Γράφει η Μάρω Βασιλειάδου
Υπάρχουν διανοητές που αφήνουν πίσω τους ένα τέλειο αλλά κλειστό φιλοσοφικό σύστημα ιδεών, και άλλοι που, με τον θεωρητικό πλούτο και την ευστροφία τους, προσφέρουν στην κοινωνία έναν τρόπο να «διαβάζει» την πραγματικότητα. Ο Στέλιος Ράμφος, ο οποίος έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 87 ετών, ανήκει στη δεύτερη κατηγορία στοχαστών. Με το έργο και τον λόγο του επιχείρησε να ερμηνεύσει όχι μόνο την ελληνική ιστορία ή την ορθόδοξη παράδοση, αλλά κυρίως τον εσωτερικό κόσμο του νεότερου Ελληνα. Η πολιτική, η οικονομία, η θρησκεία, ακόμη και η κρίση των τελευταίων δεκαετιών, υπήρξαν γι’ αυτόν διαφορετικές εκφράσεις του ίδιου ερωτήματος: πώς συγκροτείται ένα ελεύθερο πρόσωπο και γιατί η ελληνική κοινωνία δυσκολεύεται τόσο να συμφιλιωθεί με την ευθύνη και τον χρόνο;
Ο Ράμφος υπήρξε ένας από τους λίγους, εκλεκτούς Ελληνες φιλοσόφους που συγκρότησαν ένα συνεκτικό σώμα σκέψης ασκώντας σημαντική επιρροή σε ευρύ κοινό αλλά επίσης εγείροντας έντονες αντιδράσεις. Πολυσχιδής προσωπικότητα, είχε την πνευματική σκευή και την οξύνοια να διακρίνει τις ανάγκες του παρόντος και τον ρυθμό της συγχρονίας. Διέθετε όμως και το θάρρος να τοποθετείται απέναντι σε καυτά ζητήματα της επικαιρότητας –πολιτικά και κοινωνικά– χωρίς να φοβάται την ένταση του δημόσιου διαλόγου. Γι’ αυτό δεν ήταν λίγες οι φορές που βρέθηκε στο στόχαστρο της κριτικής. Οπως εύστοχα είχε παρατηρήσει ο Κωστής Παπαγιώργης σε άρθρο του (LIFO, 15.1.2014), «η περίπτωση του Στέλιου Ράμφου με τα χρόνια έχει αποβεί εξαιρετέα αλλά και παραδειγματική».
Στο Παρίσι
Ο Στέλιος Ράμφος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939, και στα πρώτα νεανικά του χρόνια συνδέθηκε με τον μαρξισμό. Σπούδασε στη Νομική Αθηνών και ευρισκόμενος επί πτυχίω έφυγε για το Παρίσι, όπου σπούδασε και στη συνέχεια δίδαξε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Βενσέν (1969-1974), πανεπιστήμιο-γέννημα του γαλλικού Μάη. Επέστρεψε και εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση. Το 1978 απορρίφθηκε η υποψηφιότητά του για την έδρα Φιλοσοφίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, μαζί με αυτήν του Παναγιώτη Κονδύλη. Εκτοτε επέλεξε τον μονήρη αλλά δημιουργικό βίο του στοχαστή.
Ο Στέλιος Ράμφος σε συζήτηση γύρω από τον άνθρωπο, το παρόν και το μέλλον, το 2023. Υπήρξε από τους λίγους Ελληνες φιλοσόφους που άσκησαν σημαντική επιρροή σε ευρύ κοινό, εγείροντας ταυτόχρονα αντιδράσεις. Είχε το θάρρος να τοποθετείται για «καυτά» ζητήματα της επικαιρότητας χωρίς να φοβάται την ένταση του δημόσιου διαλόγου.
Κατά τα πρώτα χρόνια της διαμονής του στην Αθήνα παρέδιδε ιδιαίτερα μαθήματα έκθεσης σε στενό κύκλο μαθητών για βιοποριστικούς λόγους, αλλά σύντομα αφοσιώθηκε στη μελέτη και τη συγγραφή. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του έγραφε στο χέρι, με επίμοχθη προσπάθεια και συνεχείς επανεκτιμήσεις του χειρογράφου. Στην εργοβιογραφία του περιλαμβάνεται πυκνή αρθρογραφία δημοσιευμένη κατ’ αρχάς σε περιοδικά όπως τα: «Ευθύνη», «Ερουρέμ», «Ινδικτος». Τα τελευταία χρόνια αρθρογραφούσε συστηματικά στην «Καθημερινή».
