ΚΛΕΙΣΙΜΟ
Loading...

Ο Νίκος Καρβέλας ξεκίνησε δισκογραφικά με έντεχνο ρεπερτόριο

Τα πρώτα τραγούδια που παρουσίασε ως συνθέτης και οι ερμηνευτές που τα τραγούδησαν

Γράφει ο Κώστας Μπαλαχούτης

Ο Νίκος Καρβέλας είναι μουσικάνθρωπος. Ξέρει από τραγούδι, γι’ αυτό και αρκετές στιγμές του έχουν νικήσει τη μάχη με τον χρόνο αγγίζοντας ακόμη και ακροατές που δεν αρέσκονται στους γενικότερους «τρόπους» του.

Ενδεικτικά παραδείγματα, ετερόκλητα μεταξύ τους, όπως τα «Δώδεκα», «Καλοκαιρινές διακοπές», «Σώσε με», επιβεβαιώνουν την παραπάνω τοποθέτηση.

Ο Καρβέλας έκανε επισήμως το ντεμπούτο του στη δικογραφία ως συνθέτης, το 1974, με το άλμπουμ «Μια χαρά, μια καημός» σε στίχους της Βαρβάρας Τσιμπούλη. Τα τραγούδια ερμήνευαν τα νεαρά αστέρια της Minos, o Κώστας Σμοκοβίτης, o Δημήτρης Κοντολάζος και η Αννα Βίσση. Είναι η πρώτη φορά που η τελευταία σμίγει με τον μουσικοσυνθέτη. Η ενορχήστρωση ήταν του Τάσου Καρακατσάνη.

Ο Καρβέλας εντάσσεται αρμονικά στο έντεχνο μελωδικό κλίμα της εποχής, με επιρροές από Λουκιανό Κηλαηδόνη, Γιάννη Σπανό, Γιώργο Χατζηνάσιο, Σταύρο Κουγιουμτζή και Βασίλη Δημητρίου κινούμενος απολύτως συνταιριαστά με τους ερωτικοκοινωνικούς στίχους της Τσιμπούλη που ψηλαφίζουν την καθημερινότητα των ανθρώπων, στα πρότυπα της γραφής της Σώτιας Τσώτου.

Καρβέλας και Τσιμπούλη θα αποτελέσουν για ένα διάστημα της δεκαετίας του ’70 παραγωγικό και αποδοτικό δημιουργικό δίδυμο.

Το 1975, ο Γιάννης Πάριος θα ερμηνεύσει το «Για πάντα» ανοίγοντας μάλιστα με αυτό τη δεύτερη πλευρά του βινυλίου, του μεγάλου προσωπικού του δίσκου «Ερχονται στιγμές». Εκείνη την περίοδο τα τραγούδια δεν τοποθετούνταν σε τυχαία σειρά.

Την επόμενη χρονιά ο Δημήτρης Κοντολάζος θα τραγουδήσει το «Ημουν πρώτος», τραγούδι που διαγωνίστηκε και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Είναι η στιγμή που Καρβέλας και Τσιμπούλη μετέχουν με τρία τραγούδια στον δίσκο του Γιάννη Καλατζή «Μην περιμένεις». Δικό τους είναι το ομότιτλο που ξεκινά την πρώτη πλευρά του βινυλίου, το σουξέ όμως θα έρθει με εκείνο που βρίσκεται στην πέμπτη θέση, το «Τώρα πλάκα μου κάνεις ή σοβαρολογείς». Πληροφοριακά στον δίσκο μετέχουν ακόμη οι: Κουγιουμτζής, Λοΐζος, Σπανός, Πυθαγόρας, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μάνος Ελευθερίου, Στέλιος Ζαφειρίου.

Το 1977 σειρά έχει ο Γιάννης Πουλόπουλος με το ξεχωριστό «Ελα λιγάκι να σε δώ» και ξανά ο Γιάννης Πάριος με το «Ποιος από τους δυο».

Παράλληλα το δίδυμο αναβαθμίζεται και υπογράφει όλα τα τραγούδια του άλμπουμ του Καλατζή, «Κάποιος πάντα λέει αντίο». Καλοβαλμένες, ελαφροαλαϊκές κυρίως καταθέσεις, μπολιασμένες συχνά με δυτικοευρωπαϊκό άνεμο, που εκείνο τον καιρό φυσούσε δυνατά. Τα λεφτά όλα θα πάνε «Στη Χονολουλού».

