Kathimerini.com.cy
Ιδιαίτερα έντονος αλλά και ενοχλημένος με την Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς, εμφανίστηκε ο τέως Πρόεδρος, Νίκος Αναστασιάδης, στη διάσκεψη τύπου κατά την οποία έδωσε τις δικές του απαντήσεις για το πόρισμα για το «Κράτος Μαφία». Στην τοποθέτησή του, αναφέρθηκε επανειλημμένα στο γεγονός πως για κάποια από τα συμπεράσματα, η Αρχή δεν του έδωσε την ευκαιρία να αντικρούσει τους ισχυρισμούς που προβάλλονται αλλά και να αποτρέψει τα εσφαλμένα, όπως τα χαρακτήρισε, συμπεράσματα που καταγράφονται στην έκθεση της Αρχής. Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά του πως, είναι αδιανόητο να τον διασύρουν προτού αξιολογήσουν τη δική του θέση.
Κάνοντας λόγο για λαϊκά δικαστήρια που στήθηκαν μετά την έκδοση του πορίσματος της Αρχής, αναφέρθηκε σε ένταση της τοξικότητας, σπίλωση ονομάτων, δολοφονία χαρακτήρων, ακόμα και ηρωοποίηση του εφευρέτη της μυθοπλασίας για τη «Σάντη».

«Συκοφαντικοί ισχυρισμοί»
Παράλληλα, αναφερόμενος στους «λαϊκούς δικαστές», είπε πως αυτοί δεν θέλησαν να αντιληφθούν πως οι ερευνώντες λειτουργοί και η Αρχή Κατά της Διαφθοράς απέρριψαν ως ψευδείς ή δεν αποδέχθηκαν «τους συκοφαντικούς ισχυρισμούς εις βάρος μου». Στέλνοντας το μήνυμα πως δεν αρνείται τον έλεγχο, ζήτησε τον διορισμό των ποινικού ανακριτή για να «λάμψει η αλήθεια».
Αναλύοντας κεφάλαιο προς κεφάλαιο και αναφερόμενος στα ενδεχόμενα αδικήματα που εντόπισε η Αρχή, προσπάθησε να αντικρούσει τα όσα πιθανώς να του καταλογίζονται, με έντονο ύφος σε αρκετές των περιπτώσεων. Όσον αφορά την υπόθεση της σύλληψης της Έλενας Ριμπολόβλεβα, ο Νίκος Αναστασιάδης έκανε λόγο για μυθοπλασία που αφορά ένα SMS, ενώ μίλησε για εσφαλμένη σύνδεση γεγονότων που οδηγεί σε λάθος ευρήματα.
Σχετικά με το κεφάλαιο, The offshore President - Η αλήθεια για την Focus, χαρακτήρισε ανεδαφικό τον ισχυρισμό ότι ο Αναστασιάδης σφετερίστηκε 500 χιλιάδες για τη μεταφορά ψηφοφόρων και τις ανάγκες του ΔΗΣΥ για τις ευρωεκλογές του 2009.

Σχετικά με την υπόθεση Αμπράμοφ, ο Νίκος Αναστασιάδης είπε πως, μετά την απόρριψη της έγκρισης της γυναίκας του, το υπουργικό συμβούλιο του τότε Προέδρου Δημήτρη Χριστόφια, τροποποίησε τις διατάξεις για να επιτραπεί η πολιτογράφηση. «Θέλω να είμαι δίκαιος ή τότε κρίση επέβαλε να δοθούν κίνητρα για να επέλθουν επενδύσεις στην χώρα».
Σε έντονο ύφος διερωτήθηκε εάν, «είναι δυνατό να προβάλλεται πως ένας βουλευτής της αντιπολίτευσης υπαγόρευσε σε Υπουργό να προχωρήσει σε παράνομη πολιτογράφηση επενδυτών; Από πότε ασκείται από την αντιπολίτευση η εκτελεστική εξουσία και όχι από τη νόμιμη Κυβέρνηση». Ασκώντας κριτική στην Αρχή κατά της Διαφθοράς, χαρακτήρισε γελοίο τον ισχυρισμό, ο οποίος λήφθηκε σοβαρά.