Ο Πλάτων
Οι καταγεγραμμένοι τίτλοι των έργων του φτάνουν τους σαράντα πέντε, και σε αυτούς περιλαμβάνονται φιλοσοφικά δοκίμια, μελέτες για τον ελληνισμό και το Βυζάντιο, τα Πατερικά κείμενα, αλλά επίσης ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις και συλλογές από ομιλίες του. Μείζονα έργα της πρώτης περιόδου του, εποχή μεταφυσικής και μοναχισμού, θεωρούνται το δίτομο «Μίμησις εναντίον μορφής, Εξήγησις εις το Περί Ποιητικής του Αριστοτέλους» (Αρμός, 1992) και το μικρού σχήματος αλλά διαχρονικό «Πελεκάνοι Ερημικοί, Ξενάγησι στο Γεροντικόν» (Αρμός, 1994) που γνώρισε πλήθος επανεκδόσεων. Ασχολήθηκε επίσης εις βάθος με το έργο του Πλάτωνος, και κατέχει ξεχωριστή θέση στο έργο του η ερμηνεία του για τον Μύθο του Σπηλαίου από την «Πολιτεία», την οποία παρουσίασε σε κύκλο διαλέξεων.
Στη μεταπολιτευτική δημόσια συζήτηση το όνομά του συνδέθηκε με την έννοια της «νεοορθοδοξίας», ως συνοδοιπόρος στοχαστών σαν τον Χρήστο Γιανναρά με τον οποίο τον συνέδεε πνευματική φιλία από τα χρόνια του Παρισιού. Η στροφή του Στέλιου Ράμφου προς τον «νεοελληνισμό» πραγματοποιήθηκε μετά το 1985, βάζοντας τα θεμέλια της ιδέας πως το Βυζάντιο υστέρησε στην καλλιέργεια της έννοιας της ατομικότητας σε σύγκριση με τη δυτική Ευρώπη. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 αυτοπροσδιοριζόταν ως εκσυγχρονιστής.
Ο «Καημός του ενός. Κεφάλαια της ψυχικής ιστορίας των Ελλήνων» (Αρμός, 2000) είναι το βιβλίο που τον καθιέρωσε ως δημόσιο διανοούμενο. Εκεί διατυπώνεται με την πιο καθαρή μορφή η θέση ότι το ελληνικό πρόβλημα είναι πρωτίστως πρόβλημα συγκρότησης του υποκειμένου. Ο «καημός» είναι η δυσκολία του ανθρώπου να γίνει πραγματικά αυτόνομος και υπεύθυνος. Ο Ράμφος διατύπωσε εκεί με τον πιο καθαρό τρόπο τη θέση που θα τον συνόδευε έκτοτε: το ελληνικό πρόβλημα δεν είναι πρωτίστως θεσμικό, πολιτικό ή οικονομικό, αλλά ανθρωπολογικό. Στο επίκεντρο δεν βρίσκεται το κράτος ούτε η κοινωνία, αλλά ο άνθρωπος· η δυσκολία του να συγκροτηθεί ως ελεύθερο, υπεύθυνο πρόσωπο, ικανό να αναλάβει την ευθύνη του εαυτού του και της ιστορίας του.
Αυτή η προβληματική, βαθαίνει στο ολιγοσέλιδο δοκίμιο «Ιστορία στην κόψη του χρόνου» (Καστανιώτης, 2000), στο οποίο ο συγγραφέας μεταφέρει το ερώτημα από την κοινωνία στη βαθύτερη σχέση του ανθρώπου με την ιστορία. Ο χρόνος δεν είναι απλώς το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσονται τα γεγονότα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος μεταβολίζει την εμπειρία, αποκτά μνήμη, αυτογνωσία και συνέχεια. Στη σκέψη του, η δυσκολία του νεότερου ελληνισμού να συμφιλιωθεί δημιουργικά με τον ιστορικό χρόνο εξηγεί πολλές από τις παλινδρομήσεις του δημόσιου βίου.
