν είχε τηλεδιάσκεψη με αξιωματούχους από τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ιρλανδία, τη Βρετανία και τη Γερμανία, σύμφωνα με το Bloomberg. Το Reuters επιβεβαίωσε τις συνομιλίες μεταξύ της Κομισιόν και ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για πιθανή απελευθέρωση αποθεμάτων ντίζελ.
Η Κομισιόν δηλώνει ότι συνεργάζεται με τα κράτη-μέλη και ότι η Ε.Ε. θα προχωρήσει στις απαραίτητες κινήσεις εφόσον κριθεί αναγκαίο.
Στο επίκεντρο βρίσκονται κυρίως η Γερμανία και η Γαλλία, οι οποίες διαθέτουν σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών στρατηγικών αποθεμάτων. Σύμφωνα με το Reuters, η αμερικανική κυβέρνηση έχει ζητήσει από τις δύο χώρες να διαθέσουν μεγαλύτερες ποσότητες ντίζελ στην αγορά, με την πιθανότητα περιορισμών στις αμερικανικές εξαγωγές καυσίμου να βρίσκεται στο τραπέζι. Το Βερολίνο μέχρι στιγμής εμφανίζεται επιφυλακτικό. Από τη συνολική ποσότητα που είχε δεσμευθεί να διαθέσει στο πλαίσιο της διεθνούς κινητοποίησης, περίπου 15 εκατ. βαρέλια ή το 77% της γερμανικής συμμετοχής παραμένουν στα αποθέματα, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται το Bloomberg.
Η γερμανική κυβέρνηση έχει υποστηρίξει ότι τα στρατηγικά αποθέματα προορίζονται για την αντιμετώπιση πραγματικών διαταραχών στην τροφοδοσία και όχι για παρεμβάσεις με στόχο τη μείωση των τιμών.
Αντίστοιχα, η Ισπανία έχει διαθέσει μέχρι στιγμής περίπου το ένα τρίτο των 11,6 εκατ. βαρελιών που είχε δεσμευθεί, ενώ η Γαλλία εξακολουθεί να διαθέτει πλήρη στρατηγικά αποθέματα. Η διαμάχη αφορά την εφαρμογή της συμφωνίας που είχε επιτευχθεί τον Μάρτιο υπό τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), μετά τη μεγάλη διαταραχή στις διεθνείς προμήθειες πετρελαίου.
Περίπου 30 χώρες είχαν συμφωνήσει τότε στην απελευθέρωση συνολικά 400 εκατ. βαρελιών έκτακτων αποθεμάτων.
Οι ΗΠΑ ανακοίνωσαν στις 29 Σεπτεμβρίου ακόμη μία διάθεση έως 40 εκατ. βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου, ολοκληρώνοντας έτσι, σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, τη δική τους συμμετοχή στο σχέδιο. Ο επικεφαλής του IEA Φατίχ Μπιρόλ εκτίμησε ότι περίπου το ένα τρίτο της συνολικής ποσότητας που είχε συμφωνηθεί απομένει ακόμη να διοχετευθεί στην αγορά.
Η πίεση δεν προέρχεται πλέον μόνο από την αγορά αργού πετρελαίου. Η σύγκρουση με το Ιράν, οι συνεχιζόμενες επιπτώσεις του πολέμου Ρωσίας – Ουκρανίας και οι περιορισμοί στη διεθνή διυλιστική δυναμικότητα έχουν δημιουργήσει ιδιαίτερα σφιχτή αγορά στα πετρελαϊκά προϊόντα.
Η Ευρώπη είναι περισσότερο εκτεθειμένη, καθώς η παραγωγική της βάση στα διυλιστήρια έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Από το 2009, περίπου 30 από τα περίπου 100 διυλιστήρια της ευρύτερης ευρωπαϊκής αγοράς έχουν κλείσει ή μετατραπεί, με αποτέλεσμα η παραγωγική δυναμικότητα να έχει υποχωρήσει από 17,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε περίπου 14,4 εκατ. το 2025. Παράλληλα, η Κίνα ανέστειλε εξαγωγές καυσίμων εκτός Χονγκ Κονγκ και Μακάο, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο μία από τις διαθέσιμες πηγές πρόσθετης προσφοράς για τη διεθνή αγορά.
Η άνοδος του ντίζελ έχει αρχίσει να απασχολεί και τις κεντρικές τράπεζες, καθώς περνά άμεσα στο κόστος των μεταφορών, της γεωργίας και τελικά στις τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Η ενεργειακή επιβάρυνση αποτελεί ήδη έναν από τους βασικούς κινδύνους για την πορεία του πληθωρισμού στην Ευρώπη, σε μια συγκυρία κατά την οποία οι αγορές ομολόγων βρίσκονται επίσης υπό πίεση από την άνοδο των ενεργειακών τιμών.
Το Brent έκλεισε την Τετάρτη στα 103,50 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο περίπου 14% μέσα στον Σεπτέμβριο, καθώς οι αγορές παραμένουν αντιμέτωπες με περιορισμένη προσφορά καυσίμων και γεωπολιτική αβεβαιότητα.




