Οι μεγάλες στιγμές όμως έρχονται μέσα στη χρονιά με τον Τόλη Βοσκόπουλο και την εργασία του «Είναι το κάτι που μένει». Καρβέλας και Τσιμπούλη υπογράφουν μεταξύ άλλων το ομότιτλο, καθώς και την «παιχνιδιάρικη» επιτυχία «Στις 32 του μηνός».

Η συνταγή επαναλαμβάνεται, ακριβώς, και το 1978, με το άλμπουμ του Βοσκόπουλου «Μέρα νύχτα παντού» και το σουξέ «Δεν τη βρίσκω με την ντίσκο».

Το 1978, ο συνθέτης και η στιχουργός θα δώσουν το «παρών» στο δίσκο της Δήμητρας Γαλάνη «Μ’ αγαπούσες θυμάμαι» με το τραγούδι «Ας ήξερα γιατί». Ο Καρβέλας υπογράφει επίσης και το «Δε μετανιώνω» σε στίχους του Δημήτρη Ιατρόπουλου.

Ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει κι έτσι το 1979, ο Καρβέλας και η Τσιμπούλη είναι οι αποκλειστικοί δημιουργοί του δίσκου του Γιάννη Καλατζή «Πάλι κοντά σου». Και αυτή τη φορά, όπως και την προηγούμενη, η ενορχήστρωση είναι του Κώστα Κλάββα. Σουξέ όμως δεν προκύπτει, μιας και «Στο Μεξικό» δεν διαθέτουν τις χάρες που έχουν «Στη Χονολουλού».

Κάπου εδώ ο Καρβέλας αποφασίζει να αλλάξει ρότα… Θα βγει νικητής, μιας και νομίζω όσα πέτυχε, τόσο στην προσωπική του δισκογραφία, όσο και σε αυτήν με την Αννα Βίσση αλλά και άλλους ερμηνευτές, σύμφωνα με δηλώσεις του, τον αντιπροσωπεύουν ως καλλιτέχνη.

Η πρώτη αυτή περίοδός του πάντως, πέρα από την «πλάκα» είχε και στιγμές ουσίας, με έντεχνα χαρακτηριστικά.

Ο ίδιος, τον Νοέμβρη του 2025, στην εκπομπή «Rainbow Mermaids» είχε αναφέρει:

«Η εντεχνίλα άρχιζε να σαπίζει όταν σταμάτησε το ωραίο ελληνικό τραγούδι, έγινε έντεχνο, δηλαδή το τραγούδι των ατάλαντων, των δυσκοίλιων. Το έντεχνο είναι το τραγούδι της δυσκοιλιότητας. Προσπαθούν να βρουν δύσκολα λόγια, δύσκολες αρμονίες για να μιμηθούν τον Χατζιδάκι, είναι δακρύβρεχτα σενάρια της σύγχρονης ελληνικής μουσικής κουλτούρας. Τότε οι συνθέτες ήταν ελληνοπρεπείς συνθέτες με προσωπικότητα και με ταλέντο ελληνοπρεπέστατο. Από το 1990 και μετά, που τελείωσε αυτή η γενιά συνθετών, έπεσε στο χάος των έντεχνων, των ανθρώπων που δεν μπορώ να κρίνω. Αμα κρίνω πιάνεσαι κορόιδο. Δεν μιλάω για όλα τα τραγούδια, υπάρχουν εξαιρέσεις, αλλά ο κανόνας είναι οχετός».

ΣΧΕΤΙΚΑ TAGS
ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ

NEWSROOM

Μουσική: Τελευταία Ενημέρωση

X
X

Μπες στο μυαλό των
αγαπημένων σου αρθρογράφων

Λάβε στο email σου το τελευταίο τους άρθρο τη στιγμή που δημοσιεύεται.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Απόκτησε συνδρομή με €50 τον χρόνο για πρόσβαση στην έντυπη έκδοση.

ΑΠΟΚΤΗΣΕ ΣΥΝΔΡΟΜΗ