Η προβληματική αυτή διευρύνεται στο έργο «Η λογική της παράνοιας» (Αρμός, 2011). Εδώ ο Ράμφος εξετάζει τους ψυχικούς και πολιτισμικούς μηχανισμούς που οδηγούν τον άνθρωπο και τις κοινωνίες στην άρνηση της πραγματικότητας. Η παράνοια δεν προσεγγίζεται ως ατομική ψυχική διαταραχή, αλλά ως υπαρξιακή και συλλογική στάση που εμποδίζει την αυτογνωσία και εγκλωβίζει το πρόσωπο σε φαύλους κύκλους αυταπάτης και αυτοκαταστροφής. Στο «Το μυστικό του Ιησού» (Αρμός, 2017) ο προβληματισμός αποκτά πλέον σαφή θεολογική διάσταση. Επιστρέφοντας στο πρόσωπο του Χριστού, ο φιλόσοφος αναζητεί το νόημα της εσωτερικής μεταμόρφωσης, υποστηρίζοντας ότι η αληθινή ελευθερία δεν είναι πρωτίστως κοινωνικό ή ηθικό αίτημα, αλλά καρπός μιας βαθιάς αλλαγής του ανθρώπου απέναντι στον εαυτό του, τον άλλον και τον Θεό.
Η πορεία αυτή κορυφώνεται στην επιτυχημένη, ευπώλητη έκδοση «Η Ελλάδα των ονείρων» (Αρμός, 2020), στην οποία ο συγγραφέας επιχειρεί μια συνολική ερμηνεία της νεότερης ελληνικής εμπειρίας. Αναλύει το πώς οι συλλογικές φαντασιώσεις, οι ιστορικές προσδοκίες και οι εθνικές αυταπάτες διαμόρφωσαν την πολιτική και πολιτισμική πορεία της χώρας, επαναφέροντας το σταθερό συμπέρασμα που διατρέχει ολόκληρο το έργο του: η ανανέωση της ελληνικής κοινωνίας προϋποθέτει πρωτίστως την εσωτερική μεταμόρφωση του ανθρώπου και τη συνειδητή ανάληψη της προσωπικής και ιστορικής ευθύνης.
Συνέχεια της σκέψης
Μολονότι λοιπόν η σκέψη του Στέλιου Ράμφου πέρασε τουλάχιστον τέσσερις διακριτές περιόδους εκκινώντας από την κεντρική σημασία της ψυχής και του νου με επιρροές φιλοσόφων σαν τον Πλωτίνο και τον Μάξιμο τον Ομολογητή και κατέληξε στον στοχασμό περί της οικονομικής κρίσης και τον συλλογικό ναρκισσισμό, το έργο του δεν αποτελεί μια σειρά αυτόνομων δοκιμίων, αλλά μια ενιαία πνευματική διαδρομή. Οι έννοιες αλλάζουν κέντρο βάρους, τα ιστορικά συμφραζόμενα μεταβάλλονται, όμως ο πυρήνας παραμένει αναλλοίωτος: το πρόσωπο, ο χρόνος και η ελευθερία. Αυτή η εμμονή στη συνέχεια της σκέψης είναι ίσως και το στοιχείο που τον διακρίνει στον μεταπολιτευτικό πνευματικό βίο της χώρας. Είτε μιλούσε για τον βυζαντινό μυστικισμό, είτε για τη σύγχρονη οικογένεια, είτε για την εθνική συναίνεση αναζητούσε πάντοτε την ίδια απάντηση: ποιες είναι οι προϋποθέσεις για να γίνει ο άνθρωπος πραγματικά ελεύθερος.
Υπήρξε γοητευτικός ομιλητής με πιστό κοινό που τον ακολουθούσε στις διαλέξεις του από το Κολλέγιο Αθηνών, στο Ιδρυμα Γουλανδρή – Χορν και αργότερα στο Ιδρυμα Βασίλη και Μαρίνας Θεοχαράκη όπου «δίδασκε» έως το τέλος. Ο θάνατός του σηματοδοτεί την απώλεια ενός έγκριτου Ελληνα διανοουμένου μιας προηγούμενης γενιάς, που μπορεί να προκάλεσε διχογνωμίες, αλλά εκτιμήθηκε από όλους για την ευρεία παιδεία του και την παρρησία του.




