Ο Νίκος Αναστασιάδης, δεν παρέλειψε να αναφερθεί στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης επιρρίπτοντας ευθύνες και στο tik tok, ζητώντας να γίνει ανάλυση στο γιατί το κράτος μπορεί να αντιμετωπίζει τα προβλήματα σε σχέση με την επιρροή των τικ τοκερς στη διαμόρφωση μιας κακής γνώμης.
Αφήνοντας αιχμές, έθεσε το ερώτημα, «τι θέλουμε Κράτος Δικαίου ή το Κράτος του διαδικτύου;». Από την τοποθέτησή του δεν έλειψαν και οι αναφορές στην υπόθεση «Σάντη», τονίζοντας πως, πρέπει να ληφθούν μέτρα για όσους «υποσκάπτουν με μυθοπλασίες, όπως αυτές καταγράφονται στο Κράτος Μαφία ή τις άλλες που αφορούν, ύστερα από έρευνες του ιδίου συγγραφέα, την υπόθεση Σάντη».
Η τοποθέτηση του Νίκου Αναστασιάδη
Κεφάλαιο 1: «Ο ολιγάρχης και το φέουδο του»
Ο ισχυρισμός για τον «Νόμο Ριμπολόβλεφ» που απεδίδετο στον Νίκο Αναστασιάδη που είχε κάνει συμφωνία με τον Ριμπολόβλεφ, που είχε και οικονομική πτυχή, κατέρρευσε αφού τον ψήφισε σχεδόν ομόφωνα η Βουλή, με μόνο δύο αρνητικές ψήφους, ύστερα από την στήριξη του συνόλου της συντεταγμένης πολιτείας, Κυβέρνηση, Κεντρική Τράπεζα, Σύνδεσμος Τραπεζών, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος, ο ΣΕΛΚ, το ΚΕΒΕ, ο STEP, ο τότε Γενικός Εισαγγελέας και όσοι κλήθηκαν να εκφέρουν απόψεις για την σχετική πρόταση Νόμου. Στα ίδια εξάλλου ευρήματα κατέληξαν και οι Ερευνώντες Λειτουργοί.

Υποκεφάλαιο: «Η ποδηγέτηση της Δικαιοσύνης»
Δεν αναφέρεται σε εμπλοκή του τέως Προέδρου και ως εκ τούτου δεν θα προβώ σε οποιαδήποτε σχόλια.
Υποκεφάλαιο: «Η σύλληψη της Ριμπολόβλεβα»
Το όλο αφήγημα αναφέρεται στη δήθεν γνώση και εμπλοκή του τέως Προέδρου στη σύλληψη της συζύγου του, Ριμπολόβλεβα.
Παρά ταύτα σε κανένα σημείο του βιβλίου ή της Έκθεσης της Αρχής δεν γίνεται αναφορά για οποιαδήποτε άμεση ή έμμεση ενέργεια του τέως Προέδρου προς οποιαδήποτε αρχή ή όργανο που να υποδηλοί γνώση ή εμπλοκή του Αναστασιάδη στη σύλληψη της Ριμπολόβλεβα.
Το σύνολο των ισχυρισμών στηρίζεται σε μηνύματα SMS που σύμφωνα με τα πορίσματα της Αρχής δεν μπορεί να τους δοθεί αποδεικτική αξία χωρίς την ύπαρξη άλλης υποστηρικτικής μαρτυρίας, επομένως όπως καταληκτικά αναφέρεται στην έκθεση, η στοιχειοθέτηση κάποιων ισχυρισμών του κ. Δρουσιώτη αποδυναμώνεται στο βαθμό που τα SMS αποτελούν τη μοναδική πηγή πληροφόρησης τόσο του ιδίου όσο και των Λειτουργών Επιθεώρησης.
Να σημειωθεί ότι η όλη μυθοπλασία αφορά ένα SMS πως ο Νο.1, που αυθαίρετα θεωρείται πως αφορά τον τέως Πρόεδρο, είπε στον συνομιλητή του, ότι «ελπίζω να μην επέμβει ο Γενικός Εισαγγελέας».
Πως η εσφαλμένη σύνδεση των γεγονότων οδηγεί σε λάθος ευρήματα.
