Kathimerini.gr
Οι επιθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ στη Βενεζουέλα και στο Ιράν έχουν αποδυναμώσει τον ΟΠΕΚ όσο δεν θα φανταζόταν κανείς πριν από λίγους μήνες. Για τον Λευκό Οίκο ίσως αυτό αποτελεί μείζονα νίκη, αλλά μπορεί τελικά να αποβεί εις βάρος τόσο των ΗΠΑ όσο και των αγορών ενέργειας. Επί δεκαετίες ο ΟΠΕΚ υπό την ντε φάκτο ηγέτιδα δύναμή του, τη Σαουδική Αραβία, ασκούσε μεγάλη επιρροή στις αγορές πετρελαίου αυξάνοντας ή μειώνοντας την παραγωγή, ώστε να διαμορφώνει τις τιμές του και να διατηρεί το μερίδιό του στην αγορά.
Αυτή η επιρροή του, όμως, φθίνει τα τελευταία χρόνια, καθώς πήραν το προβάδισμα στην παραγωγή πετρελαίου οι ΗΠΑ, όπως και άλλες χώρες εκτός ΟΠΕΚ. Το ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου που εποπτεύει ο ΟΠΕΚ έχει υποχωρήσει από το ρεκόρ του περίπου 50% στο οποίο βρισκόταν τη δεκαετία του 1970 σε περίπου 35% το περασμένο έτος. Και τον Μάρτιο υποχώρησε στο 26% όταν έκλεισαν τα Στενά του Ορμούζ στην αρχή του πολέμου. Την περασμένη εβδομάδα τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τέταρτη χώρα του ΟΠΕΚ σε παραγωγή, αποχώρησαν από το καρτέλ έπειτα από σχεδόν 60 χρόνια, για να ακολουθήσουν ανεξάρτητη πολιτική χωρίς τις ποσοστώσεις. Ηταν ευθεία πρόκληση προς τη Σαουδική Αραβία και τις γειτονικές χώρες του Κόλπου. Ο Τραμπ, γνωστός επικριτής του ΟΠΕΚ, χαιρέτισε την αποχώρηση ως «σπουδαία» είδηση και προέβλεψε πως θα οδηγήσει σε πτώση των τιμών.
Ισως να δικαιωθεί ως προς αυτό και η εξωτερική πολιτική του Αμερικανού προέδρου να έχει γονατίσει τον ΟΠΕΚ. Η αποδυνάμωση του ΟΠΕΚ, όμως, δεν είναι απαραιτήτως θετική για τους καταναλωτές ή τους παραγωγούς. Η καταστροφή πολλών πετρελαϊκών εγκαταστάσεων στις χώρες του Κόλπου τις ανάγκασε να μειώσουν την παραγωγή τους κατά περισσότερο από 10 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα. Ο ναυτικός αποκλεισμός που επέβαλε η Ουάσιγκτον στα Στενά του Ορμούζ, που είχε ήδη αποκλείσει η Τεχεράνη, έχει αποκόψει τους πυλώνες του ΟΠΕΚ, τη Σαουδική Αραβία, τα Εμιράτα, το Κουβέιτ και το Ιράκ, από την κύρια οδό διέλευσης των εξαγωγών τους. Δημιουργήθηκε, έτσι, μια τεράστια ευκαιρία για την αμερικανική βιομηχανία πετρελαίου και φυσικού αερίου, που είναι πλέον η μεγαλύτερη στον κόσμο σε όρους παραγωγής και η οποία εξάγει πυρετωδώς στην Ασία και στην Ευρώπη, υπονομεύοντας περαιτέρω την επιρροή του ΟΠΕΚ και το μερίδιο αγοράς του.
Εν ολίγοις έχει ενισχυθεί η θέση της Αμερικής, αλλά η αμερικανική πετρελαϊκή βιομηχανία καθορίζεται από τις δυνάμεις της αγοράς. Και δεν υπάρχει τίποτε ανάλογο της πλεονασματικής παραγωγικής δυνατότητας του ΟΠΕΚ ώστε να εξισορροπείται η αγορά. Ελλείψει ενός ισχυρού ΟΠΕΚ, ο Τραμπ ενδέχεται να συνειδητοποιήσει πως μπορεί να διαχειριστεί το νέο περιβάλλον πολύ λιγότερο από όσο είχε επιδιώξει. Ο ρόλος του ΟΠΕΚ ήταν κεντρικός για τις αγορές πετρελαίου τις οποίες σταθεροποιούσε, χρησιμοποιώντας τον μεγάλο όγκο παραγωγικής δυνατότητας χαμηλού κόστους με την οποία εξουδετέρωνε τον αντίκτυπο των πολέμων και των καιρικών συνθηκών. Ηταν, επίσης, αποτελεσματικός σε περιόδους πλεονάσματος πετρελαίου, με πιο ενδεικτική την πανδημία.
Χωρίς την αποτελεσματική διαχείριση της αγοράς από τον ΟΠΕΚ, οι αγορές πετρελαίου θα αντιμετωπίσουν πολύ μεγαλύτερη αστάθεια και εφόσον δεν θα υπάρχουν μηχανισμοί που να απορροφούν τα σοκ, τα προβλήματα στην αγορά πετρελαίου θα είναι πολύ συχνότερα, δεδομένου ότι αυξάνονται και οι γεωπολιτικές κρίσεις. Και για τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, όλα αυτά θα μεταφραστούν σε πολύ συχνότερους κύκλους ανάπτυξης και κατάρρευσης, μεγαλύτερο λειτουργικό κόστος για τις πετρελαϊκές εταιρείες, και τελικά υψηλότερες και πιο ευμετάβλητες τιμές.




























