
Θανάσης Φωτίου
Το αποτέλεσμα που επεφύλαξε στο Δημοκρατικό Κόμμα η κάλπη των σημερινών βουλευτικών εκλογών είναι σαφέστατα πολύ καλύτερο απ’ ό,τι προδιαγραφόταν. Ναι, έχασε την τρίτη θέση από το ΕΛΑΜ και αυτό έχει ισχυρό συμβολικό και πολιτικό βάρος. Αλλά το γεγονός ότι συγκράτησε το ποσοστό του στο 10% (από το 11,29% του 2021) και κυρίως οι οκτώ έδρες, ίδιες με το ΕΛΑΜ που το ξεπέρασε μόλις κατά 0,9%, μόνο ως αποτυχία δεν μπορούν να διαβαστούν.
Γιατί η αλήθεια είναι πως το ΔΗΚΟ μπήκε σε αυτή την προεκλογική περίοδο με πραγματικό φόβο υπαρξιακής φθοράς. Το κλίμα των προηγούμενων μηνών και τα στοιχεία των δημοσκοπικών ερευνών μας είχαν προϊδεάσει για μια θεαματική κατάρρευση. Οι δημοσκοπήσεις δεν έδειχναν μόνο απώλειες· έδειχναν πιθανή απορρύθμιση του ίδιου του ρόλου του. Του ρυθμιστικού ρόλου από τον οποίο αντλούσε την ισχύ και την επιρροή του, ως η μεγάλη δύναμη του κέντρου. Νέα σχήματα, όπως το Άλμα ή η Άμεση Δημοκρατία, έδειχναν να διεκδικούν μεγάλο κομμάτι από το μερίδιό του, με κίνδυνο όχι απλώς να μικρύνει, αλλά να χάνει τη θέση του στο πολιτικό οικοσύστημα. Τη μετατροπή του ΔΗΚΟ από ρυθμιστή σε ένα ακόμη μικρό, μεσαίο κόμμα.
Αυτό τελικά δεν συνέβη. Και δεν συνέβη για πολλούς λόγους ταυτόχρονα.
Πρώτα απ’ όλα, το ΔΗΚΟ έδειξε –ίσως για πρώτη φορά μετά από καιρό– μια εικόνα σοβαρότητας και πολιτικής πειθαρχίας. Αν εξαιρέσουμε τους τελευταίους μήνες του 2025, στη συνέχεια δεν επέδειξε υπερβολή, δεν ακολούθησε την τοξικότητα, δεν λειτούργησε με πανικό. Σε μια περίοδο γενικευμένης πολιτικής αποστροφής, αυτό λειτούργησε υπόγεια αλλά ουσιαστικά. Ένα μέρος του εκλογικού σώματος αναζήτησε σταθερότητα αντί έντασης.
Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι εμφανίσεις του Νικόλα Παπαδόπουλου. Όχι γιατί ξαφνικά μετατράπηκε σε χαρισματικό λαϊκό ηγέτη, αλλά γιατί έβγαλε κάτι που το κόμμα είχε ανάγκη: έλεγχο, καθαρό μήνυμα και αίσθηση πολιτικής επιβίωσης. Σε μια προεκλογική περίοδο όπου πολλοί μιλούσαν για το τέλος του ΔΗΚΟ, ο Νικόλας Παπαδόπουλος δεν εμφανίστηκε ως εμπνευστής, έπαιξε περισσότερο ως «manager σταθερότητας». Και αυτό πιθανόν ήταν ακριβώς το σωστό για τη συγκυρία.
Καθοριστικός φαίνεται πως ήταν και ο παράγοντας της «χρήσιμης ψήφου». Ένα κομμάτι ψηφοφόρων που κινούνται στον ίδιο πολιτικό χώρο, βλέποντας τη ΔΗΠΑ να αποδυναμώνεται και μικρότερα σχήματα να παλεύουν με την αβεβαιότητα της εισόδου στη Βουλή, επέλεξαν τελικά τη βεβαιότητα. Προτίμησαν ένα κόμμα που ξέρουν ότι θα είναι μέσα, ότι θα έχει ρόλο, ότι μπορεί να επηρεάζει αποφάσεις. Σε τέτοιες εκλογές, ο φόβος της χαμένης ψήφου λειτουργεί πολύ πιο δυνατά απ’ όσο συχνά φαίνεται δημόσια.
Και φυσικά, το ΔΗΚΟ απέδειξε ξανά ότι εξακολουθεί να διαθέτει κάτι που πολλά νέα κόμματα δεν έχουν: μηχανισμό. Όταν άρχισε να φαίνεται πραγματικός κίνδυνος συρρίκνωσης, ο κομματικός μηχανισμός ενεργοποιήθηκε σχεδόν αντανακλαστικά. Τοπικά δίκτυα, προσωπικές σχέσεις, κινητοποίηση στελεχών, οικογενειακές και κοινωνικές επιρροές, όλα εκείνα που πολλοί θεωρούν ξεπερασμένα, στην κάλπη συνεχίζουν να μετρούν.
Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο στο αποτέλεσμα αυτό. Ίσως ένα κομμάτι της κοινωνίας να ψήφισε με τη λογική «τον δαίμονα που ξέρουμε». Δηλαδή, με όλες τις επιφυλάξεις, τη φθορά και την κούραση απέναντι στο παραδοσιακό πολιτικό σύστημα, προτίμησε τελικά κάτι γνώριμο αντί να παραδώσει δύναμη σε πιο αχαρτογράφητες ή αντισυστημικές προτάσεις. Όχι από ενθουσιασμό, αλλά από πολιτικό ένστικτο ασφάλειας.
Το ΔΗΚΟ λοιπόν αν και διατήρησε τον ρόλο του, δεν μπορεί να πανηγυρίζει, όταν χάνει την τρίτη θέση και περιορίζεται στο 10%, ωστόσο απέφυγε κάτι που πριν από λίγους μήνες φαινόταν απολύτως πιθανό: να μπει σε τροχιά πολιτικής αποσύνθεσης. Και σε αυτή τη συγκυρία, αυτό από μόνο του είναι μια μορφή νίκης, που του επιτρέπει να συνεχίσει να κάνει παιχνίδι…



