Δυστυχώς και απολύτως εσφαλμένα οι Λειτουργοί Επιθεώρησης συνέδεσαν τη σύλληψη της Ριμπολόβλεβα με ένα άλλο SMS που ανεφέρετο σε δήθεν ενέργειες του κ. Ανδρέα Χατζήκυριακου για ένα ταξίδι μονής διαδρομής από Βρυξέλλες στην Αθήνα, καταλήγοντας στο ανυπόστατο συμπέρασμα ότι ο τέως Πρόεδρος ενδέχεται να διέπραξε το αδίκημα της «Εμπορίας Επηρεασμού (παραγρ. 71.13) αποδεχόμενος αθέμιτο πλεονέκτημα προκειμένου να ασκήσει ανάρμοστη επιρροή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων δημοσίων λειτουργών.» Υπονοώντας παρέμβαση για πραγμάτωση της σύλληψης της κας Ριμπολόβλεβα.

Πιο συγκεκριμένα στη σελίδα 28 του πορίσματος αναφέρεται ότι «Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης διαπίστωσαν, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι υπήρξε συμφωνία μεταξύ του τέως Προέδρου κ. Αναστασιάδη και του κ. Ριμπολόβλεφ, συμφωνία με την οποία ο κ. Ριμπολόβλεφ θα κάλυπτε το κόστος ιδιωτικής πτήσης του τέως Προέδρου από τις Βρυξέλλες στην Αθήνα στις 21/3/2014, και ότι η συμφωνία αυτή διευκολύνθηκε από τον κ. Χατζήκυριακο».
Αυτό που διέφυγε από τους Λειτουργούς Επιθεώρησης και των μελών της Αρχής Κατά της Διαφθοράς είναι πως στο Υποκεφάλαιο «Ο ολιγάρχης ζητά εξηγήσεις», ο διερευνητικός συγγραφέας αναφέρει στη σελίδα 48 του βιβλίου «Κράτος Μαφία» πως «στις 6 Μαρτίου 2014 διευθετήθηκε κατεπείγουσα συνάντηση του Ριμπολόβλεφ με τον Αναστασιάδη στο Δουβλίνο της Ιρλανδίας, όπου ο κ. Πρόεδρος θα πήγαινε για το συνέδριο του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος…. Εκεί συμφωνήθηκε ένα νέο σχέδιο δράσης το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει μέσα από τα μηνύματα που κατασχέθηκαν από το κινητό της Μπερσέντα».
Ενώ στη σελίδα 50 του ίδιου βιβλίου γράφει: «Στα οικονομικά ανταλλάγματα που εξασφάλισε ο Αναστασιάδης για τη νέα του συνεργασία….ήταν να πληρώνει ο ολιγάρχης τον λογαριασμό για να ταξιδεύει με ιδιωτικά τζετ.», για να συνεχίσει «Για αρχή θα ναυλωνόταν ένα τζετ για ένα ταξίδι του Αναστασιάδη μονής διαδρομής».
Στις 20 και 21 Μάρτιου ο Αναστασιάδης θα συμμετείχε σε σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες. Ο Χατζήκυριακος ενημέρωσε την Μπερσέντα ότι ο Πρόεδρος ήθελε να ταξιδέψει στις 21 Μαρτίου από Βρυξέλλες στην Αθήνα. Ακολούθως θα επέστρεφε στην Κύπρο με αεροπλάνο της γραμμής.»
Να σημειωθεί ότι το «σατανικό» σχέδιο σύλληψης της Ριμπολόβλεβα πραγματοποιήθηκε στις 24 Φεβρουαρίου 2014.
Συνεπώς το εύρημα της Αρχής Κατά της Διαφθοράς πως ο τέως Πρόεδρος ενδέχεται να διέπραξε το αδίκημα της «εμπορίας επηρεασμού» αποδεχόμενος αθέμιτο πλεονέκτημα ανατρέπεται και καταρρέει αφού το υποτιθέμενο αθέμιτο πλεονέκτημα δεν συνδέεται με τη σύλληψη της Ριμπολόβλεβα αλλά κατά ψευδή ισχυρισμό για την εκτέλεση ενός νέου σχεδίου που «συμφωνήθηκε» μεταγενέστερα.
