
Θανάσης Φωτίου
Όταν τον περασμένο Νοέμβριο σκιαγραφούσαμε το πορτρέτο του δημοφιλή και λαοφιλή Οδυσσέα Μιχαηλίδη, ο τίτλος του κειμένου ήταν «Ο Οδυσσέας θα φτάσει στην Ιθάκη;», και σ’ αυτό σημειώναμε τα εξής: «Στην πολιτική το timing έχει μεγάλη σημασία. Εάν το 2026 είχαμε προεδρικές αντί βουλευτικές εκλογές, οι πιθανότητες να κέρδιζε ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης τη μάχη για τον προεδρικό θώκο, θα ήταν απεριόριστα μεγάλες, δεδομένης της δυναμικής που είχε αναπτύξει η προσωπικότητά του τα τελευταία χρόνια ως του “αδιάφθορου, υπεράνω συστήματος” αξιωματούχου. Το 2026 όμως, δεν έχουμε προεδρικές εκλογές.
Παρεμβάλλονται οι βουλευτικές εκλογές. Και εδώ είναι που υπεισέρχεται ο παράγοντας timing, το οποίο δύναται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στο ταξίδι, του κομματάρχη πλέον, Οδυσσέα Μιχαηλίδη προς την Ιθάκη. Καθότι, μέχρι τον Μάιο του 2026 που θα λάβουν χώρα οι βουλευτικές εκλογές, μεσολαβεί χρόνος πολύς. Και ο πολύς χρόνος που μεσολαβεί, καθιστά τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη πιο διαχειρίσιμο ως πολιτικό αντίπαλο. Εξαιτίας και του γεγονότος, ότι από μονάδα, έγινε ομάδα.
Η μετάβαση του Οδυσσέα Μιχαηλίδη από “πρόσωπο” σε “κόμμα”, είναι μια ενέργεια που ενέχει μεγάλο ρίσκο. Ο Οδυσσέας προβάλλεται ως σύμβολο, το κόμμα απαιτεί ομάδα. Ο Μιχαηλίδης ξεκινάει ως πρόσωπο με υψηλή δημοφιλία, αλλά η μετάβαση σε κόμμα μπορεί να μην έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη το ποιοι για την ώρα τον περιβάλλουν, θα λέγαμε ότι το ρίσκο είναι σε πολλαπλά επίπεδα. Οργανωτικής αδυναμίας, δυσκολίας υιοθέτησης κοινού αφηγήματος, αλαλούμ προσεγγίσεις, ασυνεννοησίας, ρηγμάτων και ρήξεων… Το ΑΛΜΑ, ως κόμμα, δεν μπορεί ασφαλώς να είναι μονοθεματικής ενότητας, θα πρέπει να παρουσιάσει προτάσεις για ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων που απασχολούν τον τόπο και την κοινωνία, πέρα από την πάταξη της διαφθοράς.
Και όχι μόνο! Αλλά θα πρέπει να πείσει διά των προσώπων που θα απαρτίσουν το ψηφοδέλτιο του κόμματος, ότι είναι σε θέση να ανταποκριθεί στον χειρισμό τους. Κάθε δημόσια αστοχία μειώνει την “υπερβατική αξιοπιστία”. Κάθε στραβοπάτημα μπορεί να προκαλέσει αμφιβολίες στους ψηφοφόρους για τη συνοχή και τη σοβαρότητα του κόμματος, να μειώσει την αξιοπιστία του, να φανερώσει ευθραυστότητα και να οδηγήσει σε απόσυρση της εμπιστοσύνης τους ως σοβαρή αντισυστημική επιλογή».
Αυτά, πριν από επτά μήνες στις σελίδες της «Καθημερινής», με το συγκεκριμένο άρθρο να κλείνει με την εξής πρόταση: «Η δυναμική “προσωπικότητας”, έναντι “κόμματος” δοκιμάζεται ήδη στην πράξη: υψηλή δημοφιλία, φθίνουσα δυναμική».
Όσα επακολούθησαν στους επτά μήνες που μεσολάβησαν έκτοτε, οι ρήξεις, οι αστοχίες, τα στραβοπατήματα (βλέπε αποκαλύψεις Χασαπόπουλου, η ρήξη με τον πιο σθεναρό υποστηρικτή του, τον Νικόλα Παπαδόπουλο και η τοποθέτηση του ΔΗΚΟ στη λίστα των «διεφθαρμένων» αντιπάλων, ο χειρισμός που επιφύλαξε στον Δημήτρη Παπαδάκη, η προσωπική επίθεση στον Στέφανο Στεφάνου που ανασύνταξε πολλούς από τους εν δυνάμει υποψηφίους του από τον χώρο της Αριστεράς, το ατόπημα της Ειρήνης Χαραλαμπίδου που αφορούσε δημοσιογράφο, στο οποίο, ελέω τελικής ευθείας, προσδόθηκε ακόμα μεγαλύτερη προβολή), συν το γεγονός ότι η πολυμορφία δεν επέτρεψε να ακουστεί ή να εμπεδωθεί, αν προτιμάτε, μία ενιαία φωνή πέραν της διαφθοράς, είχαν ως συνέπεια ακριβώς εκείνο που σημειώναμε: «Να προκαλέσει αμφιβολίες στους ψηφοφόρους για τη συνοχή και τη σοβαρότητα του κόμματος, να μειώσει την αξιοπιστία του, να φανερώσει ευθραυστότητα και να οδηγήσει σε απόσυρση της εμπιστοσύνης τους ως σοβαρή αντισυστημική επιλογή».
Είναι γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις –συμπεριλαμβανομένων κι αυτών της «Κ»– κατέγραφαν μέχρι τέλους, μια σταθερή δυναμική για το ΑΛΜΑ, που στο χειρότερο σενάριο ήταν τουλάχιστον δύο μονάδες υψηλότερη από αυτήν την οποία κατέγραψε τελικά η κάλπη. Εντούτοις, στις 10 Μαΐου, πάλι στην «Καθημερινή», σ’ ένα κείμενο που καταπιανόταν με το «Πώς και γιατί μπορεί να πέσουν έξω οι δημοσκόποι», γράφαμε τα ακόλουθα: «Η δυναμική του Άλματος του Οδυσσέα Μιχαηλίδη αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη μεθοδολογική πρόκληση για τις δημοσκοπήσεις. Ο βασικός λόγος είναι ότι πρόκειται για νέο πολιτικό σχηματισμό χωρίς προηγούμενο βουλευτικό αποτύπωμα. Αυτό σημαίνει ότι: δεν υπάρχουν ασφαλή ιστορικά δεδομένα στάθμισης, δεν υπάρχει σαφές προφίλ «τυπικού ψηφοφόρου» και είναι δύσκολο να προβλεφθεί η τελική του συσπείρωση. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το Άλμα αντλεί ψήφους: από απογοητευμένους κεντρώους, από πρώην ψηφοφόρους του ΔΗΣΥ, από πολίτες με αντικομματική διάθεση, αλλά και από ψηφοφόρους που προηγουμένως κινούνταν προς αποχή. Αυτή η πολυσυλλεκτικότητα, ενώ δείχνει από τη μια δυναμική και διείσδυση, αυξάνει και την αστάθεια. Διότι ένα τέτοιο ακροατήριο: μπορεί να κινητοποιηθεί μαζικά την τελευταία εβδομάδα, αλλά μπορεί και να αποσυρθεί εξίσου γρήγορα».



