Κυρίες και κύριοι, λαμβάνοντας υπόψιν ότι η Αρχή Κατά της Διαφθοράς δεν απεδέχθη και απέρριψε ως ανυπόστατους και ατεκμηρίωτους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα πλείστα Κεφάλαια και Υποκεφάλαια του βιβλίου «Κράτος Μαφία», αποδεχόμενη τις τεκμηριωμένες απαντήσεις που δίδω στο βιβλίο μου «Ο Συκοφάντης», θα επικεντρώσω τις αναφορές μου στα πορίσματα της Αρχής, που στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ευρίσκουν ότι ενδεχομένως να διέπραξα πιθανά αδικήματα που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης.
Κεφάλαιο 2: The offshore President - Η αλήθεια για την Focus
Το αφήγημα του συγγραφέα είναι πως η εταιρεία Focus Maritime χρησιμοποιήθηκε ως όχημα μέσω του οποίου ο κ. Βγενόπουλος χρηματοδοτούσε πολιτικά κόμματα στην Κύπρο.
Πιο συγκεκριμένα αναφέρει πως η Focus κάλυψε τα έξοδα μεταφοράς στην Κύπρο ψηφοφόρων του εξωτερικού για τις προεδρικές εκλογές του 2008, με εισφορές που ανήρχοντο σε 1,5 εκατομμύριο ευρώ για το ΑΚΕΛ και 500,000 ευρώ για τον ΔΗΣΥ.
Σαν αποτέλεσμα της αρνητικής δημοσιότητας και τις αντιδράσεις που προκλήθηκαν το 2014 από τη δημοσιοποίηση των εισφορών, ο Γενικός Εισαγγελέας διέταξε έρευνες για να διαπιστωθεί αν διαπράχθηκαν και από ποιους ποινικά αδικήματα.
Ύστερα από την ολοκλήρωση των ερευνών, ο Γενικός Εισαγγελέας ανακοίνωσε, στις 27 Ιανουαρίου 2016, πως μετά τη μελέτη του φακέλου της Αστυνομίας διαπίστωσε ότι τα στοιχεία δεν οδηγούν προς τη διάπραξη των οποιονδήποτε ποινικών αδικημάτων, αφού η οποία αδήλωτη χρηματοδότηση προς κόμματα, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν συνιστά ποινικό αδίκημα.
Ένας άλλος συκοφαντικός ισχυρισμός είναι πως ο Αναστασιάδης σφετερίστηκε συνολικά 550,000 ευρώ που προορίζονταν για τον ΔΗΣΥ προς κάλυψη των εξόδων για την τότε μεταφορά των ψηφοφόρων το 2008 και για τις ανάγκες των προεκλογικών εξόδων του ΔΗΣΥ για τις ευρωεκλογές του 2009.
Οι πιο πάνω κακοήθεις ισχυρισμοί απορρίφθηκαν από τους Λειτουργούς Επιθεώρησης ως ψευδείς και ανυπόστατοι με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της Αρχής Κατά της Διαφθοράς.
Παρά τα πιο πάνω, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης κατέληξαν ότι προκύπτει ενδεχόμενη διάπραξη του αδικήματος κατάχρησης εξουσίας. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 73.21: «Το εύρημα αυτό βασίζεται μεταξύ άλλων στη μαρτυρία ότι ενώ η διερεύνηση της υπόθεσης Focus Maritime βρισκόταν σε εξέλιξη, ο κ. Αναστασιάδης συναντήθηκε και επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα κ. Κώστα Κληρίδη, εκφράζοντας έντονη δυσαρέσκεια για την πορεία της έρευνας ζητώντας τον τερματισμό ανακρίσεων, με την αιτιολογία ότι δεν είχαν εντοπισθεί ποινικά αδικήματα.
Ενώ στην παράγραφο 73.22 του πορίσματος αναφέρεται πως: «Οι Λειτουργοί Επιθεώρησης έκριναν ότι η παρέμβαση αυτή ενδέχεται να συνιστά ακατάλληλη άσκηση εκτελεστικής πίεσης προς τη Νομική Υπηρεσία, η οποία είναι συνταγματικά ανεξάρτητη και ότι μπορούσε να επηρεάσει την ακεραιότητα της έρευνας, την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και το δημόσιο συμφέρον.
Για να καταλήξουν ότι με βάση τα πιο πάνω καταλογίζουν ενδεχόμενες πράξεις διαφθοράς στον τέως Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, για το ενδεχόμενο κακούργημα της κατάχρησης εξουσίας ως η παράγραφος 58 του πορίσματος, προσθέτοντας ότι η «μαρτυρία ότι ενδεχομένως να υπήρχε προσωπικό ή πολιτικό όφελος στο να σταματήσει μια έρευνα που θα μπορούσε να αποκαλύψει πιθανή εμπλοκή του τέως Προέδρου στην εξασφάλιση χρηματοδότησης για τον ΔΗΣΥ, γεγονός που συνιστά την ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας ως κακούργημα.
Είναι με έκπληξη αλλά και ιδιαίτερη λύπη και πικρία που θα προχωρήσω στον σχολιασμό των πιο πάνω ευρημάτων.
Το πρώτο και σημαντικό που θα ήθελα να καταγράψω είναι πως ουδέποτε τέθηκε υπόψιν μου κατά την ενώπιον των Λειτουργών Επιθεώρησης κατάθεση ενός ανάλογου ισχυρισμού.
Συνεπώς, δεν είχα την ευκαιρία να αντικρούσω τους ισχυρισμούς που προβάλλονται αλλά και να αποτρέψω εσφαλμένα συμπεράσματα που καταγράφονται στην έκθεση της Αρχής.
Αναφερόμενος στα ευρήματα των Λειτουργών, θα ήθελα να παρατηρήσω τα ακόλουθα:
(α) Στη σελίδα 41 των Πορισμάτων της Αρχής αναφέρεται καταληκτικά: «Η μαρτυρία ότι ενδεχομένως να υπήρχε προσωπικό ή πολιτικό όφελος στο να σταματήσει μια έρευνα που θα μπορούσε να αποκαλύψει πιθανή εμπλοκή του τέως Προέδρου στην εξασφάλιση χρηματοδότησης για τον ΔΗΣΥ, συνιστά ενδεχόμενη κατάχρηση εξουσίας ως κακούργημα.»
Το πιο πάνω εύρημα έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τα προγενέστερα ευρήματα της Αρχής σύμφωνα με τα οποία ο τέως Πρόεδρος δεν εκαρπώθει ούτε σεντ από τις εισφορές στον ΔΗΣΥ, αλλά το εξ ίσου σημαντικό πως ο τότε Γενικός Εισαγγελέας δεν διαπίστωσε τη διάπραξη των οποιονδήποτε αδικημάτων.
Συνεπώς ποιο ήταν το όφελος του Αναστασιάδη που αποτελεί προϋπόθεση για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα του κακουργήματος;
Γιατί θα ζητούσε τον τερματισμό μιας ποινικής διερεύνησης, μήπως για να μην εντοπισθεί ενοχοποιητική μαρτυρία εις βάρος του για ανύπαρκτο ποινικό αδίκημα;
Ισχυρισμός εναντίον τέως Προέδρου
Σύμφωνα με τα ευρήματα των Λειτουργών Επιθεώρησης, διαπιστώθηκαν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι στα τέλη του 2011, πραγματοποιήθηκε συναλλαγή ύψους 250,000 ευρώ από την Λαϊκή Τράπεζα προς όφελος του κ. Αναστασιάδη, η οποία φέρεται να προοριζόταν ως οικονομική στήριξη για την προεκλογική του εκστρατεία του 2013 και παρουσιάστηκε παραπλανητικά ως αμοιβή ή προμήθεια (παρ. 74.9)
Για να προσθέσουν ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία που αξιολόγησαν οι Λειτουργοί Επιθεώρησης, το ποσό των 250,000 ευρώ φέρεται να συμφωνήθηκε μεταξύ του Ανδρέα Βγενόπουλου και του κ. Αναστασιάδη. Κατά τον ίδιο ισχυρισμό, ο κ. Αναστασιάδης ζήτησε το ποσό να παρουσιαστεί ως αμοιβή ή προμήθεια, αξιοποιώντας την πρακτική της Λαϊκής Τράπεζας να καταβάλλει introducer fees.
Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι για την εν λόγω πληρωμή χρησιμοποιήθηκαν δύο εικονικά τιμολόγια, ύψους €160,000 και €90,000, μέσω των οποίων η πληρωμή παρουσιάστηκε παραπλανητικά ως introducer fees και διοχετεύτηκε σε υπεράκτια εταιρεία στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, προκειμένου να αποκρυβεί η πραγματική φύση και ο δικαιούχος.
Στη συνέχεια αναφέρεται ότι οι Λειτουργοί Επιθεώρησης διαπίστωσαν ότι υπήρχαν στοιχεία που συνέδεαν τις εταιρείες Masterton International Corp. και Truro Investments Ltd με το δικηγορικό γραφείο «Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεργάτες» και τους συνεργάτες του γραφείου.
Η διασύνδεση του ονόματος του τέως Προέδρου με τα όσα προαναφέρονται αποδίδεται στην παρ. 74.7, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα: «Ενώ ο τέως Πρόεδρος και οι Συνεταίροι του στο δικηγορικό γραφείο «Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεργάτες» ισχυρίζονταν ότι ο τέως Πρόεδρος είχε την ιδιότητα του «σιωπηλού συνεταίρου», εντούτοις από την ιδιωτική Συμφωνία Συνεταιρισμού, ημερομηνίας 9 Σεπτεμβρίου 2001, προκύπτει ότι ο ίδιος «φέρει την γενική ευθύνη εποπτείας των εργασιών του Συνεταιρισμού».
Καταληκτικά αναφέρεται ότι: «Ο κ. Νίκος Αναστασιάδης, ενώ κατείχε το αξίωμα του Βουλευτή και ταυτόχρονα τη θέση του Προέδρου του ΔΗΣΥ, καταχράστηκε την επιρροή που δυνατό να ασκούσε σε άλλα πρόσωπα στη λήψη αποφάσεων και ενεργώντας ως πωλητής επιρροής επιδίωξε την παραπλανητική κατηγορία συναλλαγής με τη Λαϊκή Τράπεζα, προκειμένου να αποκρυβεί η πραγματική φύση και ο δικαιούχος αυτής.
Λαμβάνοντας τα σχετικά ποσά τα οποία αποτελούν παράτυπο πλεονέκτημα, ο κ. Νίκος Αναστασιάδης εμπλέκεται στην πιθανή διάπραξη τους αδικήματος της παθητικής εμπορίας επιρροής.
Στο Υποκεφάλαιο: «Τα διαβατήρια και τα τζετ» υποδιαιρείται σε δύο ενότητες, η πρώτη αφορά δημοσίευμα στις 14 Αυγούστου 2019 από την Δημοσιογραφική Πλατφόρμα Κατά του Οργανωμένου Εγκλήματος (OCCRP) με τίτλο “Bank Records Link President of Cyprus to Troika Laundromat”, ενώ η δεύτερη σε δημοσίευμα της Διεθνούς Κοινοπραξίας Ερευνητικών Δημοσιογράφων (ICIJ), ημερομηνίας 3 Οκτωβρίου 2021, με αφορμή την αποκάλυψη των “Pandora Papers”.
Όσον αφορά την πρώτη ενότητα με τους ισχυρισμούς της OCCRP, επιθυμώ να παραθέσω ως προοίμιο τα πραγματικά γεγονότα και εν συνεχεία να σχολιάσω τα ευρήματα των Λειτουργών Επιθεώρησης.
Στις 14 Αυγούστου 2019, η Δημοσιογραφική Πλατφόρμα Κατά του Οργανωμένου Εγκλήματος (OCCRP) δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Τα τραπεζικά αρχεία συνδέουν τον Πρόεδρο της Κύπρου με το Troika Laundromat» και ότι η δικηγορική εταιρεία «Νίκος Χρ. Αναστασιάδης & Συνεταίροι» είχε διευκολύνει τον Ρώσο Αλεξάντερ Αμπράμοφ στο ξέπλυμα εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων.
Για να συνεχίσει πως, εταιρείες που ελέγχονται από την εν λόγω δικηγορική εταιρεία ήταν βαθιά εμπλεκόμενες με το πλυντήριο της Τρόικας, δηλαδή ένα δίκτυο εταιρειών-κελύφη που λειτουργούσε από το 2006-2013.
Ενώ σε δημοσίευμα της η εφημερίδα “Guardian” ανέφερε πως το «σύστημα αποτελείτο από ένα δίκτυο 70 υπεράκτιων εταιρειών-κελύφη, τις οποίες χρησιμοποιούσαν εκείνοι που τις έλεγχαν για να διακινήσουν δισεκατομμύρια δολάρια από τη Ρωσία σε δυτικές χώρες».
Έστω και αν στο άρθρο της OCCRP αναφέρετο ρητά ότι: «εκ των αναφερθέντων στο δημοσίευμα εγγράφων δεν υπάρχει ουδεμία απόδειξη πως το δικηγορικό γραφείο και/ή οι συνεργάτες του παραβίασαν κάποιο νόμο ή διέπραξαν κάποιο αδίκημα», η αντιπολίτευση αξιοποίησε το δημοσίευμα δημιουργώντας σάλο και αποδίδοντας βαρείς χαρακτηρισμούς στον τέως Πρόεδρο, χαρακτηρίζοντας το δημοσίευμα ως σκάνδαλο τεραστίων διαστάσεων.
Προ αυτού του αδικαιολόγητου και απαράδεκτου φαινομένου, μη γνωρίζοντας ότι η ΜΟΚΑΣ άρχισε αυτεπάγγελτα έρευνα, ζήτησα ως ήτο αναμενόμενο την διερεύνηση του δημοσιεύματος προκειμένου να φανεί αν διαπράχθηκαν τα οποιαδήποτε αδικήματα και από ποιους.
Ευρήματα της Αρχής Κατά της Διαφθοράς
Αφού αναφέρεται στη δημόσια δήλωση του τέως Προέδρου, προβαίνει στην απαράδεκτη διαπίστωση πως: «Η χρήση του προεδρικού αξιώματος προς επηρεασμό ζητήματος που άπτεται άμεσα των προσωπικών συμφερόντων και συγκεκριμένα η υποκίνηση του πορίσματος της ΜΟΚΑΣ, υπό περιστάσεις οι οποίες αύξησαν ουσιαστικά την πίεση για ανάληψη επίσημης δράσης εκ μέρους των αρμόδιων Αρχών, εγείρει σοβαρές ανησυχίες για αυθαίρετη θεσμική παρέμβαση, ακατάλληλη χρήση πολιτικής εκτελεστικής επιρροής και κατάχρηση εξουσίας».
Ενώ στη συνέχεια των ευρημάτων ασκείται δριμεία κρητική κατά της κας Παπακυριακού με το εύρημα ότι: «Ως κεντρική εθνική μονάδα, η ΜΟΚΑΣ είχε καθήκον να διεξάγει ενεργά τη δική της έρευνα και να εξασφαλίσει αποδείξεις. Παρά ταύτα, αρκέστηκε στην αποδοχή των δοθεισών εξηγήσεων…..παρά την παρουσία ενοχοποιητικών στοιχείων που δικαιολόγησαν περαιτέρω ποινική έρευνα, η ΜΟΚΑΣ ισχυρίστηκε ότι δεν εντοπίστηκε εγκληματική συμπεριφορά.»
Το πιο αξιοσημείωτο όμως εύρημα καταγράφεται στην παράγραφο 75.17 όπου διαπιστώνεται ότι: «Ο Γενικός Εισαγγελέας, ο οποίος είχε την αποφασιστική αρμοδιότητα αναφορικά με την υιοθέτηση ή απόρριψη του πορίσματος της ΜΟΚΑΣ, συμφώνησε με αυτό.»
Καταληκτικά, οι Λειτουργοί Επιθεώρησης θεωρούν ότι η αυθαίρετη φύση αυτής της ενέργειας (η δημόσια δήλωση του τέως Προέδρου για έρευνα) δύναται να θεμελιώνει ενδεχόμενη ποινική ευθύνη για τη διάπραξη του πλημμελήματος της Κατάχρησης Εξουσίας ή της απόπειρας διάπραξης του εν λόγω ποινικού αδικήματος.
Κυρίες και κύριοι, θεωρώ το ελάχιστο απαράδεκτο να θεωρείται η πρόσκληση για διερεύνηση ανάλογων ισχυρισμών, ως ενδεχόμενη διάπραξη ή απόπειρα διάπραξης του αδικήματος της κατάχρησης εξουσίας.




























